| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 9915 | γαϊδουράγκαθο | γαϊ-δου-ρά-γκα-θο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. κοινή ονομασία διαφόρων ακανθωδών φυτών (οικογ. Compositae) με κίτρινα, κόκκινα ή μοβ άνθη που φυτρώνουν σε ακαλλιέργητα και άγονα μέρη. Βλ. κενταύριο. [< μεσν. γαϊδουράκανθον] | |
| 9916 | γαϊδούρι | γαϊ-δού-ρι ουσ. (ουδ.) {γαϊδουριού} 1. ΖΩΟΛ. γάιδαρος: γκρι ~. Καβάλα στο ~. Βλ. μουλάρι, όναγρος, -ούρι. 2. (υβριστ.) άξεστος, αδιάφορος, αχάριστος άνθρωπος: Μόνο για τον εαυτό του νοιάζεται/δεν συγκινείται καθόλου το ~!|| (ως επίθ.) Υπάρχουν και ~ια οδηγοί. 3. (μτφ.) για άνθρωπο που αντέχει μεγάλο βάρος, πίεση: Φορτώνομαι σαν ~ με ψώνια. ● Υποκ.: γαϊδουράκι (το) ● ΦΡ.: γαϊδούρι/μουλάρι ξεσαμάρωτο/ξεκαπίστρωτο/ξέστρωτο (υβριστ.-επιτατ.): για άνθρωπο υπερβολικά αγενή, αναίσθητο, ακαλλιέργητο ή σπανιότ. ατίθασο., μεγάλωσε το γαϊδουράκι, μίκρυνε το σαμαράκι (παροιμ.): για παιδί που δεν του κάνουν τα ρούχα του, επειδή ψήλωσε., δεν ξέρει να μοιράσει/να χωρίσει δυο γαϊδάρων/γαϊδουριών άχυρα βλ. γάιδαρος [< μεσν. γαϊδούρι] | |
| 9917 | γαϊδουριά | γαϊ-δου-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.): ενέργεια ή συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από αγένεια και αναισθησία: Ήταν μεγάλη ~ (του) να μη σε βοηθήσει! Πβ. απρέπεια, χοντράδα. Βλ. -ιά2, αγνωμοσύνη, αδιαφορία, αχαριστία. ΣΥΝ. γουρουνιά | |
| 9918 | γαϊδουρινός | , ή, ό γαϊ-δου-ρι-νός επίθ. & (σπάν.) γαϊδουρίσιος, ια, ιο 1. για χαρακτηριστικό ανθρώπου που είναι όμοιο με το αντίστοιχο του γάιδαρου· που προέρχεται από τον γάιδαρο: ~ά: αυτιά. (εμφατ.) ~ό: πείσμα.|| ~ό: γάλα. 2. (μτφ.) αγενής, θρασύς, αναίσθητος: ~ή: συμπεριφορά. ~ό: φέρσιμο. ● επίρρ.: γαϊδουρινά ● ΣΥΜΠΛ.: γαϊδουρινή υπομονή (μτφ.-προφ.): ανεξάντλητη υπομονή: Έχει ~ ~. Οπλίστηκα με ~ ~ για να ανεχτώ τις παραξενιές του. Πβ. ιώβεια υπομονή. | |
| 9919 | γαϊδουρο- & γαϊδουρό- & γαϊδουρ- | : α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στο γαϊδούρι ή τα χαρακτηριστικά του: γαϊδουρ-άγκαθο.|| (μτφ.-εμφατ. τραχύς, επίμονος:) Γαϊδουρό-βηχας.|| (αρνητ. συνυποδ.) Γαϊδουρο-φωνάρα (πβ. αγριο-). | |
| 9920 | γαϊδουρογυρεύω | βλ. γαϊδουροδένω | |
| 9921 | γαϊδουροδένω | γαϊ-δου-ρο-δέ-νω ρ. (λαϊκό): μόνο στη ● ΦΡ.: κάλλιο γαϊδουρόδενε, παρά γαϊδουρογύρευε (παροιμ.): είναι προτιμότερο να λαμβάνει κανείς προληπτικά μέτρα, παρά να προσπαθεί εκ των υστέρων να αντιμετωπίσει τις αρνητικές συνέπειες των πράξεων ή των παραλείψεών του. Βλ. των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν. | |
| 9922 | γαϊδουροκαλόκαιρο | γαϊ-δου-ρο-κα-λό-και-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. πολύ ζεστό καλοκαίρι: Δεν αντέχεται πια αυτό το ~! Βλ. καύσωνας. 2. (παλαιότ.) οι τελευταίες ζεστές μέρες μέσα στον Οκτώβριο, το μικρό καλοκαιράκι. | |
