Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [10900-10920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
10015γαλόνι2γα-λό-νι ουσ. (ουδ.) {-ιών, συνήθ. στον πληθ.} (προφ.): διακριτικό των βαθμών της στρατιωτικής ιεραρχίας ραμμένο σε στολή· συνεκδ. αξίωμα, εξουσία: χρυσά ~ια. Πβ. επωμίδα, σαρδέλα, σιρίτι. Βλ. αστέρι, παράσημο. ● ΦΡ.: (έχει) πλάκα τα γαλόνια: (κυρ. για αξιωματικό) έχει μεγάλο βαθμό., ξηλώνω τα γαλόνια (μτφ.-προφ.): απομακρύνω αξιωματικό του στρατού ή γενικότ. αξιωματούχο από τη θέση του, τον καθαιρώ., τι/τζάμπα τα έχουμε/πήραμε/φοράμε τα γαλόνια; & τι τα έχουμε τα πτυχία; (προφ.): ως δήλωση ότι κάποιος διαθέτει πραγματικά μια ικανότητα κι όχι μόνο το όνομα, τη θέση ή τον τίτλο. [< ιταλ. galloni]
10016γαλοπούλαγα-λο-πού-λα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. μεγάλο, οικόσιτο πτηνό (επιστ. ονομασ. Meleagris gallopavo) με χαρακτηριστικούς σαρκώδεις σχηματισμούς κάτω από το ράμφος και στην κεφαλή, το οποίο εκτρέφεται κυρ. για το κρέας του: (ΜΑΓΕΙΡ.) γεμιστή/καπνιστή/κατεψυγμένη/χριστουγεννιάτικη ~. Βλ. κοτόπουλο.
10017γάλοςγά-λος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. αρσενική γαλοπούλα. ΣΥΝ. διάνος, κούρκος ● Υποκ.: γαλόπουλο (το) [< μεσν. γάλος]
10018γαλότσαγα-λό-τσα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: φαρδιά συνήθ. λαστιχένια μπότα για προστασία από το νερό, το χιόνι ή τις λάσπες: αδιάβροχες ~ες. ~ με τρακτερωτή σόλα. Βλ. αρβύλα. [< βεν. galozza]
10019γαλοτύριγα-λο-τύ-ρι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παραδοσιακό επιτραπέζιο κρεμώδες τυρί από πρόβειο ή κατσικίσιο γάλα, υπόλευκο και με αλμυρή, υπόξινη και ευχάριστη δροσιστική γεύση. Βλ. ΠΟΠ.
10020γαλούχησηγα-λού-χη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) μετάδοση αρχών, αξιών, γνώσεων· διαπαιδαγώγηση, καθοδήγηση: ~ της νέας γενιάς με ιδανικά. ~ της προσωπικότητας (: διαμόρφωση). Πβ. ανατροφή, διάπλαση. 2. (σπάν.) γαλουχία. ΣΥΝ. θηλασμός ΑΝΤ. απογαλακτισμός (1) [< μεσν. γαλούχησις]
10021γαλουχίαγα-λου-χί-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): φυσική διατροφή βρέφους ή νεογέννητου ζώου αποκλειστικά με μητρικό γάλα· παραγωγή, έκκριση μητρικού γάλακτος (από τους μαστούς) και η αντίστοιχη χρονική περίοδος. ΣΥΝ. γαλούχηση (2), θηλασμός ΑΝΤ. απογαλακτισμός (1) [< πβ. μτγν. γαλακτουχία, μεσν. γαλουχία]
10022γαλουχώ[γαλουχῶ] γα-λου-χώ ρ. (μτβ.) {γαλουχ-είς ... -ώντας | γαλούχ-ησε, -είται, -ήθηκα, -ημένος} (λόγ.) 1. (μτφ.) μεταδίδω αξίες, αρετές, γνώσεις, ιδέες σε κάποιον (από τα πρώτα του βήματα), διαμορφώνοντας την προσωπικότητά του· μαθαίνω κάτι σε κάποιον, τον ανατρέφω: Η εκπαίδευση πρέπει να ~εί τους νέους με δημοκρατικές αξίες. Βιβλία που μας ~ούν και μας εμπνέουν. ~ημένος με αρχές/ιδανικά (= μεγαλωμένος).|| Η φιλία τους ~ήθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου (= αναπτύχθηκε). Πβ. διαπαιδαγωγώ, εκπαιδεύω, μεταλαμπαδεύω. 2. θηλάζω (βρέφος). [< μτγν. γαλουχῶ]
