Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [10700-10720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9822βροχοποιόςβρο-χο-ποι-ός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι μπορεί με διάφορα μέσα (τεχνητές μεθόδους, χρήση μαγείας) να προκαλέσει βροχή σε περίοδο ξηρασίας. Βλ. -ποιός. [< αγγλ. rainmaker]
9823βροχοπούλιβρο-χο-πού-λι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. μικρό αποδημητικό παρυδάτιο πουλί (επιστ. ονομασ. Pluvialis apricaria) με καφέ και μαύρο φτέρωμα. Βλ. -πούλι.
9824βροχόπτωσηβρο-χό-πτω-ση ουσ. (θηλ.) ΜΕΤΕΩΡ. 1. {συνήθ. στον πληθ.} (επίσ.) βροχή: ισχυρή ~. Αραιές/ασθενείς/σποραδικές/τοπικές ~ώσεις. Σημειώθηκε ~. Προβλήματα στο οδικό δίκτυο λόγω της συνεχούς ~ης. Έντονες ~ώσεις και καταιγίδες έπληξαν/σαρώνουν τη χώρα. Επιδείνωση του καιρού με ~ώσεις. Πλημμύρες λόγω ~ώσεων. Πβ. υδατόπτωση. Βλ. χιονόπτωση. 2. ποσότητα νερού από βροχή, χιόνι ή χαλάζι, που καταγράφει το βροχόμετρο. Βλ. -πτωση. [< γερμ. Regenfall, γαλλ. chute de pluie]
9825βρόχοςβρό-χος ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.-λόγ.) θηλιά, καθετί που λειτουργεί δεσμευτικά, πιεστικά: οικονομικός ~. ~ το χρέος των δισεκατομμυρίων ευρώ. Έλλειμμα-~. 2. ΠΛΗΡΟΦ. (στον προγραμματισμό) σειρά από εντολές τις οποίες επαναλαμβάνει ο επεξεργαστής είτε για προκαθορισμένες φορές είτε μέχρι να ικανοποιηθεί μία συγκεκριμένη συνθήκη: ~ ανάδρασης/επανάληψης. 3. ΤΕΧΝΟΛ. (σε ηλεκτρικό κύκλωμα) διαδρομή στην οποία ο αρχικός κόμβος ταυτίζεται με τον τελικό: ανοιχτός/κλειστός ~. ~ γείωσης (: όταν δύο ή περισσότερα ηλεκτρόδια συνδέονται με το έδαφος σε διαφορετικά σημεία). 4. ΤΗΛΕΠ. ζεύξη ανάμεσα στην τερματική συνδρομητική συσκευή και στο τοπικό τηλεφωνικό κέντρο μεταγωγής: τοπικός ~. 5. ΙΑΤΡ. χειρουργικό εργαλείο με τη μορφή συρμάτινης αγκύλης που χρησιμοποιείται για αφαίρεση μικρών όγκων (κυρ. για πολύποδες). 6. κάθε κενό στο πλέγμα διχτυού. 7. (παρωχ.) θηλιά, είτε σε κρεμάλα είτε για παγίδευση μικρών ζώων. Πβ. αγχόνη, βρόχι. ● ΣΥΜΠΛ.: ατέρμων/ατέρμονος βρόχος βλ. ατέρμονος [< αρχ. βρόχος 2,3,4: αγγλ. loop 5: αγγλ. snare]
9826βρύαβρύ-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΟΤ. γένος βρυοφύτων (επιστ. ονομασ. Mnium hornum) που εμφανίζονται σε υγρά και σκιερά μέρη: ~ και λειχήνες. ΣΥΝ. μούσκλια (1) [< αρχ. βρῦον]
9827βρυγμόςβρυγ-μός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. ασυναίσθητο παθολογικό σφίξιμο ή και τρίξιμο των δοντιών, συνήθ. κατά τη διάρκεια του ύπνου ή σε συνθήκες άγχους. ΣΥΝ. βρουξισμός [< αρχ. βρυγμός]
9828ΒρυξέλλεςΒρυ-ξέλ-λες ουσ. (θηλ.) (οι) (μετωνυμ.): τα κεντρικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Οι ~ αποφάσισαν ... ● ΣΥΜΠΛ.: λαχανάκια Βρυξελλών: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. εδώδιμα μικροσκοπικά λάχανα (επιστ. ονομασ. Brassica oleracea gemmifera) που χρησιμοποιούνται συνήθ. για γαρνίρισμα: κατεψυγμένα/σοταρισμένα ~ ~. [< γαλλ. choux de Bruxelles]
9829βρυόφυταβρυ-ό-φυ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. βρυόφυτο}: ΒΟΤ. κατηγορία κρυπτόγαμων φυτών μικρού μεγέθους που αφθονούν σε υγρά περιβάλλοντα. Πβ. βρύα. Βλ. πτεριδόφυτα. [< γερμ. Bryophyten, αγγλ. Bryophyta, γαλλ. bryophytes, 1924]
9830βρύσηβρύ-ση ουσ. (θηλ.) 1. μηχανισμός από μέταλλο ο οποίος τοποθετείται στο άκρο σωλήνα που μεταφέρει πόσιμο νερό και ρυθμίζει τη ροή του (άνοιγμα-κλείσιμο): ~ μπανιέρας/νεροχύτη/νιπτήρα. Μπαταρία ~ης. Ανοίγω/κλείνω τη ~. Η ~ στάζει/τρέχει. Θέλετε νερό της ~ης ή εμφιαλωμένο; Βλ. κάνουλα. 2. κατασκευή από την οποία αναβλύζει τρεχούμενο και συνήθ. πόσιμο νερό: ~ στην πλατεία του χωριού. Δημόσιες/κοινόχρηστες ~ες. Πηγές, ~ες και ρυάκια. Πβ. κρήνη, κρουνός. 3. (μτφ.-λογοτ.) σε μεγάλη ποσότητα, άφθονα: Τα μάτια της έτρεχαν (σαν) ~ες. ΣΥΝ. ποτάμι (2) ● Υποκ.: βρυσάκι (το), βρυσούλα (η) ● ΦΡ.: έφτασε/πήγε στη βρύση/στην πηγή, αλλά δεν ήπιε νερό: για κάποιον που πλησιάζει στην επίτευξη ενός στόχου, αλλά τελικά δεν καταφέρνει να τον υλοποιήσει., έχετε γεια βρυσούλες (προφ.-λαϊκό): για κάποιον που φεύγει ή για ευκαιρία που έχει χαθεί. [< μεσν. βρύση < μτγν. βρύσις]
9831βρυσομάναβρυ-σο-μά-να ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): νερομάνα.
9832βρυχηθμόςβρυ-χηθ-μός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. μουγκρητό άγριου ζώου: ~ λιονταριού. Πβ. μούγκρισμα, μυκηθμός. 2. (μτφ.) κάθε παρόμοιος δυνατός θόρυβος: ο ~ /των κυμάτων/της μηχανής/των πυροβόλων. [< αρχ. βρυχηθμός]
9811βρύχω

