| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 9897 | γάγγραινα | γάγ-γραι-να ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. νέκρωση και αποσύνθεση ιστού που οφείλεται σε ανεπαρκή αιμάτωση ή και λοίμωξη: αεριογόνος/διαβητική/ξηρή/υγρή ~. ~ των (κάτω) άκρων/του οσχέου. Έπαθε ~ και του ακρωτηρίασαν το πόδι. 2. (μτφ.) κατάσταση σήψης, φθοράς και παρακμής που εξαπλώνεται: η ~ της γραφειοκρατίας/της διαφθοράς/των ναρκωτικών. Πβ. απόστημα, καρκίνωμα, μάστιγα, πληγή. [< αρχ. γάγγραινα, γαλλ. gangrène, αγγλ. gangrene] | |
| 9898 | γαγγραινώδης | , ης, ες γαγ-γραι-νώ-δης επίθ. {γαγγραινώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. (για φλεγμονή ή λοίμωξη) που συνοδεύεται από γάγγραινα ή έχει παρόμοια με αυτή χαρακτηριστικά: ~ης: κόρυζα/μαστίτιδα (βοοειδών). ~ες: πυόδερμα. ~η: έλκη. Βλ. -ώδης. [< αρχ. γαγγραινώδης, γαλλ. gangreneux, αγγλ. gangrenous] | |
| 9899 | ΓΑΔΑ | (η): Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής. | |
| 9900 | γαδολίνιο | γα-δο-λί-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. αργυρόλευκο μεταλλικό στοιχείο της σειράς των λανθανιδών (σύμβ. Gd, Ζ 64), υπεραγώγιμο στις πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. στην κατασκευή πυρίμαχων υλικών. [< γαλλ.-αγγλ. gadolinium, φινλανδικό ανθρ. J. Gadolin] | |
| 9901 | γάδος | γά-δος ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. γένος ψαριών (οικογ. Gadidae), τα είδη του οποίου είναι γνωστά με την κοινή ονομασία μπακαλιάρος. Πβ. γαϊδουρόψαρο. [< μτγν. γάδος] | |
| 9902 | γαελικός | , ή, ό γα-ε-λι-κός επίθ.: που αναφέρεται στους Κέλτες και τις παραδόσεις τους. ● Ουσ.: Γαελικά (τα) & (επίσ.) Γαελική (η): η αρχαία κελτική γλώσσα της Ιρλανδίας και της Σκωτίας. [< αγγλ. gaelic] | |
| 9903 | γάζα | γά-ζα ουσ. (θηλ.) 1. απορροφητικό, λευκό, συνήθ. βαμβακερό επίθεμα με αραιή πλέξη, που χρησιμοποιείται για την κάλυψη ή περιποίηση τραυμάτων ή ως σπόγγος σε μικρές εγχειρήσεις: αντιβιοτικές/αποστειρωμένες/αυτοκόλλητες/χειρουργικές ~ες. ~ες γύψου (βλ. νάρθηκας). Βλ. επίδεσμος, κομπρέσα, ταμπόν, χανζαπλάστ. 2. {χωρ. πληθ.} λεπτό, διάφανο συνήθ. βαμβακερό, λινό ή μεταξωτό ύφασμα: κουρτίνες από ~. Πβ. βουάλ, τούλι, τουλπάνι. [< γαλλ. gaze] | |
