| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 9801 | βρόντος | βρό-ντος ουσ. (αρσ.): ισχυρός κρότος: ο ~ του κανονιού/πιστολιού. Έκλεισε με ~ο την πόρτα (: με πάταγο, δυνατά). ΣΥΝ. βροντή (2) ● ΦΡ.: στο(ν) βρόντο (μτφ.-προφ.): μάταια, άσκοπα, ανώφελα: Οι συμβουλές/οι προσπάθειές μου πέφτουν ~ (= πάνε περίπατο, στράφι). Τόσος κόπος πήγε ~ ~ (: χαμένος). | |
| 9802 | βροντόσαυρος | βρο-ντό-σαυ-ρος ουσ. (αρσ.): ΠΑΛΑΙΟΝΤ. γιγαντόσωμος φυτοφάγος δεινόσαυρος. [< γαλλ. brontosaure, αγγλ. brontosaurus] | |
| 9803 | βροντοφωνάζω | βρο-ντο-φω-νά-ζω ρ. (μτβ.) {βροντοφώνα-ξα} 1. φωνάζω δυνατά, με βροντερή φωνή: Το συγκεντρωμένο πλήθος ~ζε συνθήματα. 2. (μτφ.) διακηρύσσω κάτι απερίφραστα, με αποφασιστικότητα: Οι διαδηλωτές ~ξαν την αντίθεσή τους στον πόλεμο. Πβ. δια-λαλώ, -τυμπανίζω. | |
| 9804 | βροντόφωνος | , η, ο βρο-ντό-φω-νος επίθ. 1. που έχει δυνατή, βροντερή φωνή. Βλ. -φωνος. 2. (μτφ.) που διακηρύσσεται με αποφασιστικότητα: ~η: απάντηση/καταγγελία. Πβ. βροντερός, ηχηρός. ● επίρρ.: βροντόφωνα [< μτγν. βροντόφωνος] | |
| 9805 | βροντοχτυπώ | [βροντοχτυπῶ] βρο-ντο-χτυ-πώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {βροντοχτυπά ... | βροντοχτύπησα} & βροντοχτυπάω: χτυπώ δυνατά: Ο αέρας έκανε πόρτες και παντζούρια να ~ούν.|| (μτφ.) Ένιωθε την καρδιά του να ~ά. [< μεσν. βροντοκτυπώ] | |
| 9806 | βροντώ | βλ. βροντά | |
| 9807 | βροντώδης | , ης, ες βρο-ντώ-δης επίθ. {βροντώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): βροντερός. Βλ. -ώδης. ● ΣΥΜΠΛ.: βροντώδης υδράργυρος: ΧΗΜ. γκρίζα κρυσταλλική ουσία, που χρησιμοποιούνταν κυρ. παλαιότ. ως εκρηκτική ύλη. Πβ. κροτικός. [< γαλλ. fulminate de mercure] [< αρχ. βροντώδης] | |
| 9808 | βρούβα | βρού-βα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΟΤ. είδη εδώδιμων αυτοφυών αγριόχορτων (επιστ. ονομασ. Sinapis alba, Sinapis arvensis, Hirschfeldia incana): ~ες βραστές/σαλάτα. Πβ. λαψάνα, σινάπι. ● ΦΡ.: πάει για βρούβες (προφ.-χιουμορ.) 1. για οτιδήποτε άσκοπο ή άχρηστο. 2. για πρόσωπο που έφυγε ή πέθανε., στέλνω κάποιον για βρούβες (αργκό-ειρων.): τον αφήνω κατάπληκτο, τον αποστομώνω. [< μεσν. βρούβα] | |
| 9809 | βρουκέλα | βρου-κέ-λα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ.-ΚΤΗΝ. γένος βακτηρίων που προσβάλλουν τους αδένες διαφόρων ζώων (κυρ. αιγών, βοοειδών, χοίρων) και μέσω αυτών τον άνθρωπο. [< αγγλ. brucella, 1930, βρετανικό ανθρ. David Bruce] | |
| 9810 | βρουκέλωση | βρου-κέ-λω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ.-ΚΤΗΝ. μελιταίος πυρετός. ΣΥΝ. κυματοειδής πυρετός [< αγγλ. brucellosis, 1930] | |
| 9812 | Βρούτος | [Βροῦτος] Βρού-τος κύριο όν. (αρσ.): μόνο στη ● ΦΡ.: κι εσύ (τέκνον) Βρούτε; (ρητορική ερώτηση): για μη αναμενόμενη άσχημη συμπεριφορά από έμπιστο πρόσωπο: Καλά όλοι οι άλλοι, αλλά ~ ~; [< λατ. Brutus] | |
| 9813 | βροχερός | , ή, ό βρο-χε-ρός επίθ. 1. που έχει ή προμηνύει βροχή: ~ός: καιρός. ~ή: μέρα. 2. που χαρακτηρίζεται από συχνές βροχές: ~ός: χειμώνας. ~ό: κλίμα. Βλ. βρόχινος, νοτερός. ΑΝΤ. ξηρός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: δάσος βροχής βλ. βροχή [< μεσν. βροχερός] | |
