Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [10760-10780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9880βυτιοφόροβυ-τι-ο-φό-ρο ουσ. (ουδ.): όχημα με βυτίο που μεταφέρει κυρ. υγρά: ~ καυσίμων/νερού/πετρελαίου.|| (ως επίθ.) ~ο πλοίο (πβ. τάνκερ). ~α αυτοκίνητα/οχήματα.
9881βωβός, ή, ό βλ. βουβός
9882βώλοςβλ. βόλος
9883βωμολοχίαβω-μο-λο-χί-α ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λόγ.): βρισιά. Πβ. αθυροστομία. [< αρχ. βωμολοχία]
9884βωμολοχικός, ή, ό βω-μο-λο-χι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τη βωμολοχία: ~ά: τραγούδια. [< μτγν. βωμολοχικός]
9885βωμολόχος, ος βω-μο-λό-χος επίθ./ουσ. (λόγ.): άτομο που εκφράζεται με βωμολοχίες. Πβ. αθυρό-, βρομό-, ελευθερό-στομος. ΣΥΝ. χυδαιολόγος [< αρχ. βωμολόχος ‘επαίτης κοντά σε βωμούς, χυδαίος’]
9886βωμολοχώ[βωμολοχῶ] βω-μο-λο-χώ ρ. (αμτβ.) {-είς ...} (λόγ.): βρίζω: ~ούν και ασχημονούν. ΣΥΝ. χυδαιολογώ [< μτγν. βωμολοχῶ]
9887βωμόςβω-μός ουσ. (αρσ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. φυσικό ύψωμα ή κτιστή κατασκευή, ενίοτε μνημειακών διαστάσεων, που προοριζόταν για λατρευτικές θυσίες: αρχαίος/επιτύμβιος/κυκλικός/μαρμάρινος/ορθογώνιος/τετράγωνος ~. ~ του Διονύσου (= θυμέλη). ~ (αφιερωμένος) στον Άγνωστο Θεό. ΣΥΝ. θυσιαστήριο (1) 2. ΕΚΚΛΗΣ. (σπάν.) η Αγία Τράπεζα. 3. ΑΣΤΡΟΝ. (με κεφαλ. Β) αστερισμός του νοτίου ημισφαιρίου. Βλ. Κένταυρος. ● ΦΡ.: στο(ν) βωμό (μτφ.): για την επίτευξη ορισμένου σκοπού: ~ ~ της αγάπης/της ελευθερίας. Θυσιάζονται τα πάντα ~ ~ των συμφερόντων/του χρήματος., υπέρ βωμών και εστιών (λόγ.): για την υπεράσπιση των ύψιστων ιδανικών, κυρ. της πατρίδας: Αγωνίστηκαν/έπεσαν/θυσίασαν τη ζωή τους/πολέμησαν ~ ~. Βλ. τα ιερά και τα όσια. Πβ. (πήγε) υπέρ πίστεως (και πατρίδος). [< αρχ. βωμός]
58768βωξίτηςβω-ξί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. πέτρωμα που αποτελεί μείγμα οξειδίων του αργιλίου, του σιδήρου και του πυριτίου και είναι η κύρια πηγή για την παραγωγή αλουμινίου: κοιτάσματα ~η. Βλ. -ίτης2. [< γαλλ. bauxite]
9888γ1. (πρόφ. γάμα) το τρίτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τους συμφωνικούς φθόγγους [γ] (γάτα) και [j] (αγέρι): ~ κεφαλαίο (Γ). ~ μικρό (γ). Πβ. γάμα. Βλ. δίψηφο, σύμφωνο. 2. (πρόφ. γάμα) τρίτος σε μια σειρά χρονική, ιεραρχική ή αξιολογική: (συνήθ. με τόνο γ΄/Γ΄) εδάφιο/ενότητα ~. Αλέξανδρος (ο) ~. Συγγενής ~ βαθμού. ~ Δημοτικού/Γυμνασίου/Λυκείου. (ΑΘΛ.) ~ Εθνική (κατηγορία). (ΓΡΑΜΜ.) ~ ενικό/πληθυντικό (πρόσωπο).|| (αρνητ. συνυποδ.) Ξενοδοχείο ~ κατηγορίας. Ενδύματα ~ ποιότητας. Προϊόντα ~ διαλογής. Πβ. μπας-κλας. 3. (σε αρίθμηση, με τόνο κάτω αριστερά: ,Γ ή ,γ:) τρεις χιλιάδες. 4. (Γ', πρόφ. γάμα) ο βαθμός επίδοσης που αντιστοιχεί στο "Καλά" στις Γ' και Δ' τάξεις του Δημοτικού Σχολείου. [< αρχ. Γ, μεσν. γ]
10153Γ.Ε.ΕΘ.Α.(το): Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας.
