Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [10820-10840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9937ΓΑΚ(τα): Γενικά Αρχεία του Κράτους.
9938γάλαγά-λα ουσ. (ουδ.) {γάλ-ακτος (σπάν.) -ατος | -ατα} 1. λευκό, αδιαφανές, πολύ θρεπτικό υγρό, που εκκρίνεται από τους αδένες των μαστών θηλυκών κατοικίδιων ζώων (κυρ. από αγελάδες, προβατίνες ή κατσίκες) και αποτελεί βασικό στοιχείο της ανθρώπινης διατροφής· γενικότ. το αντίστοιχο υγρό που παράγεται από όλα τα θηλυκά θηλαστικά μετά τη γέννα ως πρώτη και κύρια τροφή για τα νεογέννητά τους: αγελαδινό/αγνό/αιγοπρόβειο/άπαχο/(ημι)αποβουτυρωμένο/αποστειρωμένο (~ μακράς διαρκείας)/αφυδατωμένο/βουβαλίσιο/βρεφικό/γίδινο/εβαπορέ/ζαχαρούχο/κατσικίσιο/νωπό/ολόπαχο/ομογενοποιημένο/παστεριωμένο/πλήρες/πολυβιταμινούχο/συμπυκνωμένο/συσκευασμένο/φρέσκο ~. ~ κατανάλωσης (: που πληροί τις προδιαγραφές για να κυκλοφορεί στο εμπόριο). ~ χαμηλό σε/χωρίς λιπαρά. ~ με κακάο/σοκολάτα (= σοκολατούχο). ~ (σε) σκόνη (: που έχει αφυδατωθεί). Ένα λίτρο/μπουκάλι/ποτήρι ~. Καφές/σοκολάτα/τσάι με ~. Κορν φλέικς με ~. Βιομηχανία/καρτέλ/παραγωγή ~ακτος. Βλ. ανθό-, αφρό-, βουτυρό-, ξινό-, τυρό-γαλα, γαλακτοκομικά προϊόντα.|| ~ της γάτας/γαϊδούρας/καμήλας/φάλαινας. 2. (ειδικότ.) το ανάλογο υγρό που εκκρίνεται από τους αδένες των μαστών των γυναικών μετά τον τοκετό: μητρικό ~. Βλ. πρωτόγαλα. 3. (κατ' επέκτ.) λευκή ή υπόλευκη ρευστή ουσία που εκκρίνεται από ορισμένα φυτά ή παράγεται με την πολτοποίηση των καρπών τους: ~ αμυγδάλου/καρύδας/ρυζιού/σόγιας/συκιάς. ● Υποκ.: γαλατάκι (το) 1. (οικ.) γάλα: Το μωρό ήπιε το ~ του. 2. πολύ μικρή συσκευασία γάλακτος, συνήθ. 15 γραμμαρίων: ~ια λάιτ. Ατομικά ~ια για τον καφέ. ● ΣΥΜΠΛ.: τεχνητό γάλα: αγελαδινό γάλα ενισχυμένο με τέτοια συστατικά, ώστε να αποκτήσει σύνθεση παρόμοια με του μητρικού: Σίτιση βρέφους με ~ ~., κρέμα (γάλακτος) βλ. κρέμα, ορός γάλακτος βλ. ορός ● ΦΡ.: βγάζω/κατεβάζω γάλα (προφ.): (για γυναίκα ή θηλυκό ζώο) παράγω γάλα για θηλασμό., βλαστημάω/ξερνάω/μαρτυρώ/φτύνω το γάλα της μάνας μου/της μάνας μου το γάλα (προφ.): υφίσταμαι μεγάλη δοκιμασία, ταλαιπωρία: (απειλητ.) Θα φτύσεις ~ ~! Πβ. υποφέρω., γάλακτος: χαρακτηρισμός κρέατος που προέρχεται από ζώο πολύ μικρό σε ηλικία: αρνάκι/κατσικάκι/μοσχαράκι/χοιρινό (του) ~. , και του πουλιού το γάλα (μτφ.-εμφατ.): για μεγάλη ποικιλία και υψηλή ποιότητα αγαθών: Έχει ~ ~., μέλι-γάλα/μέλι και γάλα (μτφ.): αρμονικά, ήρεμα: Τα ξαναβρήκαν και τώρα όλα ~ ~ (= μια χαρά). , πιες το γάλα/το γαλατάκι σου (ειρων.): είσαι πολύ άπειρος και ανώριμος (για κάτι): Άντε ~ ~ καλύτερα ... ΣΥΝ. φάε την κρέμα/την κρεμούλα σου, σαν (το) γάλα: ως χαρακτηρισμός για κάποιον που έχει πολύ λευκό δέρμα και γενικότ. για οτιδήποτε έχει έντονα λευκό χρώμα: Ήταν άσπρη ~ ~. , σαν τη μύγα μες στο γάλα (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): για κάποιον ή κάτι που δεν ταιριάζει, που ξεχωρίζει μέσα σε ένα σύνολο: Στις παρέες αισθανόμουν πάντα ~ ~., της κόπηκε το γάλα (προφ.): (για γυναίκα που θηλάζει) σταμάτησε να παράγει γάλα για ψυχολογικούς ή παθολογικούς λόγους., χύνει/κλοτσά την καρδάρα με το γάλα βλ. καρδάρα [< αρχ. γάλα, γαλλ. lait, αγγλ. milk]