βρου-ξι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. βρυγμός. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. bruxism, 1932, γαλλ. bruxisme, 1971 < αρχ. βρύκω & βρύχω ‘τρίζω τα δόντια’]

9833βρυχώμαι[βρυχῶμαι] βρυ-χώ-μαι ρ. (αμτβ.) {βρυχ-άται ... | βρυχ-ήθηκε, συνηθέστ. στο γ' πρόσ.} & (σπάν.) βρυχιέμαι 1. (για άγρια ζώα) μουγκρίζω: Η αρκούδα/το λιοντάρι ~άται. 2. (μτφ.) παράγω δυνατό θόρυβο σαν μουγκρητό: Κινητήρες/μηχανές αυτοκινήτων που ~ώνται. ● ΦΡ.: ποντίκι που βρυχάται βλ. ποντίκι [< αρχ. βρυχῶμαι]
9834βρωβλ. βρίσκω
9835βρώμαβλ. βρόμα
9770βρωμάω

, ή, ό βρο-με-ρός επίθ. & βρωμερός 1. (μτφ.) αισχρός, αχρείος, πρόστυχος: ~ και τρισάθλιος. ~ά και ύπουλα σχέδια. (υβριστ.) ~ό: σκουλήκι/υποκείμενο! Πβ. ανήθικος. 2. γεμάτος βρόμα, δυσωδία. Πβ. ακάθαρτος, βρόμικος, ρυπαρός. Βλ. -ερός. ΑΝΤ. καθαρός (1) ● επίρρ.: βρομερά [< μεσν. βρομερός]

9836βρώμηβλ. βρόμη
9837βρωμιάρηςβλ. βρομιάρης
9838βρωμο- & βρωμό- & βρωμ-βλ. βρομο-
9839βρωμώβλ. βρομώ

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.