| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 71 | αβδέλλα | βλ. βδέλλα | |
| 72 | αβδηρίτης | [ἀβδηρίτης] α-βδη-ρί-της επίθ./ουσ. 1. ΙΣΤ. πρόσωπο που είχε γεννηθεί ή κατοικούσε στα Άβδηρα της Θράκης: Δημόκριτος/Πρωταγόρας ο Α~. Βλ. -ίτης1. 2. (σπάν.-μετωνυμ.) ανόητος, ματαιόδοξος, αφελής. [< αρχ. Ἀβδηρίτης, αγγλ. Abderite] | |
| 73 | αβδηριτισμός | [ἀβδηριτισμός] α-βδη-ρι-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ανόητη, ματαιόδοξη, αφελής ενέργεια ή συμπεριφορά: πολιτικός ~. Βλ. αβελτηρία, μικρόνοια, -ισμός. | |
| 74 | αβέβαιος | , η, ο [ἀβέβαιος] α-βέ-βαι-ος επίθ. {κ. (λόγ.) θηλ. αβεβαία} ΑΝΤ. βέβαιος 1. που χαρακτηρίζεται από έλλειψη βεβαιότητας, σιγουριάς, ασφάλειας: (για πρόσ.) ~η: γενιά. ~οι: εργαζόμενοι. Αισθάνεται/είναι/νιώθει ~. ~ για την επιλογή του. Κοντοστάθηκε φοβισμένος και ~ (: διστακτικός, αναποφάσιστος).|| ~η: θέση/σχέση. ~ο: κλίμα/παρόν. ~ες: πληροφορίες (πβ. ανεπιβεβαίωτες). Ο επικίνδυνος και ~ κόσμος μας. ~η και ασαφής γνώση. ΑΝΤ. αναμφίβολος, σίγουρος (2) 2. που δεν μπορεί να προσδιοριστεί, να προβλεφθεί με βεβαιότητα: ~ος: αγώνας/παράγοντας (πβ. απρόβλεπτος, αστάθμητος)/προορισμός/ρόλος. ~η: αναμέτρηση/επιτυχία/κατάσταση (πβ. ασταθής, επισφαλής, ρευστή)/νίκη. ~ο: αποτέλεσμα/γεγονός/τέλος. ~α: εισοδήματα (ΑΝΤ. σταθερά)/οφέλη/σχέδια. ~ ο αριθμός των τραυματιών. Λέξεις ~ης ετυμολογίας. Εξακολουθεί να είναι ~η η συμμετοχή του στον αγώνα (πβ. αμφίβολη). ~ο προδιαγράφεται το μέλλον (= ακαθόριστο, απροσδιόριστο). Ζητήματα ανοιχτά και ~α. ΑΝΤ. σίγουρος (2) ● Ουσ.: αβέβαιο (το) (λόγ.): το να μην μπορεί να προσδιοριστεί, να προβλεφθεί κάτι με βεβαιότητα: το ~ των εξελίξεων. Φοβάται το άγνωστο και το ~. ● επίρρ.: αβέβαια ● ΦΡ.: είναι/παραμένει αβέβαιο: δεν είναι σίγουρο, είναι αμφίβολο: ~ ~ αν θα επιστρέψει/ποιος είναι ο δράστης. Το τι θα προκύψει ~ ~. [< αρχ. ἀβέβαιος, γαλλ. incertain] | |
| 75 | αβεβαιότητα | [ἀβεβαιότητα] α-βε-βαι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): έλλειψη σιγουριάς· γενικότ. κάθε κατάσταση αστάθειας και αμφιβολίας: επαγγελματική/νομική/πολιτική ~. ~ εργασίας. ~ για το μέλλον/την πορεία της οικονομίας. ~ και αγωνία/ανασφάλεια/ανησυχία. Αίσθημα/περίοδος/συνθήκες ~ας. (Κάτι) γεννά/δημιουργεί/προκαλεί ~. Επικρατεί/κυριαρχεί/υπάρχει ~. Λόγω της ανεργίας ζει με την/μέσα στην ~. Το ενδεχόμενο ενός πολέμου αυξάνει/επιτείνει την ~. ΑΝΤ. βεβαιότητα, σιγουριά.