9939γαλάζιος, ια, ιο γα-λά-ζιος επίθ.: που έχει ανοιχτό μπλε χρώμα, όπως ο ασυννέφιαστος ουρανός: ~ιο: πέλαγος. ~ια: μάτια/νερά. Πβ. σιέλ. Βλ. βαθυγάλαζος, τιρκουάζ.|| ~ιος: πλανήτης (: η Γη, η οποία φαίνεται ~ια από το Διάστημα λόγω των ωκεανών). ΣΥΝ. γαλανός, γλαυκός, θαλασσής, κυανός ● Ουσ.: γαλάζιο (το): το αντίστοιχο χρώμα: το ~ του ουρανού.|| (στον πληθ.) Ντυμένη στα ~ια (ενν. ρούχα).|| (μτφ.) Ταξιδεύοντας στο απέραντο ~ (: στη θάλασσα). ● ΣΥΜΠΛ.: γαλάζια σημαία βλ. σημαία, γαλάζιο αίμα βλ. αίμα [< μεσν. γαλάζιος]
9940γαλαζοαίματος, η, ο γα-λα-ζο-αί-μα-τος επίθ.: που ανήκει σε βασιλική ή αριστοκρατική οικογένεια ή κατάγεται από αυτή. Πβ. αριστοκράτης, ευγενής, ευπατρίδης. Βλ. γόνος, καθαρόαιμος, λαϊκός. [< γαλλ. sang-bleu]
9941γαλαζόπετραγα-λα-ζό-πε-τρα ουσ. (θηλ.) 1. ΟΡΥΚΤ. κοινή ονομασία του ένυδρου θειικού χαλκού, ορυκτού με μεγάλους διαφανείς κρυστάλλους ευδιάλυτους στο νερό. 2. μείγμα θειικού χαλκού και ασβέστη που διαλύεται σε νερό και χρησιμοποιείται ως φυτοφάρμακο για την προστασία κυρ. των αμπελιών από τον περονόσπορο και τις μυκητιάσεις: ψεκασμοί με θειάφι και ~. 3. κάθε (ημι)πολύτιμος λίθος γαλάζιου χρώματος. Βλ. περουζές, τιρκουάζ.
9942γαλαζοπράσινος, η, ο γα-λα-ζο-πρά-σι-νος επίθ. & (σπάν.) γαλανοπράσινος: που έχει απόχρωση ανάμεσα στο γαλάζιο και το πράσινο: ~η: λίμνη. ~οι: λίθοι. ~α: μάτια/νερά.|| (μτφ.) ~ο: νησί (: που συνδυάζει θάλασσα και βλάστηση). ΣΥΝ. κυανοπράσινος, πρασινογάλαζος, τιρκουάζ ● Ουσ.: γαλαζοπράσινο (το): το αντίστοιχο χρώμα: το ~ της θάλασσας. ● ΣΥΜΠΛ.: κυανοπράσινα φύκη βλ. κυανοπράσινος
9943γαλαζωπός, ή, ό γα-λα-ζω-πός επίθ.: που το χρώμα του πλησιάζει προς το γαλάζιο. Πβ. υποκύανος. Βλ. -ωπός.
9944γαλακτερός, ή, ό γα-λα-κτε-ρός επίθ. & γαλατερός (προφ.) 1. που είναι λευκός και αδιαφανής, όπως το γάλα: ~ό: γυαλί/δέρμα/πλεξιγκλάς/υγρό. Πβ. γαλακτώδης. 2. που παράγει πολύ γάλα ή περιέχει γάλα: ~ή: αγελάδα.|| ~ά: προϊόντα. ΣΥΝ. γαλακτούχος. Βλ. -ερός. ● Ουσ.: γαλακτερά (τα): τα γαλακτοκομικά προϊόντα ή τρόφιμα και γλυκά με κύριο συστατικό παρασκευής τους το γάλα: Νηστεύει το κρέας και τα ~. Βλ. κρεατικό. [< μεσν. γαλακτερός]
9945γαλακτικός, ή, ό γα-λα-κτι-κός επίθ. 1. που έχει σχέση με το γάλα, τα γαλακτοκομικά προϊόντα ή την περίοδο γαλουχίας: ~οί: αδένες. 2. ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με το γαλακτικό οξύ: ~ός: ψευδάργυρος. ~ό: ασβέστιο. ~ά: βακτήρια/ένζυμα. Πβ. οξυ~. ● ΣΥΜΠΛ.: γαλακτικό οξύ: ΒΙΟΧ. οργανική ένωση που σχηματίζεται στον ανθρώπινο και ζωικό οργανισμό κατά τη ζύμωση του γλυκογόνου, ενώ παράγεται με μικροβιακή δράση στο γάλα: Το ~ ~ και τα άλατά του χρησιμοποιούνται ως συντηρητικά τροφίμων., γαλακτική ζύμωση βλ. ζύμωση [< 1: μτγν. γαλακτικός 2: γαλλ. lactique]
9946γαλακτο-& γαλατο-, γαλακτό-, γαλατό-: α' συνθετικό για τον σχηματισμό λέξεων που αναφέρονται στο γάλα: (ως προϊόν:) γαλακτο-βιομηχανία/~παραγωγή. Γαλακτο-κομικός.|| (ως συστατικό:) Γαλακτο-μπούρεκο. Γαλατό-πιτα.|| (BIOX.) Γαλακτο-βάκιλοι.|| (IATΡ.) Γαλακτό-ρροια.
