Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [10720-10740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9840βρώσηβρώ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κατανάλωση τροφής: τρόφιμα (α)κατάλληλα προς ~. Ελιές που προορίζονται για ~ (= φάγωμα).|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ και πόση του σώματος και του αίματος του Χριστού. [< μεσν. βρώση < αρχ. βρῶσις]
9841βρώσιμος, η, ο βρώ-σι-μος επίθ. (λόγ.): φαγώσιμος: ~α: μανιτάρια/χόρτα. ~ες: ελιές. ΣΥΝ. εδώδιμος [< αρχ. βρώσιμος]
9842βύβλοςβύ-βλος ουσ. (θηλ.): ΠΑΛΑΙΟΓΡ. πάπυρος. [< αρχ. βύβλος]
9843βύζαγμαβύ-ζαγ-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. θηλασμός· κατ' επέκτ. πιπίλισμα: ~ του μωρού.|| ~ του δαχτύλου. 2. (σπάν.-μτφ.) απομύζηση.
9844βυζαίνωβυ-ζαί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {βύζα-ξε, βυζαίν-οντας} (λαϊκό-προφ.) 1. (για βρέφος, νεογέννητο θηλαστικό ή μητέρα) θηλάζω. 2. (για μωρό ή μικρό παιδί) πιπιλίζω: ~ει το δάχτυλο/την πιπίλα. 3. (σπάν.-μτφ.) ξεζουμίζω, αρμέγω. [< μεσν. βυζάνω]
9845βυζανιάρικοβυ-ζα-νιά-ρι-κο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μωρό σε ηλικία θηλασμού και συνήθ. κατ' επέκτ. μικρό και ανώριμο νεαρό άτομο: Φορτώθηκε το ~ στην αγκαλιά. (ως επίθ.) ~ βρέφος.|| (μειωτ.) Δεν κάνω παρέα με ~α. Πβ. παιδαρέλι. Βλ. μυξιάρικο. [< μεσν. βυζανιάρικο]
9846βυζαντινισμόςβυ-ζα-ντι-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. {κυρ. στον πληθ.} συνωμοσία, δολοπλοκία, πλεκτάνη: εσωκομματικοί ~οί. Ίντριγκες/μηχανορραφίες και ~οί. 2. (σπάν.) σχολαστική ενασχόληση με επουσιώδη και ξεπερασμένα θέματα: τυπολατρία και ~. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. βυζαντινολογία (2) [< γαλλ. byzantinisme, γερμ. Byzantinismus]
9847βυζαντινολογίαβυ-ζα-ντι-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Β) 1. ΦΙΛΟΛ. επιστημονικός κλάδος που μελετά την ιστορία, τα γράμματα και την πολιτιστική παράδοση του Βυζαντίου. Βλ. -λογία. 2. {κυρ. στον πληθ.} βυζαντινισμός: ατέρμονες ~ες. [< γερμ. Byzantinologie, γαλλ. byzantinologie, περ. 1950]
9848βυζαντινολογικός, ή, ό βυ-ζα-ντι-νο-λο-γι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με τη βυζαντινολογία.
9849βυζαντινολόγοςβυ-ζα-ντι-νο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΦΙΛΟΛ. επιστήμονας που έχει ειδικευτεί στη βυζαντινολογία. Βλ. -λόγος. [< γερμ. Byzantinist, γαλλ. byzantiniste, αρχές 20ού αι., byzantinologue]
9850βυζαντινός, ή, ό βυ-ζα-ντι-νός επίθ.: που σχετίζεται με το Βυζάντιο ή/και τους Βυζαντινούς: Κέντρον Ερεύνης της ~ής και Μεταβυζαντινής Τέχνης (της Ακαδημίας Αθηνών). Βλ. μεσο~, μετα~, πρωτο~. ● Ουσ.: Βυζαντινοί (οι): ΙΣΤ. οι υπήκοοι της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. ● ΣΥΜΠΛ.: Βυζαντινή Αυτοκρατορία: ΙΣΤ. το ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (από το 330 ως το 1453). ● ΦΡ.: με βυζαντινή μεγαλοπρέπεια (μτφ.): για τελετές οι οποίες χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη λαμπρότητα., σαν βυζαντινή αγιογραφία βλ. αγιογραφία [< γαλλ. byzantin]
9851βυζαντινότροπος, η, ο βυ-ζα-ντι-νό-τρο-πος επίθ. (επιστ.): που δημιουργείται σύμφωνα με τα βυζαντινά πρότυπα: ~η: γραφή/ζωγραφική/μουσική. ~ο: έργο.
9852βυζαρούβυ-ζα-ρού επίθ./ουσ. (η) {βυζαρούδες} & βυζού (λαϊκό): γυναίκα με μεγάλο στήθος.