|| (ΟΙΚΟΝ.) Χρηματιστηριακή ~. Μακροοικονομικές ~ες. Διαχείριση/επίπεδα/συντελεστές ~ας. ~ επιχείρησης. ~ στην αγορά (πβ. ρευστότητα). Ρίσκο και ~. Η πρόβλεψη για το ΑΕΠ υπόκειται σε ~ες. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: αβεβαιότητα (της) μέτρησης: ΜΑΘ. η αδυναμία ακριβούς καθορισμού ενός μεγέθους· ειδικότ. η διασπορά των τιμών που μπορούν να αποδοθούν στο μετρούμενο μέγεθος: διευρυμένη/στατιστική/χαμηλή ~ ~. ~ ~ πίεσης/ταχύτητας., παράγοντας/στοιχείο αβεβαιότητας: καθετί που προκαλεί κατάσταση αστάθειας, ανισορροπίας, αμφιβολίας. Πβ. αστάθμητος παράγοντας., η αρχή της απροσδιοριστίας/της αβεβαιότητας βλ. απροσδιοριστία, κλίμα αβεβαιότητας βλ. κλίμα [< μτγν. ἀβεβαιότης, αγγλ. uncertainty] | |
| 76 | αβεβαίωτος | , η, ο [ἀβεβαίωτος] α-βε-βαί-ω-τος επίθ.: που δεν έχει επιβεβαιωθεί, εξακριβωθεί, ελεγχθεί: ~η: είδηση/πηγή/πληροφορία (= ανεπιβεβαίωτη). ~α: στοιχεία (= αναπόδεικτα, ανεξακρίβωτα).|| (ΟΙΚΟΝ.-ΛΟΓΙΣΤ.) ~οι: φόροι (: που δεν έχουν καθοριστεί από την εφορία). ~ες: οφειλές. ~α: ποσά (πβ. ανέλεγκτος). Βεβαιωμένα και ~α έσοδα. [< μεσν. αβεβαίωτος, γερμ. unbestätigt, γαλλ. non confirmé] | |
| 77 | ΑΒΕΕ | (η): Ανώνυμη Βιομηχανική Εμπορική Εταιρεία. | |
| 78 | αβελτηρία | [ἀβελτηρία] α-βελ-τη-ρί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) αβελτερία (απαιτ. λεξιλόγ.): νωθρότητα στη σκέψη και κατ' επέκτ. μωρία ή ανάλογη ενέργεια ή συμπεριφορά: γραφειοκρατική/δημόσια/διοικητική/διπλωματική/εγκληματική/κρατική/κυβερνητική/πολιτική ~. ~ (= ανοησία) και απερισκεψία. Η ~ των Αρχών/της Πολιτείας. Πβ. αμβλύνοια, ανεπάρκεια. Βλ. αβδηριτισμός. ΑΝΤ. οξύνοια. [< μτγν. ἀβελτηρία, αρχ. ἀβελτερία] | |
| 79 | αβελτίωτος | , η, ο [ἀβελτίωτος] α-βελ-τί-ω-τος επίθ. 1. που δεν έχει υποστεί γενετική βελτίωση: ~α: βοοειδή/ζώα. Σπόροι ~ων ποικιλιών. ΑΝΤ. μεταλλαγ-, τροποποιη-μένος. 2. που δεν έγινε ή δεν μπορεί να γίνει καλύτερος: ~ες συνθήκες ζωής. ΑΝΤ. βελτιωμένος. [< 1: αγγλ. unimproved 2: μεσν. αβελτίωτος] | |