| 9904 | γαζέλα | γα-ζέ-λα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) γκαζέλα 1. ΖΩΟΛ. είδος μικρής αντιλόπης της ασιατικής και της αφρικανικής ηπείρου (γένη Gazella και Procapra), με πυρόξανθο χρώμα, λευκή κοιλιά και μεγάλα κέρατα, το οποίο φημίζεται για τη χάρη, την ταχύτητα και τα μεγάλα άλματά του. 2. (μτφ.) όμορφη και λυγερόκορμη κοπέλα, συνήθ. μοντέλο, που διακρίνεται για τη χάρη και την κομψότητά της: μαύρη (= Αφροαμερικανίδα)/μελαχρινή ~ του μόντελινγκ/της πασαρέλας. || (για γυναίκα) Τα μάτια της γαζέλας (: μεγάλα και λαμπερά). 3. ΟΙΚΟΝ. (σπανιότ.-μτφ.) ταχέως αναπτυσσόμενη μικρομεσαία επιχείρηση. [< 1, 2: γαλλ. gazelle 3: αμερικ. gazelle (company)] | |
| 9905 | γαζί | γα-ζί ουσ. (ουδ.): ραφή, κυρ. ραπτομηχανής: Διπλό ~ στα μανίκια. Διακοσμητικά/εξωτερικά ~ιά. Βλ. βελονιά, πλέξη. ● ΦΡ.: μας δουλεύει ψιλό γαζί (προφ.): μας ξεγελά, μας εξαπατά: Μου φαίνεται πως ~ ~. Δεν έχουν καταλάβει τόσο καιρό ότι τους ~ ~. Πβ. κοροϊδεύω. Βλ. παίρνω κάποιον στο ψιλό. [< αραβ. qazzy] | |
| 9906 | γαζία | γα-ζί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. είδος ακακίας (επιστ. ονομασ. Acacia farnesiana) με αγκαθωτά φουντωτά κλαδιά, φύλλα σαν φτερά και σφαιρικά, κίτρινα, χνουδωτά και ευωδιαστά άνθη που χρησιμοποιούνται στην αρωματοποιία· συνεκδ. τα συγκεκριμένα άνθη. Βλ. μιμόζα. [< βεν. gazia] | |
| 9907 | γάζωμα | γά-ζω-μα ουσ. (ουδ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γαζώνω: Το παντελόνι θέλει/χρειάζεται ~. Πβ. ράψιμο. Βλ. στρίφωμα. 2. (μτφ.) αλλεπάλληλοι, συνεχείς πυροβολισμοί που ρίχνονται συνήθ. με οπλοπολυβόλο: ~ με καλάσνικοφ. | |
| 9908 | γαζώνω | γα-ζώ-νω ρ. (μτβ.) {γάζω-σα, γαζώ-θηκε, -μένος} 1. ράβω στη ραπτομηχανή: ~ το παντελόνι/τη φόδρα/τη φούστα. 2. (μτφ.) ρίχνω αλλεπάλληλους πυροβολισμούς: Τον ~σαν με πέντε σφαίρες. ΣΥΝ. κάνω κάποιον/κάτι κόσκινο [< μεσν. γαζώνω ‘κεντώ’] | |
| 9909 | γαζωτικός | , ή, ό γα-ζω-τι-κός επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: γαζωτική μηχανή: ΤΕΧΝΟΛ. ραπτομηχανή. Βλ. κοπτοράπτης. | |
| 9910 | γαζώτρια | γα-ζώ-τρι-α ουσ. (θηλ.) {σπάν. αρσ. γαζωτής}: γυναίκα που ασχολείται επαγγελματικά με το γάζωμα ως χειρίστρια ραπτομηχανής (σε βιοτεχνία ή βιομηχανία). Βλ. κοπτοραπτού. | |
| 9911 | γαία | [γαῖα] γαί-α ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: γαία πυρί μ(ε)ιχθήτω: (ως έκφρ. παντελούς αδιαφορίας) ας καταστραφούν τα πάντα, ας γίνει ό,τι θέλει: Το μόνο που τον νοιάζει είναι να πετύχει τον στόχο του και κατά τ' άλλα ~ ~! ● βλ. γαίες, γη [< αρχ. γαῖα] | |
