Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [10740-10760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9860βυθοκόροςβυ-θο-κό-ρος ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. πλωτή μηχανική κατασκευή που προορίζεται για την εκσκαφή του εδάφους στον βυθό θαλασσών, ποταμών, λιμνών: αναρροφητική ~. Πβ. φαγάνα. ΣΥΝ. δράγα (2) [< γαλλ. dragueur]
9861βυθομέτρησηβυ-θο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. & βυθομετρία: ΩΚΕΑΝ. υπολογισμός του βάθους θαλασσών, ποταμών, λιμνών με χρήση ειδικών οργάνων: βολίδα/νήμα ~ης. Γεωτρήσεις και ~ήσεις. Πβ. βυθοσκόπηση. Βλ. -μέτρηση. 2. (μτφ.) λεπτομερής ανάλυση, διερεύνηση: ~ της ανθρώπινης ψυχής. [< γαλλ. sondage]
9862βυθομετρικός, ή, ό βυ-θο-με-τρι-κός επίθ.: ΩΚΕΑΝ. που σχετίζεται με τη βυθομέτρηση: ~ός: χάρτης. ~ή: βολίδα (πβ. σκαντάγιο). ~ό: στίγμα. ΣΥΝ. βαθυμετρικός
9863βυθόμετροβυ-θό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ειδικό όργανο που χρησιμοποιείται στη βυθομέτρηση: μανόμετρο και ~. Πβ. βολίδα, σκαντάγιο. Βλ. -μετρο. ΣΥΝ. βαθύμετρο, σόντα [< γαλλ. bathomètre]
9864βυθομετρώ[βυθομετρῶ] βυ-θο-με-τρώ ρ. 1. ΩΚΕΑΝ. κάνω βυθομέτρηση. Βλ. -μετρώ. ΣΥΝ. βολιδοσκοπώ (2) 2. (σπάν.-μτφ.) αναλύω, διερευνώ κάτι σε βάθος. [< γαλλ. sonder]
9865βυθόςβυ-θός ουσ. (αρσ.) 1. πυθμένας θαλασσών, ωκεανών, λιμνών ή ποταμών: αμμώδης/ανώμαλος/λείος ~. ~ του κόλπου/λιμανιού/όρμου. Χάρτες ~ού. Βραχώδεις ~οί. Εκτάσεις θαλάσσιου ~ού με βλάστηση (βλ. ποσειδωνία). Κατάδυση στον ~ό. 2. τα κατώτερα θαλάσσια στρώματα: ψάρια του ~ού (ΑΝΤ. αφρόψαρα). Αλιευτικά εργαλεία ~ού (π.χ. παραγάδια, συρτή, τράτες). Οικοσυστήματα του ~ού. 3. (μτφ.) το εσώτερο ή έσχατο σημείο: ~ του μυαλού/της ψυχής (= τα βάθη). Στον ~ό της οδύνης. Πβ. πάτος. ● ΣΥΜΠΛ.: βυθός του ματιού/του οφθαλμού: ΑΝΑΤ. το πίσω μέρος του οφθαλμικού βολβού. Βλ. αμφιβληστροειδής (χιτώνας). [< αγγλ. fundus of the eye] , βόμβα βυθού βλ. βόμβα, μέθη των δυτών/του βυθού βλ. μέθη [< αρχ. βυθός]
9866βυθοσκόπησηβυ-θο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. εξέταση του βυθού του ματιού. Πβ. οφθαλμοσκόπηση. 2. ΩΚΕΑΝ. (σπάν.) διερεύνηση του θαλάσσιου κυρ. βυθού με τη χρήση ειδικού οργάνου. Πβ. βυθομέτρηση. Βλ. -σκόπηση.