10292Γ.Ε.ΠΟ.: Γραφείο Ενημέρωσης Πολιτών.
9889γαουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. ο τρίτος φθόγγος της βυζαντινής μουσικής κλίμακας, αντίστοιχος με το φα της ευρωπαϊκής. Βλ. πα2.
9890γαβεπιφών.: το γάβγισμα του σκύλου: Κάνει ~ (= γαβγίζει). Βλ. νιάου.|| (ως ουσ.) Ακούστηκε ένα ~. [< λ. ηχομιμητ.]
9891γαβάθαγα-βά-θα ουσ. (θηλ.): μεγάλο βαθύ σκεύος σαν λεκάνη, συνήθ. ξύλινο ή πήλινο, σε χρήση κυρ. παλαιότ. για την προετοιμασία ή το σερβίρισμα του φαγητού· συνεκδ. μεγάλη ποσότητα φαγητού: Έφαγε μια ~ παγωτό. Πβ. τσανάκα. Βλ. μπολ, πιατέλα. [< μεσν. γαβάθα]
9892γάββροςγάβ-βρος ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. εκρηξιγενές, κοκκώδες, σκουροπράσινο πέτρωμα με λευκούς κρυστάλλους. Βλ. άστριοι, βασάλτης, γρανίτης, οφιόλιθος. [< ιταλ. gabbro]
9893γαβγίζειγα-βγί-ζει ρ. (αμτβ.) {γάβγι-σε, γαβγίζ-οντας}: (για σκύλο) βγάζει τη χαρακτηριστική του φωνή (γαβ): ~ στις γάτες/στους ξένους. Πβ. αλυχτά. Βλ. γρυλ-, νιαουρ-ίζει. ΣΥΝ. υλακτεί ● γαβγίζω (μτφ.-μειωτ.): μιλώ άγρια και επιθετικά: Σταμάτα επιτέλους να ~εις (= φωνάζεις) κι άκουσέ με! Πβ. γκαρίζω, ουρλιάζω. ● ΦΡ.: σκυλί/σκύλος που γαβγίζει, δεν δαγκώνει & σκυλί/σκύλο που γαβγίζει, μην το(ν) φοβάσαι (παροιμ.): για κάποιον που εκδηλώνει την οργή του με φωνές και απειλές, αλλά δεν προβαίνει σε βίαιες ενέργειες. Βλ. σιγανό ποτάμι. [< μεσν. γαβγίζω]
9894γάβγισμαγά-βγι-σμα ουσ. (ουδ.) {γαβγίσμ-ατος | -ατα} 1. η χαρακτηριστική φωνή του σκύλου: ενοχλητικό ~ (μες στη νύχτα). Χαρούμενα ~ατα. Πβ. αλύχτισμα. Βλ. γρύλ-, νιαούρ-ισμα. ΣΥΝ. υλακή 2. (μτφ.) άγρια, απειλητική φωνή: ~ατα του αφεντικού. Πβ. αγριοφωνάρα, γκάρισμα.
9895γαγγλιακός, ή, ό γαγ-γλι-α-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα γάγγλια: ~ή: κύστη. ~ά: κύτταρα. Βλ. μετα~, προ~. [< γαλλ. ganglionnaire, αγγλ. gangliac]
9896γάγγλιογάγ-γλι-ο ουσ. (ουδ.) {γαγγλ-ίου | -ίων} 1. ΙΑΤΡ. κυστική δομή με βλεννώδες περιεχόμενο, η οποία εμφανίζεται στον καρπό του χεριού ή σπανιότ. στην άνω επιφάνεια του άκρου ποδιού. 2. ΑΝΑΤ. {συνήθ. στον πληθ.} μικρή μάζα νευρικών κυττάρων που αναπτύσσεται κυρ. έξω από το κεντρικό νευρικό σύστημα: αυχενικό/μηνοειδές/οφθαλμικό ~. Αισθητικά/λεμφικά (= λεμφογάγγλια)/νωτιαία/συμπαθητικά ~α.|| Βασικά ~α (του εγκεφάλου). Πβ. πυρήνας. [< μτγν. γαγγλίον, γαλλ.-αγγλ. ganglion, γερμ. Ganglion]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.