| 9912 | γαιάνθρακας | γαι-άν-θρα-κας ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΟΡΥΚΤ. κάθε ορυκτός άνθρακας (ανθρακίτης, λιγνίτης, λιθάνθρακας, τύρφη) ο οποίος σχηματίστηκε στο υπέδαφος με αργή απανθράκωση φυτικών ουσιών που θάφτηκαν μετά από καθιζήσεις, σεισμούς, κατακρημνίσεις και χρησιμεύει κυρ. ως καύσιμη ύλη: αποθέματα/κοιτάσματα ~α. Εξόρυξη ~άκων (: σε ανθρακωρυχεία). Παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ~ες. Πβ. κάρβουνο. Βλ. αιθάλη, κοκ, ξυλάνθρακας, συμβατικές/μη ανανεώσιμες πηγές/μορφές ενέργειας. [< γαλλ. charbon de terre] | |
| 9913 | γάιδαρος | γάι-δα-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άρου | θηλ. γαϊδούρα} 1. ΖΩΟΛ. θηλαστικό ζώο (επιστ. ονομασ. Equus asinus) με μεγάλα αυτιά και γκρίζο συνήθ. τρίχωμα, που ανήκει στην ίδια οικογένεια με το άλογο: γκάρισμα/σαμάρι ~ου.|| Έχει αυτιά σαν του ~ου. Υπομονή ~ου. Ήταν φορτωμένος σαν ~. Δούλευε σαν ~ (βλ. σαν το σκυλί). Βλ. όναγρος, υποζύγιο. ΣΥΝ. γαϊδούρι (1), όνος 2. (μτφ.-υβριστ.) αναίσθητος, αγενής ή αχάριστος άνθρωπος: Είσαι (μεγάλος) ~! Ντροπή σου, ~ε! 3. (μειωτ.) νεαρός άντρας ο οποίος συμπεριφέρεται με τρόπο ανώριμο, που δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της ηλικίας του: Τριάντα χρονών ~ και ακόμη τον συντηρούν οι γονείς του. ● Υποκ.: γαϊδαράκος & γαϊδουράκος (ο) ● ΦΡ.: γάιδαρος με περικεφαλαία (υβριστ.-επιτατ.): πολύ αναίσθητος ή/και αγενής άνθρωπος. ΣΥΝ. γαϊδούρι/μουλάρι ξεσαμάρωτο/ξεκαπίστρωτο/ξέστρωτο, δεν ξέρει να μοιράσει/να χωρίσει δυο γαϊδάρων/γαϊδουριών άχυρα (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος δεν μπορεί να κάνει κάτι απλό, είναι εντελώς ανίκανος, άχρηστος., έδεσε/έχει δεμένο το(ν) γάιδαρό του (προφ.): εξασφαλίστηκε, τακτοποιήθηκε, έχει βολευτεί και εφησυχάζει: Τι ανάγκη έχει; ~ ~! Παντρεύτηκε και νομίζει ότι έδεσε τον γάιδαρό της. Πβ. επαναπαύομαι., είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα (παροιμ.): σε περιπτώσεις που κάποιος αποδίδει σε άλλον αρνητικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν σε μεγαλύτερο βαθμό τον ίδιο. Πβ. βγάλε τη σκούφια σου και βάρα με., κατά φωνή κι ο γάιδαρος (προφ.): όταν κάποιος εμφανίζεται ακριβώς τη στιγμή που μιλούν για αυτόν, πάνω στην ώρα., πετάει ο γάιδαρος; πετάει! (προφ.): όταν κάποιος δέχεται μια άποψη ή κατάσταση, ακόμα και αν είναι απίστευτη ή παράλογη, συνήθ. λόγω πίεσης ή συμφέροντος., φάγαμε τον γάιδαρο/το βόδι κι έμεινε η ουρά & φάγαμε τον γάιδαρο/το βόδι, στην ουρά θα κολλήσουμε/μείνουμε/σταθούμε; (παροιμ.): ως προτροπή σε κάποιον να μην εγκαταλείψει μια δύσκολη