9853βυζίβυ-ζί ουσ. (ουδ.) {βυζ-ιού | -ιών, συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.): μαστός, ειδικότ. της γυναίκας: θηλή/ρώγα του ~ιού. Έχει μωρό στο ~ (: στο στήθος, δηλ. θηλάζει).|| Τα ~ιά της αγελάδας (πβ. μαστάρια). ● Υποκ.: βυζάκι (το) ● Μεγεθ.: βυζάρα (η) ● ΦΡ.: αν δεν κλάψει το παιδί, δεν το ταΐζει η μάνα/δεν του δίνουνε βυζί βλ. κλαίω, από την κοιλιά/από το βυζί της μάνας του βλ. μάνα [< μεσν. βυζί(ον)]
9854βυθίζωβυ-θί-ζω ρ. (μτβ.) {βύθι-σε, -στηκε, βυθιζ-όμενος, βυθι-σμένος, βυθίζ-οντας} 1. κάνω κάτι να φτάσει στον πυθμένα ή κάτω από την επιφάνεια υδάτινου (ή άλλου ρευστού) όγκου: ~σαν το εχθρικό καταδρομικό/υποβρύχιο (βλ. τορπιλίζω). Το πλοίο ~στηκε λόγω σφοδρής θαλασσοταραχής (= καταποντίστηκε, ναυάγησε). ~σμένα: καράβια. Πβ. κατα~, ποντίζω.|| ~ίστε τα δάχτυλά σας σε μία μικρή λεκάνη με ζεστό νερό (= βουτήξτε, βάλτε)! Αντικείμενα που επιπλέουν, χωρίς να ~ονται. ~όμενη: γέφυρα. Μέταλλο ~σμένο σε οξύ (= βουτηγμένο).|| (λογοτ.) Ο ήλιος είχε ~στεί στο πέλαγος (= είχε δύσει). Πβ. βουλιάζω. 2. χώνω, μπήγω: ~σε τα δόντια/τα νύχια/το μαχαίρι στον ώμο του. ~σε το χέρι της στην τσάντα. Πάσσαλοι ~σμένοι στο χώμα.|| ~στηκε στον καναπέ (= βούλιαξε, κάθισε αναπαυτικά). 3. (μτφ.) οδηγώ κάποιον ή κάτι σε αρνητική συνήθ. κατάσταση: Μέτρα που ~ουν τον λαό στην ανέχεια/στην εξαθλίωση. Αντιπαράθεση που έχει ~σει τη χώρα στην κρίση/στο τέλμα. Κράτος που ~εται πολιτικά και οικονομικά (= καταποντίζεται). ~εται η ανταγωνιστικότητα (= υποχωρεί αισθητά). Η πόλη ~στηκε στο σκοτάδι. ~σμένη σε απόγνωση/θλίψη/βαθιά μελαγχολία/σκέψεις (πβ. απορροφημένος). ~σμένοι στο πένθος. [< αρχ. βυθίζω, γαλλ. plonger]
9855βυθιότηταβυ-θι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) ΙΑΤΡ. 1. κωματώδης κατάσταση ασθενούς που χαρακτηρίζεται από μείωση των κινητικών και νοητικών του λειτουργιών: Βρίσκεται/έπεσε σε ~. Πβ. κώμα, λήθαργος. 2. μειωμένη ένταση των καρδιακών τόνων. Βλ. -ότητα.
9856βύθισηβύ-θι-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βυθίζω: ~ σωμάτων στο νερό (= βούτηγμα, βύθισμα). Πβ. κατα~, κατάδυση, πόντιση. 2. μετακίνηση προς τα κάτω, κάλυψη επιφάνειας από υγρό στοιχείο, κυρ. νερό: ~ δρόμου/οδοστρώματος/πλοίου (= βούλιαγμα, ναυάγιο).|| (ΓΕΩΛ.) ~ της αφρικανικής λιθοσφαιρικής πλάκας κάτω από την ευρασιατική. Πβ. καθίζηση, καταποντισμός. 3. ΤΕΧΝΟΛ. μεταφορά του βάρους του αυτοκινήτου προς τα εμπρός ή προς τα πίσω κατά την απότομη επιβράδυνση ή επιτάχυνση: ταχύτητα ~ης. Βλ. αντι~. 4. (μτφ.) πτώση, κατάρρευση: κοινωνική/οικονομική ~. ~ του Χρηματιστηρίου. Πβ. βουτιά, φουντάρισμα.βυθίσεις (οι): ΓΥΜΝ. ασκήσεις εκγύμνασης των τρικέφαλων: ~ και έλξεις. ● ΣΥΜΠΛ.: βύθιση τάσης: ΗΛΕΚΤΡ. μικρής διάρκειας μείωση της τάσης ηλεκτρικού ρεύματος: ~ ~ λόγω σφαλμάτων στο δίκτυο της ΔΕΗ. ΑΝΤ. υπέρταση (2) [< μεσν. βύθισις]
9857βύθισμαβύ-θι-σμα ουσ. (ουδ.) {βυθίσμ-ατα} 1. & βυθισμός βύθιση σε υγρό: ~ στο νερό.|| (μτφ.) ~βύθισμα του ήλιου στη θάλασσα. Πβ. καταβύθιση. 2. ΝΑΥΤ. το τμήμα σκάφους που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας: μέγιστο/πρυμναίο/πρωραίο ~. Ιστιοφόρο με μικρό ~. Βλ. εκτόπισμα, ίσαλος (γραμμή). 3. ΓΕΩΛ. μέρος του φλοιού της Γης που βρίσκεται χαμηλότερα από τις περιοχές που το περιβάλλουν: τεκτονικό ~. Ιζηματογένεση στα ~ατα. Βλ. τάφρος. 4. ΤΕΧΝΟΛ. βύθιση αυτοκινήτου: ~ βαλβίδων. [< 1: μτγν. βυθισμός 2: γαλλ. tirant (d'eau) 3: αγγλ. depression]
9858βυθοκορήματαβυ-θο-κο-ρή-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα): ΤΕΧΝΟΛ. προϊόντα θαλάσσιων εκσκαφών (άμμος, λάσπη). Βλ. βυθοκόρος.
9859βυθοκόρησηβυ-θο-κό-ρη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. απομάκρυνση λάσπης ή άμμου από τον πυθμένα ποταμών, θαλασσών, με τη χρήση βυθοκόρου: ~ παραλίας. ~ήσεις σε λιμάνια. [< γαλλ. dragage]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.