10023γάμαγά-μα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & γάμμα 1. το τρίτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Πβ. γ. 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε μοιάζει με κεφαλαίο γάμα (Γ): Καναπές σε σχήμα ~. Ο δρόμος σχηματίζει ένα ~. 3. ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) το τμήμα της εστίας (του τέρματος) κοντά στη συμβολή της οριζόντιας και κάθετης δοκού: δυνατό σουτ στο ~. ΣΥΝ. παραθυράκι (6) ● ΣΥΜΠΛ.: ακτίνες γάμμα βλ. ακτίνα [< αρχ. γάμμα]
10024γαμάτος, η, ο [γαμᾶτος] γα-μά-τος επίθ. (νεαν. αργκό): φανταστικός, θαυμάσιος, υπέροχος. Βλ. -άτος. ΣΥΝ. γαμηστερός (1) ● επίρρ.: γαμάτα
10025γαμάωβλ. γαμώ
10026γαμβρόςβλ. γαμπρός
10027γαμέτηςγα-μέ-της ουσ. (αρσ.) {γαμετών}: ΒΙΟΛ. αναπαραγωγικό κύτταρο που περιέχει στον πυρήνα του τον μισό αριθμό των χρωμοσωμάτων (ένα μόνο από κάθε ζεύγος) και ενώνεται με το αντίστοιχο του άλλου φύλου, για να δημιουργηθεί το κύτταρο (ζυγωτό) από το οποίο θα προκύψει νέο έμβιο ον: αρσενικοί ~ες (: σπερματοζωάρια)/θηλυκοί ~ες (: ωάρια). Βλ. γονάδες, γονιμοποίηση, μείωση. [< αρχ. γαμέτης 'σύζυγος', γαλλ. gamète, αγγλ. gamete]
10028γαμετογένεσηγα-με-το-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. σχηματισμός γαμετών. Βλ. -γένεση. [< αγγλ. gametogenesis, γαλλ. gamétogenèse, 1935]
10029γαμήλιος, α/ος, ο γα-μή-λι-ος επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τον γάμο: ~ος: τουρισμός. ~α: δεξίωση/ένωση/σχέση/τελετή (= το μυστήριο του γάμου)/τούρτα. ~ο: γλέντι (= ~ο: τραπέζι)/πάρτι/ταξίδι (= του μέλιτος). ~α: δώρα/έθιμα. Πβ. γαμικός. Βλ. γαμπρ-, νυφ-ιάτικος, συζυγικός. [< αρχ. γαμήλιος]
10030γαμηλιότηταγα-μη-λι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΔΗΜΟΓΡ. η σχέση του αριθμού των γάμων προς τον πληθυσμό μιας περιοχής ή ομάδας ατόμων. Βλ. γεννητικ-, θνησιμ-ότητα. [< γαλλ. nuptialité]
10031γαμήσιγα-μή-σι ουσ. (ουδ.) (λ. ταμπού) 1. συνουσία. ΣΥΝ. πήδημα (2) 2. (μτφ.) πολύ δύσκολο, απαιτητικό ή κουραστικό έργο. Βλ. αγγούρι. [< μεσν. γαμήσει, τό < αρχ. γαμήσειν]
10032γαμησιάτικαγα-μη-σιά-τι-κα ουσ. (ουδ.) (τα) & γαμισιάτικα (λ. ταμπού): κυρ. στη ● ΦΡ.: πληρώνω (τα) κερατιάτικα/γαμησιάτικα βλ. πληρώνω
10033γαμηστερός, ή, ό γα-μη-στε-ρός επίθ. & γαμιστερός (νεαν. αργκό) 1. φοβερός, φανταστικός, υπέροχος. ΣΥΝ. γαμάτος 2. (για πρόσ.) που έχει έντονη σεξουαλική δράση. Βλ. -ερός. ● επίρρ.: γαμηστερά
10034γαμιάςγα-μιάς ουσ. (αρσ.) (λ. ταμπού): άνδρας που φημίζεται για τις συχνές ερωτικές του επαφές και τις σεξουαλικές του επιδόσεις· κατ' επέκτ. μάγκας, παλικαράς. Πβ. επιβήτορας. Βλ. -ιάς1. [< μεσν. γαμέας]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.