και κοπιαστική προσπάθεια τη στιγμή που φτάνει στο τέλος της., φταίει ο γάιδαρος και χτυπάει/βαράει/δέρνει το σαμάρι (παροιμ.): για εσφαλμένη απόδοση ευθυνών, συνήθ. επειδή δεν γίνεται να τιμωρηθεί ο πραγματικός υπαίτιος., (ήταν που) ήταν στραβό το κλήμα, το 'φαγε κι ο γάιδαρος βλ. κλήμα, (σιγά) μη στάξει η ουρά του γαϊδάρου/του ποντικού βλ. ουρά, δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα βλ. αχυρώνας, σαν τον γάιδαρο του Χότζα βλ. χότζας, σκάω (και) γάιδαρο βλ. σκάω, σου χαρίζουν γάιδαρο και τον κοιτάς στα δόντια βλ. χαρίζω [< μεσν. γάιδαρος] | |
| 9914 | γαϊδούρα | γαϊ-δού-ρα ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) γαϊδάρα 1. (υβριστ.) γυναίκα άξεστη, χωρίς καλούς τρόπους ή/και εγωίστρια. Βλ. γουρούνα, κατσίκα, κότα, σκύλα, φοράδα. 2. (μειωτ.) κοπέλα που, ενώ έχει μεγαλώσει αρκετά, συμπεριφέρεται με τρόπο που δεν ταιριάζει στην ηλικία της: Τριάντα χρονών ~ έγινες πια! 3. ΖΩΟΛ. θηλυκό γαϊδούρι: Γάλα ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: μακριά γαϊδούρα: ομαδικό υπαίθριο παιδικό παιχνίδι στο οποίο οι παίκτες της μιας ομάδας σκύβουν κρατώντας ο ένας τη μέση του άλλου, ώστε να σχηματίσουν μια μακριά ανθρώπινη αλυσίδα, ενώ οι παίκτες της άλλης ομάδας παίρνουν φόρα και πηδούν πάνω στις πλάτες των παιδιών της πρώτης, προσπαθώντας να μην πέσουν κάτω. Βλ. βαρελάκια. | |
| 9915 | γαϊδουράγκαθο | γαϊ-δου-ρά-γκα-θο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. κοινή ονομασία διαφόρων ακανθωδών φυτών (οικογ. Compositae) με κίτρινα, κόκκινα ή μοβ άνθη που φυτρώνουν σε ακαλλιέργητα και άγονα μέρη. Βλ. κενταύριο. [< μεσν. γαϊδουράκανθον] | |
| 9916 | γαϊδούρι | γαϊ-δού-ρι ουσ. (ουδ.) {γαϊδουριού} 1. ΖΩΟΛ. γάιδαρος: γκρι ~. Καβάλα στο ~. Βλ. μουλάρι, όναγρος, -ούρι. 2. (υβριστ.) άξεστος, αδιάφορος, αχάριστος άνθρωπος: Μόνο για τον εαυτό του νοιάζεται/δεν συγκινείται καθόλου το ~!|| (ως επίθ.) Υπάρχουν και ~ια οδηγοί. 3. (μτφ.) για άνθρωπο που αντέχει μεγάλο βάρος, πίεση: Φορτώνομαι σαν ~ με ψώνια. ● Υποκ.: γαϊδουράκι (το) ● ΦΡ.: γαϊδούρι/μουλάρι ξεσαμάρωτο/ξεκαπίστρωτο/ξέστρωτο (υβριστ.-επιτατ.): για άνθρωπο υπερβολικά αγενή, αναίσθητο, ακαλλιέργητο ή σπανιότ. ατίθασο., μεγάλωσε το γαϊδουράκι, μίκρυνε το σαμαράκι (παροιμ.): για παιδί που δεν του κάνουν τα ρούχα του, επειδή ψήλωσε., δεν ξέρει να μοιράσει/να χωρίσει δυο γαϊδάρων/γαϊδουριών άχυρα βλ. γάιδαρος [< μεσν. γαϊδούρι] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