| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 9957 | γαλακτοπωλείο | [γαλακτοπωλεῖο] γα-λα-κτο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα πώλησης, κυρ. γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων: ζαχαροπλαστείο-~. Βλ. -πωλείο. ΣΥΝ. γαλατάδικο [< γαλλ. laiterie] | |
| 9958 | γαλακτοπώλης | γα-λα-κτο-πώ-λης ουσ. (αρσ.) (παρωχ.): ιδιοκτήτης γαλακτοπωλείου ή γενικότ. πωλητής γάλακτος. Πβ. γαλατάς. Βλ. -πώλης. [< μτγν. γαλακτοπώλης] | |
| 9959 | γαλακτόρροια | γα-λα-κτόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. (για γυναίκες και θηλαστικά ζώα) μη φυσιολογική ροή γάλακτος από τους μαστούς, η οποία δεν σχετίζεται με τη γαλουχία· υπερβολική ροή γάλακτος από έναν ή και τους δύο μαστούς (ως επιπλοκή του θηλασμού). Βλ. -ρροια. [< γαλλ. galactorrhée, αγγλ. galactorrhœa] | |
| 9960 | γαλακτούχος | , ος/α, ο [γαλακτοῦχος] γα-λα-κτού-χος επίθ. (λόγ.): που περιέχει γάλα: ~ο: άλευρο. ~ες: κρέμες (: για μωρά)/τροφές. Πβ. γαλακτερός. Βλ. -ούχος2. [< μτγν. γαλακτοῦχος] | |
| 9961 | γαλακτοφόρος | , ος/α, ο γα-λα-κτο-φό-ρος επίθ.: που παράγει γάλα ή γαλακτώδη ουσία· που σχετίζεται με το σύστημα παραγωγής και έκκρισης γάλακτος κυρ. του γυναικείου οργανισμού: ~ες: αγελάδες. ~α: βοοειδή. Πβ. γαλακτοπαραγωγικός.|| (ΑΝΑΤ.) ~οι: αδένες/πόροι. Βλ. -φόρος. [< μτγν. γαλακτοφόρος, γαλλ.-αγγλ. galactophore] | |
| 9962 | γαλακτώδης | , ης, ες γα-λα-κτώ-δης επίθ. {γαλακτώδ-ους | -εις (ουδ -η)} (λόγ.): που μοιάζει με το γάλα, κυρ. ως προς την υφή ή το χρώμα: ~ης: χυμός (φυτού). ~ης: κρέμα/λοσιόν. ~εις: εκκρίσεις. Βλ. -ώδης.|| ~ης: χαλαζίας. ~ες: γυαλί (π.χ. οπαλίνα). Πβ. γαλακτερός, λευκός. Βλ. ημιδιαφανής, -ώδης. [< αρχ. γαλακτώδης] | |
| 9963 | γαλάκτωμα | γα-λά-κτω-μα ουσ. (ουδ.) {γαλακτώμ-ατος | -ατα} 1. καλλυντικό με μορφή ρευστής κρέμας: αντιηλιακό/απαλό/θρεπτικό ~. ~ καθαρισμού/σύσφιξης. ~ προσώπου/σώματος (: για ενυδάτωση). ~ αμυγδάλου. 2. ΧΗΜ. κολλοειδές (μείγμα) μη διαλυτών μεταξύ τους υγρών: ακρυλικό/βελτιωτικό ~ κονιαμάτων. Πολυμερισμός ~ατος. Ασφαλτικά/ελαιώδη/πυρηνικά/συγκολλητικά/υδατικά/φωτογραφικά ή φωτοευαίσθητα (= εμουλσιόν) ~ατα.|| (ΦΑΡΜΑΚ.) Eνέσιμο/πόσιμο ~. ~-γέλη. Βλ. γαλακτωματοποιητής. [< γαλλ. émulsion] | |
| 9964 | γαλακτωματοποίηση | γα-λα-κτω-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. διαδικασία παρασκευής γαλακτώματος που πραγματοποιείται με την ένωση λίπους και νερού. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. émulsification] | |
| 9965 | γαλακτωματοποιητής | γα-λα-κτω-μα-το-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΧΗΜ. χημική ουσία που συμβάλλει στον σχηματισμό ή τη διατήρηση γαλακτώματος: συνθετικός/υγρός/φυσικός ~. ~ές για σκευάσματα φυτοφαρμάκων. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ουσία (αραβικό κόμμι, κρόκος αβγού) που χρησιμοποιείται για την παρασκευή ομοιογενών μειγμάτων (σάλτσες, κρέμες, μαγιονέζα): ~ τροφίμων. Βλ. σταθεροποιητής. [< 1: γαλλ. émulsifiant, 1932] | |
