Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [10880-10900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
9997γαλήνηγα-λή-νη ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) ψυχική και πνευματική ηρεμία: ατομική/εσωτερική/συναισθηματική ~. Στιγμές ~ης. ~ της καρδιάς/του νου. Πβ. αταραξία.|| (κατ' επέκτ.) Κοινωνική ~. Πβ. ειρηνική συνύπαρξη. ΑΝΤ. αναστάτωση (1), ανησυχία, ένταση (2), ταραχή (1) 2. νηνεμία, μπουνάτσα και γενικότ. ησυχία που επικρατεί στη φύση, το περιβάλλον: Μετά τη θαλασσοταραχή/την καταιγίδα/τη φουρτούνα έρχεται πάντα η ~. ΣΥΝ. κάλμα. Πβ. απανεμιά, άπνοια.|| Η ~ του βουνού/τοπίου/χωριού. [< αρχ. γαλήνη ‘ήρεμη θάλασσα, ψυχική ηρεμία’]
9998γαληνικός, ή, ό γα-λη-νι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: γαληνικά σκευάσματα: ΦΑΡΜΑΚ. φαρμακευτικά προϊόντα που παρασκευάζονται σε φαρμακείο και αποτελούνται από φυτικές ουσίες. Βλ. ομοιοπαθητικός. [< μτγν. γαληνικός, γαλλ. galénique, αγγλ. gallenical]
9999γαλήνιος, α, ο γα-λή-νι-ος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από γαλήνη, ήρεμος, ήσυχος: ~α: θάλασσα (: ακύμαντη).|| (μτφ.) ~ος: θάνατος (ΑΝΤ. βίαιος)/ύπνος (πβ. γλυκός). ~α: ζωή (ΑΝΤ. πολυτάραχη)/μορφή. ~ο: περιβάλλον/πρόσωπο/ύφος. ~ες: διακοπές. ● επίρρ.: γαλήνια [< μτγν. γαλήνιος]
10000γαλίγα-λί ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΟΡΝΙΘ. γαλόπουλο.
10001γαλιάντραγα-λιά-ντρα ουσ. (θηλ.) 1. ΟΡΝΙΘ. άγριο ωδικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Melanocorypha calandra) της οικογένειας των κορυδαλλών. 2. (μτφ.) φλύαρη γυναίκα. Πβ. γλωσσοκοπάνα, γλωσσού. [< ιταλ. calandra, μτγν. κάλανδρος (ο)]
10002γαλίφης, ικο γα-λί-φης επίθ./ουσ. {γαλίφ-ηδες} (λαϊκό): πρόσωπο που χρησιμοποιεί γαλιφιές για να πετύχει προσωπικά οφέλη. Πβ. γλείφτης, κόλακας, μαλαγάνας. Βλ. καταφερτζής. [< μεσν. γαλίφος]
10003γαλιφιέςγα-λι-φιές ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. γαλιφιά} (λαϊκό): όμορφα και γλυκά λόγια, κολακείες και καλοπιάσματα, που εξυπηρετούν ιδιοτελείς σκοπούς: Άσε τις ~! Δεν με ρίχνεις/τουμπάρεις με ~. Πβ. γλείψιμο, μαλαγανιά, χαριτωμενιά. [< μεσν. γαλιφιά]
10004γαλλικός, ή, ό γαλ-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Γαλλία ή/και τους Γάλλους: ~ό: ψωμί (πβ. μπαγκέτα).|| (ΙΣΤ.) ~ός: Διαφωτισμός/Μάης (του 1968: εξέγερση των φοιτητών). ● Ουσ.: Γαλλικά (τα) 1. & (επίσ.) Γαλλική (η): η γαλλική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. 2. (με μικρό γ) βρισιές: Αντάλλαξαν ~ και παραλίγο να έρθουν στα χέρια.|| (σπανιότ. στον εν., προφ.) Θα σου πω κανένα γαλλικό (= θα σε βρίσω)! ΣΥΝ. μπινελίκι (1) ● ΣΥΜΠΛ.: Γαλλική Επανάσταση: ΙΣΤ. κοινωνική εξέγερση στη Γαλλία (1789) που έβαλε τέλος στην απόλυτη μοναρχία και ανακήρυξε τη δημοκρατία., γαλλικό κλειδί βλ. κλειδί, γαλλικό παράδοξο βλ. παράδοξο, γαλλικό φιλί βλ. φιλί, καφές φίλτρου/γαλλικός καφές βλ. καφές ● ΦΡ.: φεύγω/το σκάω/το στρίβω/την κάνω αλά γαλλικά (προφ.): φεύγω, χωρίς να γίνω αντιληπτός. [< μτγν. γαλλικός]