| 9814 | βροχή | βρο-χή ουσ. (θηλ.) 1. ΜΕΤΕΩΡ. νερό που πέφτει από τα σύννεφα στη γη με μορφή σταγόνων: ασθενής/έντονη/ξαφνική/πρωινή/ραγδαία/σιγανή/ψιλή (= ψιλόβροχο) ~. Ήλιος και ~. Στάλες/σύννεφο/ψιχάλες ~ής. Αισθητήρας/κουκούλα/λάστιχα/ομπρέλα ~ής. Ματαίωση της εκδρομής λόγω της ~ής. Έξω/μες στη ~. Τροπικές/φθινοπωρινές ~ές. Οι πρώτες ~ές (= πρωτοβρόχια). Πέφτει (η) ~. Έρχεται (= πλησιάζει, προμηνύεται) ~. Μας έπιασε (δυνατή) ~. Η ~ δυνάμωσε/εξασθένισε/κόπασε/κράτησε πολύ/σταμάτησε. Ρίχνει καταρρακτώδη ~ (πβ. ρίχνει/πέφτει νερό με το τουλούμι). Το πάει για ~ (: μάλλον θα βρέξει). Βλ. θύελλα, καταιγίδα, κατακρημνίσματα, λασπο~, νεροποντή.|| Ο μέσος όρος/το ύψος της ~ής. Η περίοδος των ~ών. Είχαμε πολλές ~ές. (σε πρόγνωση καιρού:) Εκδήλωση/πιθανότητα σποραδικών ~ών. Νεφώσεις με ~ές. Θα σημειωθεί πρόσκαιρη ~/~ κατά διαστήματα. Πβ. βροχόπτωση, όμβρος. Βλ. ανεμοβρόχι, χιονόβροχο. 2. (μτφ.) συχνή εμφάνιση, αδιάκοπη διαδοχή, πλήθος αρνητικών συνήθ. στοιχείων: ~ ανατιμήσεων/ερωτήσεων/καταγγελιών/τηλεφωνημάτων (πβ. κύμα, χορός). ~ από προτάσεις. ~ τα γκολ! Πβ. βομβαρδισμός, καταιγίδα, καταιγισμός, καταιονισμός, κατακλυσμός, ομοβροντία, χαλάζι, χείμαρρος, χιονοστιβάδα.|| (ως επίρρ.) Οι σφαίρες έπεφταν ~ (: η μία μετά την άλλη). Κυλούν/τρέχουν τα δάκρυα ~ (πβ. ποτάμι). 3. (μτφ.) μαζική πτώση (από τον ουρανό): ~ διαττόντων. ~ από μετεωρίτες. ~ ζώων (: ως αποτέλεσμα της μεταφοράς τους σε μεγάλα ύψη από θύελλες ή τυφώνες). ● Υποκ.: βροχούλα (η) ● Μεγεθ.: βροχάρα (η) & βρόχα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: δάσος βροχής & (σπάν.) βροχερό δάσος: ΒΙΟΓΕΩΓΡ. τροπικό δάσος με αειθαλή πλατύφυλλα δέντρα σε περιοχές με υψηλή βροχόπτωση. Βλ. ζούγκλα. ΣΥΝ. βροχοδάσος [< αγγλ. rain forest, 1903] , τεχνητή βροχή 1. σύστημα άρδευσης από εκτοξευτήρες: πότισμα με ~ ~. Πβ. καταιονισμός. 2. πρόκληση βροχής με ψεκασμό των νεφών, συνήθ. με ξηρό πάγο και ιωδιούχο άργυρο σε περιπτώσεις έντονης ξηρασίας. [< αγγλ. artificial rain] , όξινη βροχή βλ. όξινος, ποτιστική βροχή βλ. ποτιστικός ● ΦΡ.: ο βρεγμένος (τη) βροχή δεν (τη) φοβάται βλ. βρέχω, χόρευε στη βροχή/στη λάσπη βλ. χορεύω [< μτγν. βροχή, γαλλ. pluie, αγγλ. rain] | |
| 9815 | βροχηδόν | βρο-χη-δόν επίρρ. (αρχαιοπρ.): αλλεπάλληλα και σε μεγάλη ποσότητα: Τα σχόλια έπεφταν ~ (: το ένα μετά το άλλο). Πβ. βροχή, ποτάμι, συνεχώς, σωρηδόν, χαλάζι. Βλ. -ηδόν. | |
| 9816 | βρόχι | βρό-χι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό): θηλιά, παγίδα: (κυρ. μτφ.-λογοτ.) Έπεσε/πιάστηκε στα ~ια του έρωτα. Πβ. δίχτυα, δόκανο, πλοκάμι. [< μεσν. βρόχιν] | |
| 9817 | βροχικά | βλ. βρογχικά | |
| 9818 | βρόχινος | , η, ο βρό-χι-νος επίθ.: που προέρχεται από, σχετίζεται με ή είναι κατάλληλος για τη βροχή: ~ο: νερό (ΣΥΝ. όμβριος). ~α: ελαστικά (σε αγωνιστικά αυτοκίνητα). Βλ. βροχερός. [< μεσν. βρόχινος] | |
| 9819 | βροχοδάσος | βρο-χο-δά-σος ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΓΕΩΓΡ. δάσος βροχής. Βλ. -δασος. | |
| 9820 | βροχομετρικός | , ή, ό βρο-χο-με-τρι-κός επίθ.: ΜΕΤΕΩΡ. που σχετίζεται με το βροχόμετρο: ~ός: χάρτης. ~ό: ύψος. [< γαλλ. pluviométrique] | |
| 9821 | βροχόμετρο | βρο-χό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΕΩΡ. όργανο μέτρησης της ποσότητας της βροχής που πέφτει σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο: ογκομετρικά ~α. Ανεμόμετρο και ~. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. pluviomètre] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