| 9923 | γαϊδουροφωνάρα | γαϊ-δου-ρο-φω-νά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): αγριοφωνάρα. ΣΥΝ. γκάρισμα | |
| 9924 | γαϊδουρόψαρο | γα-ϊ-δου-ρό-ψα-ρο ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. κοινή ονομασία είδους γάδου (επιστ. ονομασ. Gaidropsarus mediterraneus). Βλ. -ψαρο. | |
| 9925 | γαίες | [γαῖες] γαί-ες ουσ. (θηλ.) (οι) (επίσ.) 1. εκτάσεις γης, καλλιεργήσιμες ή οικοδομήσιμες· κτήματα: αγροτικές/αποψιλωμένες/αρόσιμες/γεωργικές/δασικές/εκκλησιαστικές/κρατικές ~. Απαλλοτρίωση/εκμετάλλευση/εκμίσθωση/χρήση των γαιών. 2. ΓΕΩΛ. χώμα ή χωμάτινο υλικό: (απο)χρωστικές/πυρίμαχες/πυριτικές/φυτικές ~. ● ΣΥΜΠΛ.: σπάνιες γαίες: ΧΗΜ. οι λανθανίδες, συμπεριλαμβανομένων του σκανδίου και υττρίου. [< γαλλ. terres rares] , αλκαλικές γαίες βλ. αλκαλικός ● βλ. γαία [< 1: αρχ. γαῖες 2: γαλλ. terres] | |
| 9926 | γαίμα | βλ. αίμα | |
| 9927 | γαιο- & γαι- | : α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στο υπέδαφος, στη γη, συνήθ. ως εδαφική έκταση, ή στον πλανήτη Γη: γαι-άνθρακας.|| Γαιο-κτήμονας.|| Γαι-όραμα. Βλ. γεω-, γη-. | |
| 9928 | γαιοκτήμονας | γαι-ο-κτή-μο-νας ουσ. (αρσ.) {γαιοκτημόνων} (κυρ. παλαιότ.): κάτοχος μεγάλων, συνήθ. καλλιεργήσιμων, εκτάσεων γης. Πβ. (μεγαλο)κτηματίας. Βλ. τσιφλικάς, φεουδάρχης. ΑΝΤ. ακτήμονας [< γερμ. Landbesitzer] | |
| 9929 | γαιοκτησία | γαι-ο-κτη-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ιδιοκτησία γης· (συνεκδ., συνήθ. στον πληθ.) τα κτήματα που έχει στην κατοχή του κάποιος: καθεστώς/σύστημα ~ας.|| Μεγάλες ~ες. Πβ. κτηματική περιουσία. [< γερμ. Landbesitz, Grundbesitz] | |
| 9930 | γαιοκτητικός | , ή, ό γαι-ο-κτη-τι-κός επίθ. (παλαιότ.): που σχετίζεται με τη γαιοκτησία: ~ή: τάξη (= οι γαιοκτήμονες). ~ό: καθεστώς. ~ές: σχέσεις. | |
| 9931 | γαιόραμα | γαι-ό-ρα-μα ουσ. (ουδ.) & γεώραμα: απεικόνιση της επιφάνειας της Γης σε χάρτη μεγάλης κλίμακας. [< γαλλ. géorama, αγγλ. georama] | |
| 9932 | γαΐτα | γα-ΐ-τα ουσ. (θηλ.): μικρή και μακρόστενη αλιευτική βάρκα. Βλ. κανό, πιρόγα. | |
| 9933 | γαϊτανάκι | γαϊ-τα-νά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) διαρκής εναλλαγή απόψεων, προσώπων, καταστάσεων, που συνήθ. δημιουργεί σύγχυση, ασυνεννοησία: ~ ανευθυνότητας/αποκαλύψεων/δηλώσεων. Πβ. καταιγισμός.|| Ερωτικό ~. Βλ. ερωτικό τρίγωνο. 2. ΛΑΟΓΡ. παραδοσιακός αποκριάτικος χορός, κατά τον οποίο οι χορευτές, κρατώντας ο καθένας τους μία από τις χρωματιστές κορδέλες που είναι δεμένες στην κορυφή ενός στύλου, χορεύουν τραγουδώντας γύρω του, μέχρι εκείνος να τυλιχθεί με αυτές. | |
| 9934 | γαϊτάνι | γαϊ-τά-νι ουσ. (ουδ.): ΛΑΟΓΡ. λεπτό, υφασμάτινο, διακοσμητικό κορδόνι ενδυμάτων: μεταξωτό/χρυσό ~. Πβ. σιρίτι. [< μεσν. γαϊτάνιν] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