10005γάλλιογάλ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. σπάνιο, μαλακό, αργυρόλευκο μέταλλο (σύμβ. Ga, Ζ 31) με χαμηλό σημείο τήξης, το οποίο χρησιμοποιείται σε ημιαγωγούς, σε λέιζερ και ως υποκατάστατο του υδράργυρου σε θερμόμετρα υψηλών θερμοκρασιών: αρσενικούχο ~. Νιτρίδιο του ~ίου. Βλ. ομάδα του βορίου. [< γαλλ. gallium < Gallia, ονομασία που έδωσε στο στοιχείο αυτό για να τιμήσει τη χώρα του ο εφευρέτης του, ο Γάλλος χημικός Paul-Émile Lecoq de Boisbaudran, δεν απέρριψε όμως ρητά ο ίδιος τη σύνδεση με το επώνυμό του Lecoq < λατ. Gallus ‘κόκορας’]
10006γαλλισμόςγαλ-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΓΛΩΣΣ. (γλωσσικό) δάνειο, ιδιωματισμός ή γλωσσική ιδιαιτερότητα της Γαλλικής. ~οί της ελληνικής γλώσσας (π.χ. ασανσέρ, θέτω επί τάπητος). Βλ. αγγλ-, νεολογ-ισμός. 2. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) μίμηση του στιλ, του τρόπου ζωής ή της κουλτούρας των Γάλλων: ~οί στη μόδα. [< γαλλ. gallicisme]
10007γαλλιστίγαλ-λι-στί επίρρ. (λόγ.-συνήθ. ειρων.): στη γαλλική γλώσσα. Βλ. -ιστί. [< μεσν. γαλλιστί]
10008γαλλομαθής, ής, ές βλ. -μαθής
10009Γάλλος, ΓαλλίδαΓάλ-λος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Γαλλία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει τη γαλλική υπηκοότητα. ● Υποκ.~ Γαλλιδούλα (η) (προφ.) νεαρή Γαλλίδα. [< μτγν. Γάλλος]
10010γαλλοτραφής, ής, ές βλ. -τραφής
10011γαλλοφωνίαγαλ-λο-φω-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο των δραστηριοτήτων προώθησης της γαλλικής γλώσσας και των αξιών που προβάλλει: Διεθνής Οργάνωση ~ας. Βλ. -φωνία. 2. κοινότητα γαλλόφωνων χωρών ή πληθυσμών. [< γαλλ. francophonie, διαδόθηκε περ. το 1960, αγγλ. francophonia, 1969]
10012γαλλόφωνος, η, ο βλ. -φωνος
10013γαλονάςγα-λο-νάς ουσ. (αρσ.) (αργκό-μειωτ.): αξιωματικός του στρατού. Πβ. βαθμοφόρος. Βλ. καραβανάς, μονιμάς. Βλ. -άς, -ού.
10014γαλόνι1γα-λό-νι ουσ. (ουδ.) {γαλον-ιού}: ΜΕΤΡΟΛ. (κυρ. για υγρά καύσιμα) αγγλοσαξονική μονάδα χωρητικότητας ισοδύναμη με 4,546 λίτρα στη Μεγάλη Βρετανία και 3,785 λίτρα στις ΗΠΑ: χιλιόμετρα ανά ~ (: για κατανάλωση καυσίμου). Βλ. λίβρα. [< αγγλ.-γαλλ. gallon]
10015γαλόνι2γα-λό-νι ουσ. (ουδ.) {-ιών, συνήθ. στον πληθ.} (προφ.): διακριτικό των βαθμών της στρατιωτικής ιεραρχίας ραμμένο σε στολή· συνεκδ. αξίωμα, εξουσία: χρυσά ~ια. Πβ. επωμίδα, σαρδέλα, σιρίτι. Βλ. αστέρι, παράσημο. ● ΦΡ.: (έχει) πλάκα τα γαλόνια: (κυρ. για αξιωματικό) έχει μεγάλο βαθμό., ξηλώνω τα γαλόνια (μτφ.-προφ.): απομακρύνω αξιωματικό του στρατού ή γενικότ. αξιωματούχο από τη θέση του, τον καθαιρώ., τι/τζάμπα τα έχουμε/πήραμε/φοράμε τα γαλόνια; & τι τα έχουμε τα πτυχία; (προφ.): ως δήλωση ότι κάποιος διαθέτει πραγματικά μια ικανότητα κι όχι μόνο το όνομα, τη θέση ή τον τίτλο. [< ιταλ. galloni]
10016γαλοπούλαγα-λο-πού-λα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. μεγάλο, οικόσιτο πτηνό (επιστ. ονομασ. Meleagris gallopavo) με χαρακτηριστικούς σαρκώδεις σχηματισμούς κάτω από το ράμφος και στην κεφαλή, το οποίο εκτρέφεται κυρ. για το κρέας του: (ΜΑΓΕΙΡ.) γεμιστή/καπνιστή/κατεψυγμένη/χριστουγεννιάτικη ~. Βλ. κοτόπουλο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.