| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 9975 | γαλαρία | γα-λα-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. (προφ.) η τελευταία ή οι τελευταίες σειρές θέσεων και συνεκδ. όσοι κάθονται σε αυτές: η ~ της αίθουσας/του θεάτρου (πβ. εξώστης)/του πούλμαν. Κάθονται στη ~. 2. (σε ορυχείο) υπόγεια στοά. Πβ. σήραγγα, τούνελ. 3. ΑΡΧΙΤ. (παλαιότ.) στενός διάδρομος κλεισμένος με τζαμαρία· στοά (μεγάρου). [< βεν. galaria] | |
| 9976 | γαλατάδικο | γα-λα-τά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παλαιότ.): γαλακτοπωλείο. Βλ. -άδικο. | |
| 9977 | γαλατάς | γα-λα-τάς ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. γαλατού} (παλαιότ.-προφ.): γαλακτοπώλης, γαλακτοπαραγωγός: πλανόδιοι ~άδες. Ο ~ της γειτονιάς. Βλ. -άς. | |
| 9978 | γαλατένιος | , ια, ιο γα-λα-τέ-νιος επίθ. 1. (λογοτ.) που έχει το χρώμα του γάλακτος· πολύ λευκός: ~ια: στήθη. Βλ. -ένιος. 2. (σπάν.-προφ.) που περιέχει γάλα. | |
| 9979 | γαλατερός | , ή, ό βλ. γαλακτερός | |
| 9980 | γαλατιέρα | γα-λα-τιέ-ρα ουσ. (θηλ.): μικρό επιτραπέζιο σκεύος για το σερβίρισμα του γάλακτος, το οποίο συνήθ. περιλαμβάνεται σε σερβίτσιο τσαγιού ή καφέ: ασημένια/πορσελάνινη ~. Σετ ~-ζαχαριέρα. Βλ. -ιέρα. | |
| 9981 | γαλατικός | , ή, ό γα-λα-τι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: γαλατική ευγένεια: λεπτή και ευγενική συμπεριφορά, συνυφασμένη με τη γαλλική κουλτούρα: ~ ~ και διπλωματικές απαντήσεις.|| (ειρων.) Αβρότητες, γλύκες και ~ές ~ες. [< αρχ. γαλατικός] | |
| 9982 | γαλατίλα | γα-λα-τί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): δυσάρεστη οσμή ή σπανιότ. γεύση γάλακτος. Βλ. -ίλα. | |
| 9983 | γαλατομπούρεκο | βλ. γαλακτομπούρεκο | |
| 9984 | γαλατόπιτα | γα-λα-τό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. γλυκό ταψιού που έχει ως βάση το γάλα και περιέχει σιμιγδάλι ή αλεύρι, βούτυρο, ζάχαρη και αβγά: ~ με/χωρίς φύλλο. Βλ. -πιτα. | |
| 9985 | γαλατσίδα | γα-λα-τσί-δα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. κοινή ονομασία άγριων φυτών (επιστ. ονομασ. Euphorbia) με γαλακτώδη καυστικό χυμό, ορισμένα από τα οποία είναι εδώδιμα. Βλ. πικραλίδα, φλόμος. [< μεσν. γαλατσίδα] | |
| 9986 | γαλβανιζέ | γαλ-βα-νι-ζέ επίθ. {άκλ.}: γαλβανισμένος. Βλ. -έ. [< γαλλ. galvanisé] | |
| 9987 | γαλβανίζω | γαλ-βα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {γαλβάνι-σε, -σει, -στηκε, -στεί, -σμένος}: (μτφ.) ενδυναμώνω, ενισχύω: Ο πολιτισμός μας ~στηκε μέσα από μια ιστορική διαδρομή αιώνων. Πβ. ισχυροποιώ, σφυρηλατώ, χαλυβδώνω. ● Μτχ.: γαλβανισμένος , η, ο: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. που έχει υποστεί γαλβανισμό: ~σμένος: σωλήνας/χάλυβας. ~σμένη: λαμαρίνα. ~σμένο: ατσάλι/σύρμα. Πβ. γαλβανιζέ. [< γαλλ. galvaniser] | |
| 9988 | γαλβανικός | , ή, ό γαλ-βα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον γαλβανισμό: (ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ.) ~ή: (απο)μόνωση/οξείδωση. Πβ. γαλβανισμένος.|| (ΦΥΣ.) ~ό: ρεύμα. Βλ. βολταϊκός. [< γαλλ. galvanique] | |
| 9989 | γαλβανισμός | γαλ-βα-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & γαλβάνιση (η) & (προφ.) γαλβάνισμα (το) 1. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρολυτική επικάλυψη κυρ. σιδηρούχου μεταλλικού αντικειμένου με λεπτό στρώμα ψευδαργύρου, με σκοπό την προστασία του από τη διάβρωση. Πβ. επιμετάλλωση. Βλ. επιχρωμίωση, ηλεκτροστατική βαφή. ΣΥΝ. επιψευδαργύρωση 2. ΙΑΤΡ. διοχέτευση συνεχούς ηλεκτρικού ρεύματος (μέσω ηλεκτροδίων) σε πάσχον σημείο του σώματος για θεραπευτικούς σκοπούς. Βλ. ηλεκτροσόκ, -ισμός. [< γαλλ. galvanisme] | |
| 9990 | γαλβανόμετρο | γαλ-βα-νό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο ανίχνευσης και μέτρησης ασθενών ηλεκτρικών ρευμάτων και τάσεων. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. galvanomètre] | |
| 9991 | γαλέος | γα-λέ-ος ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. ζωοτόκο ψάρι (επιστ. ονομασ. Mustelus vulgaris) της οικογένειας των καρχαριοειδών: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ σκορδαλιά/τηγανητός. Βλ. μπακαλιάρος. [< αρχ. γαλεός] | |
| 9992 | γαλέρα | γα-λέ-ρα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΝΑΥΤ. ελαφρύ και ευέλικτο (πολεμικό) πλοίο με κουπιά και πανιά. ● γαλέρας: χαρακτηρισμός για κάτι απάνθρωπο, καταδυναστευτικό: καθεστώς/συνθήκες ~. [< μεσν. γαλέρα < βεν. galera] | |
| 9993 | γαλέτα | γα-λέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΑΓΕΙΡ. τριμμένη φρυγανιά. Βλ. -έτα, ογκρατέν, πανέ. 2. (παλαιότ. στον στρατό) παξιμάδι. [< βεν. galeta] | |
| 9994 | γαλή | [γαλῆ] γα-λή ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): γάτα. [< αρχ. γαλῆ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