9867βύνηβύ-νη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. προϊόν που παράγεται με ειδική επεξεργασία από καβουρδισμένους σπόρους, συνήθ. κριθαριού, και αποτελεί την πρώτη ύλη κυρ. της μπίρας: ~ σιταριού. Εκχυλίσματα ~ης. Το άλεσμα της ~ης. Ουίσκι από ~. Βλ. λυκίσκος. [< μτγν. βύνη, βύνι, το]
9868βυρσοδεψείο[βυρσοδεψεῖο] βυρ-σο-δε-ψεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): εργαστήριο ή οργανωμένη μονάδα κατεργασίας δερμάτων. Πβ. ταμπάκικο. [< μτγν. βυρσοδεψεῖον]
9869βυρσοδέψηςβυρ-σο-δέ-ψης ουσ. (αρσ.) (επίσ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με τη βυρσοδεψία. Πβ. ταμπάκης. [< αρχ. βυρσοδέψης]
9870βυρσοδεψίαβυρ-σο-δε-ψί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) βυρσοδεψική (επίσ.): επεξεργασία δερμάτων και η αντίστοιχη βιομηχανία. ΣΥΝ. δέψη
9871βύσμαβύ-σμα ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.-αρνητ. συνυποδ.) γνωριμία με υψηλά ιστάμενο πρόσωπο, το οποίο μπορεί να μεσολαβήσει, για να βρει κάποιος δουλειά ή να τύχει ευνοϊκής μεταχείρισης: Έχει γερό/καλό/μεγάλο ~ (= άκρες, δόντι, πλάτες). Έβαλε ~ για να ... Διορίστηκε με ~. Πβ. κονέ, μέσο. 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. μικρό μακρόστενο μεταλλικό εξάρτημα στην άκρη καλωδίου, το οποίο εισάγεται στην υποδοχή ηλεκτρικής συσκευής ή εγκατάστασης, με σκοπό τη δημιουργία ηλεκτρικής επαφής: αρσενικό/θηλυκό ~. ~ εισόδου/εξόδου. ~ ακουστικών/κεραίας/μικροφώνου/USB. (σε πολύμπριζο:) Υποδοχές ~ατος. Καλώδιο με βιδωτό/τηλεφωνικό ~. Βλ. φις. 3. οτιδήποτε χρησιμοποιείται για να φράξει τρύπες· ειδικότ. ούπα: μεταλλικά/πλαστικά ~ατα. Πβ. βούλωμα, παρέμβυσμα, πώμα, τάπα. 4. ΙΑΤΡ. τεμάχιο από αιμοστατικό υλικό (βαμβάκι, γάζα), που τοποθετείται σε διάφορες κοιλότητες (μύτη, κόλπος), για να σταματήσει η αιμορραγία ή για θεραπευτικούς σκοπούς. Πβ. ταμπόν. Βλ. ωτοβύσματα. ΣΥΝ. πώμα (2) 5. ΙΑΤΡ. μάζα από σκόνη και κυψελίδα που σχηματίζεται στον έξω ακουστικό πόρο του αυτιού. Πβ. κερί. [< αρχ. βύσμα ‘πώμα’]
9872βυσματικός, ή, ό βυ-σμα-τι-κός επίθ. 1. (προφ.-αρνητ. συνυποδ.) που σχετίζεται με το βύσμα, το μέσο: ~ή: άδεια/θέση/μετάθεση. 2. ΗΛΕΚΤΡ. (σπάν.) που αναφέρεται σε βύσμα καλωδίου: ~ σύνδεσμος. ● επίρρ.: βυσματικά
9873βυσματούχος[βυσματοῦχος] βυ-σμα-τού-χος ουσ. (αρσ.) & βυσματίας (αργκό): πρόσωπο που έχει βύσμα, διαθέτει μέσο: βολεμένοι ~οι. Βλ. -ούχος1.
9874βυσσινάδαβυσ-σι-νά-δα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αναψυκτικό από χυμό βύσσινου. Βλ. -άδα.
9875βυσσινής, -ιά, -ί βυσ-σι-νής επίθ. (προφ.): που έχει το σκούρο κόκκινο χρώμα του βύσσινου. Πβ. μπορντό. ● Ουσ.: βυσσινί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα.
9876βυσσινιάβυσ-σι-νιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. οπωροφόρο δέντρο (επιστ. ονομασ. Prunus cerasus) με εδώδιμους καρπούς, που συγγενεύει με την κερασιά. Βλ. πυρηνόκαρπα.
9877βύσσινοβύσ-σι-νο ουσ. (ουδ.): ο βαθυκόκκινος και γλυκόξινος καρπός της βυσσινιάς: γλυκό/λικέρ/μαρμελάδα/σιρόπι ~. Βλ. κεράσι. ● ΦΡ.: να μου λείπει (το βύσσινο) βλ. λείπω [< μτγν. επιθ. βύσσινος]
9878βυσσοδομώ[βυσσοδομῶ] βυσ-σο-δο-μώ ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): κάνω δόλια, ύπουλα σχέδια εναντίον κάποιου, μηχανορραφώ: ~ούν κατά/σε βάρος της χώρας. ~εί, υπονομεύει, ραδιουργεί. ΣΥΝ. δολοπλοκώ, σκευωρώ [< μεσν. βυσσοδομώ]
9879βυτίοβυ-τί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. δοχείο μεγάλης χωρητικότητας, κατάλληλο για τη φύλαξη ή/και μεταφορά κυρ. υγρών: ~ νερού. Βλ. βαρέλι, μπιτόνι, ντεπόζιτο. 2. βυτιοφόρο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.