| 80 | αβέρτα | [ἀβέρτα] α-βέρ-τα επίρρ. (λαϊκό-προφ.) 1. χωρίς φειδώ, χωρίς μέτρο: Δίνει/ξοδεύει/πουλάει ~. Μοιράζει ~ υποσχέσεις (πβ. απλόχερα). 2. (σπάν.) ελεύθερα, φανερά, απροκάλυπτα: Συζητούσαν ~. Δεν μάσησε τα λόγια του· τους τα 'πε ~. Πβ. καθαρά και ξάστερα, ορθά κοφτά, σταράτα. ● ΦΡ.: αβέρτα-κουβέρτα (εμφατ.): σε μεγάλο βαθμό και χωρίς μέτρο: Κάνει παρανομίες/πίνει ~ ~. [< βεν. averto] | |
| 81 | αβέρτος | , η, ο [ἀβέρτος] α-βέρ-τος επίθ. (σπάν.-λαϊκό): ανοιχτός, διάπλατος, απλόχωρος: ~ο αμπέλι (= άφραγο). Το ιστιοφόρο έσκιζε τα κύματα με ~α τα πανιά.|| (μτφ.) ~ος: άνθρωπος (= ανοιχτόκαρδος, ειλικρινής, ντόμπρος). ~ες: κουβέντες (= ξεκάθαρες, σταράτες). [< βεν. averto] | |
| 82 | αβίαστος | , η, ο [ἀβίαστος] α-βί-α-στος επίθ.: που γίνεται, προκύπτει ή εκδηλώνεται χωρίς βιασύνη ή καταναγκασμό: ~ος: διάλογος/λόγος/ρυθμός. ~η: απάντηση/απόφαση/γραφή/έκφραση/επιλογή/ερμηνεία/ομολογία/συνεργασία/χαρά. ~ο: γέλιο (πβ. αυθόρμητο, πηγαίο)/συμπέρασμα/ύφος (πβ. ανεπιτήδευτο, απροσποίητο)/χαμόγελο. ~ες: κινήσεις. Ελεύθερος/φυσικός και ~ τρόπος (ΑΝΤ. βεβιασμένος, επιτηδευμένος). ● επίρρ.: αβίαστα & (λόγ.) -άστως [< αρχ. ἀβίαστος] | |
| 83 | αβιβλιογράφητος | , η, ο [ἀβιβλιογράφητος] α-βι-βλι-ο-γρά-φη-τος επίθ.: (κυρ. για δημοσίευμα) που δεν έχει καταχωρηθεί σε βιβλιογραφία. ΑΝΤ. βιβλιογραφημένος. | |
| 84 | αβιογένεση | [ἀβιογένεση] α-βι-ο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΒΙΟΛ. θεωρητική υπόθεση σύμφωνα με την οποία ζωντανοί οργανισμοί μπορούν να δημιουργηθούν από ανόργανη ύλη (π.χ. χώμα, αέρα). Βλ. -γένεση, βιογένεση. [< γαλλ. abiogenèse, αγγλ. abiogenesis] | |
| 85 | άβιος | , α/ος, ο [ἄβιος] ά-βι-ος επίθ. (επιστ.): άψυχος, χωρίς ζωή: ~ος: κόσμος. ~α: ύλη. ~ο: περιβάλλον. ~α: όντα. Βλ. -βιος. ΑΝΤ. έμβιος [< αρχ. ἄβιος 'αφόρητος'] | |
| 86 | αβιοτικός | , ή, ό [ἀβιοτικός] α-βι-ο-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΛ. που αναφέρεται, ανήκει ή οφείλεται στα μη έμβια συστατικά στοιχεία του οικοσυστήματος: ~ός: παράγοντας (π.χ. έδαφος, νερό, ατμόσφαιρα, κλίμα). ~ή: αποικοδόμηση/ποικιλομορφία/ύλη. ~ό: σύστημα. ~οί: πόροι (: μη ανανεώσιμοι, όπως το αργό πετρέλαιο). ~ές: συνθήκες. ~ή καταπόνηση των φυτών (λόγω ξηρασίας). ~ά (λ.χ. αλατότητα, ενεργός οξύτητα και διαλυμένο οξυγόνο) και βιοτικά (: ιχθυοπανίδα, θαλάσσια χλωρίδα) χαρακτηριστικά της λιμνοθάλασσας. [< γαλλ. abiotique, αγγλ. abiotic] | |