| 9966 | γαλανόλευκος | , η, ο γα-λα-νό-λευ-κος επίθ.: που έχει χρώμα γαλάζιο και λευκό, κυρ. ως εθνικά χρώματα της Ελλάδας· κατ' επέκτ. ελληνικός: ~η: φανέλα (αθλητή). ~α: κασκόλ.|| (Η πόλη) ντύθηκε στα ~α (: κυρ. σε εθνικές επετείους). ΣΥΝ. κυανόλευκος (2) ● Ουσ.: γαλανόλευκη (η): η ελληνική σημαία: Κυμάτιζε η ~. Ύψωσε τη ~. | |
| 9967 | γαλανομάτης, γαλανομάτα | , ικο γα-λα-νο-μά-της επίθ./ουσ.: που έχει γαλανά μάτια. Πβ. τσακίρης. Βλ. -μάτης. | |
| 9968 | γαλανοπράσινος | , η, ο βλ. γαλαζοπράσινος | |
| 9969 | γαλανός | , ή, ό γα-λα-νός επίθ.: γαλάζιος: ~ός: ουρανός. ~ή: σημαία. ~ές: ακτές. ~ά: μάτια/νερά. Βλ. ασπρο-, κατα-, ολο-γάλανος.|| (ως ουσ.) Το ~ό της θάλασσας (= το γαλάζιο). [< *γαλεανός < μτγν. κα(λ)λάϊνος ‘γαλαζοπράσινος’] | |
| 9970 | γαλαντομία | γα-λα-ντο-μί-α ουσ. (θηλ.): γενναιοδωρία, απλοχεριά. ΣΥΝ. χουβαρνταλίκι ΑΝΤ. τσιγκουνιά, φιλαργυρία | |
| 9971 | γαλαντόμος | , α, ο γα-λα-ντό-μος επίθ.: γενναιόδωρος, απλοχέρης: ~ος: οικοδεσπότης.|| (κατ' επέκτ.) ~ες: υποσχέσεις. ΣΥΝ. ανοιχτοχέρης, χουβαρντάς ΑΝΤ. σφιχτοχέρης, τσιγκούνης, φιλάργυρος, φραγκοφονιάς [< βεν. galantomo] | |
| 9972 | γαλαξιακός | , ή, ό γα-λα-ξι-α-κός επίθ.: ΑΣΤΡΟΝ. που σχετίζεται με τον γαλαξία: ~ός: δίσκος/ισημερινός. ~ή: άλως/δυναμική/περιστροφή. ~ό: κέντρο/σμήνος (: σύμπλεγμα γαλαξιών)/σύστημα. ~ά: νεφελώματα. Ενεργός ~ πυρήνας (βλ. κβάζαρ). Βλ. δια~, αστρ-, κοσμ-, πλανητ-ικός. ● ΣΥΜΠΛ.: κοσμικό/γαλαξιακό έτος βλ. κοσμικός [< αγγλ. galactic, γαλλ. galactique] | |
| 9973 | γαλαξίας | γα-λα-ξί-ας ουσ. (αρσ.) {γαλαξιών} 1. ΑΣΤΡΟΝ. (συνήθ. με κεφαλ. Γ) σύμπλεγμα δισεκατομμυρίων αστέρων και μεσοαστρικής ύλης, μέσα στο οποίο αναπτύσσονται τεράστιες βαρυτικές δυνάμεις και έχει συνήθ. σχήμα σπείρας ή έλλειψης· ειδικότ. ο γαλαξίας που περιλαμβάνει τη Γη: ακανόνιστος ~. Νάνος ~ (: με μικρότερο αριθμό αστέρων). Βραχίονες/κέντρο/μαύρη τρύπα του ~α. Βλ. ραδιο~. 2. (μτφ.) σύνολο σημαντικών και επώνυμων προσώπων που συγκεντρώνονται στο πλαίσιο μιας εκδήλωσης: ένας ~ μουσικών αστέρων. Πβ. πάνθεον, πλειάδα. Βλ. στερέωμα. [< 1: μτγν. γαλαξίας, αγγλ. galaxy, γαλλ. galaxie] | |
| 9974 | γαλαξίες | γα-λα-ξί-ες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπάν. στον εν. γαλαξίας}: ΑΝΑΤ. τα νεογιλά δόντια. [< γερμ. Milchzahn, γαλλ. dent de lait] | |
| 9975 | γαλαρία | γα-λα-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. (προφ.) η τελευταία ή οι τελευταίες σειρές θέσεων και συνεκδ. όσοι κάθονται σε αυτές: η ~ της αίθουσας/του θεάτρου (πβ. εξώστης)/του πούλμαν. Κάθονται στη ~. 2. (σε ορυχείο) υπόγεια στοά. Πβ. σήραγγα, τούνελ. 3. ΑΡΧΙΤ. (παλαιότ.) στενός διάδρομος κλεισμένος με τζαμαρία· στοά (μεγάρου). [< βεν. galaria] | |
| 9976 | γαλατάδικο | γα-λα-τά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παλαιότ.): γαλακτοπωλείο. Βλ. -άδικο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