9947γαλακτοβάκιλοιγα-λα-κτο-βά-κι-λοι ουσ. (αρσ.) (οι): ΒΙΟΧ. ραβδόμορφα αερόβια βακτήρια που παράγουν με ζύμωση γαλακτικό οξύ (με προβιοτική δράση): ~ του γιαουρτιού. Βλ. προβιοτικά. [< αγγλ. lactobacilli, 1924, γαλλ. lactobacille, περ. 1950]
9948γαλακτοβιομηχανίαγα-λα-κτο-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανία παραγωγής γάλακτος ή/και γαλακτοκομικών προϊόντων. Βλ. -βιομηχανία.
9949γαλακτόζηγα-λα-κτό-ζη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. μονοσακχαρίτης (C6H12O6) που παράγεται με υδρόλυση της λακτόζης. Βλ. γλυκ-, μανν-, φρουκτ-όζη. [< γαλλ.-αγγλ. galactose]
9950γαλακτοκομείο[γαλακτοκομεῖο] γα-λα-κτο-κο-μεί-ο ουσ. (ουδ.): μονάδα παραγωγής προϊόντων γάλακτος. Βλ. -κομείο. [< γαλλ. laiterie]
9951γαλακτοκομίαγα-λα-κτο-κο-μί-α ουσ. (θηλ.): παραγωγή, επεξεργασία γάλακτος και παρασκευή γαλακτοκομικών προϊόντων· ειδικότ. ο σχετικός κλάδος και συνεκδ. η αντίστοιχη βιομηχανία. Πβ. γαλακτο-βιομηχανία, -κομείο, -παραγωγή. Βλ. -κομία.
9952γαλακτοκομικός, ή, ό γα-λα-κτο-κο-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη γαλακτοκομία: ~ός: συνεταιρισμός. ~ή: βιομηχανία (= γαλακτοβιομηχανία)/μονάδα/παραγωγή (= γαλακτοπαραγωγή). ~ά: είδη. Βλ. τυροκομικός.|| (ως ουσ.) Αυστηροί έλεγχοι στα ~ά (ενν. προϊόντα, βλ. βούτυρο, γάλα, γιαούρτι, κρέμα γάλακτος, παγωτό, τυρί). Βλ. γαλακτερά. [< γαλλ. laitier]
9953γαλακτομπούρεκογα-λα-κτο-μπού-ρε-κο ουσ. (ουδ.) & (προφ.) γαλατομπούρεκο: ΖΑΧΑΡ. σιροπιαστό γλυκό ταψιού με στρώσεις φύλλου κρούστας και γέμιση κρέμας (από γάλα, σιμιγδάλι, ζάχαρη και αβγά). Βλ. γαλατόπιτα, μπακλαβάς.
9954γαλακτοπαραγωγήγα-λα-κτο-πα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.): παραγωγή γάλακτος: ζώα (υψηλής) ~ής (: βοοειδή και αιγοπρόβατα). Αύξηση/μείωση της ~ής. Βλ. γαλακτοκομία, -παραγωγή.
9955γαλακτοπαραγωγικός, ή, ό γα-λα-κτο-πα-ρα-γω-γι-κός επίθ. & (λόγ.) γαλακτοπαραγωγός, ός, ό: που σχετίζεται με την παραγωγή γάλακτος: ~ός: συνεταιρισμός/τομέας. ~ή: μονάδα. Βλ. γαλακτοκομικός.|| ~ές: αγελάδες. ~ά: ζώα. Πβ. γαλακτοφόρος. Βλ. -παραγωγικός.
9956γαλακτοπαραγωγόςγα-λα-κτο-πα-ρα-γω-γός ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την παραγωγή γάλακτος: ένωση/συνεταιρισμός ~ών. Βλ. -παραγωγός, κτηνοτρόφος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.