| 87 | αβιταμίνωση | [ἀβιταμίνωση] α-βι-τα-μί-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ανεπαρκής λήψη ή αδυναμία απορρόφησης βιταμινών από τον οργανισμό: ~ Β (: μπέρι μπέρι, πελάγρα)/C (: σκορβούτο)/D (: ραχίτιδα). Βλ. υποβιταμίνωση. ΑΝΤ. υπερβιταμίνωση [< γαλλ. avitaminose, 1919, αγγλ. avitaminosis, 1914] | |
| 88 | αβίωτος | , η, ο [ἀβίωτος] α-βί-ω-τος επίθ.: για τόπο στον οποίο δεν μπορεί κανείς να ζήσει και γενικότ. για καθετί που είναι δύσκολο να αντέξει, να υπομείνει κάποιος: ~η: ζωή (= ανυπόφορη)/κατάσταση. Η πόλη έχει γίνει ~η λόγω της ρύπανσης και της οικιστικής παραμόρφωσης.|| ~α συναισθήματα (: που δεν τα έχει βιώσει κάποιος). ● ΦΡ.: μου έχει κάνει το(ν) βίο αβίωτο βλ. βίος [< αρχ. ἀβίωτος] | |
| 89 | αβλάβεια | [ἀβλάβεια] α-βλά-βει-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ιδιότητα ενός αντικειμένου, προϊόντος ή γενικότ. μιας κατάστασης να μην προκαλεί βλάβη: Η ~ των παιχνιδιών εξαρτάται από τα υλικά κατασκευής τους. Πβ. ακινδυνότητα. [< αρχ. ἀβλάβεια] | |
| 90 | αβλαβής | , ής, ές [ἀβλαβής] α-βλα-βής επίθ. {αβλαβ-ούς | -είς (ουδ. -ή} 1. (επίσ.) που δεν προκαλεί βλάβη, φθορά ή κίνδυνο: ~ής: ακτινοβολία/(διαγνωστική, θεραπευτική) μέθοδος. ~ές: εντομοκτόνο/προϊόν/χημικό στοιχείο. ~είς: πηγές ενέργειας. ~ή: ζώα (ΣΥΝ. άκακα)/υλικά. Ουσία ατοξική και ~ για τον ανθρώπινο οργανισμό/το περιβάλλον. Πβ. αθώος, ακίνδυνος. ΑΝΤ. επικίνδυνος.|| (σπάν. και ως ουσ.) Το ~ές των τροφίμων. ΑΝΤ. βλαβερός, βλαπτικός, επιβλαβής 2. (σπάν.-λόγ.) που δεν τον έχουν βλάψει, που δεν έχει υποστεί κακοποίηση: Έμεινε/επέζησε/σώθηκε ~. Βρέθηκε ζωντανός και ~. ● επίρρ.: αβλαβώς [-ῶς] (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: αβλαβής διέλευση: ΝΟΜ. διέλευση σκάφους με σταθερή πορεία και ταχύτητα μέσα από την αιγιαλίτιδα ζώνη, έτσι ώστε να μη διαταράσσεται η ασφάλεια, η ειρήνη και η τάξη του παράκτιου κράτους: ~ ~ και ελεύθερη ναυσιπλοΐα. [< αγγλ. innocent passage, 1958, γαλλ. passage inoffensif] ● ΦΡ.: σώος και αβλαβής (εμφατ.): που δεν έχει υποστεί βλάβη, που παραμένει ακέραιος, υγιής: Ανασύρθηκε από τα συντρίμμια ~ και ~ (: χωρίς να έχει πάθει το παραμικρό). [< αρχ. ἀβλαβής] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