Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [10920-10940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5827ΓΑΜΟ ΑΥΝΤΟΣ

[ἀπολογητική] α-πο-λο-γη-τι-κή ουσ. (θηλ.) 1. ΘΕΟΛ. (συνήθ. με κεφαλ. Α) κλάδος της Θεολογίας που έχει ως αντικείμενο την υπεράσπιση των δογμάτων της χριστιανικής πίστης: ορθόδοξη ~. Δογματική, Ηθική και ~. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε μορφή υπεράσπισης μιας ιδεολογίας, ενός συστήματος: ~ του καθεστώτος. ΣΥΝ. απολογία (2) [< γαλλ. apologétique, αγγλ. apologetic]

10037γαμοβάπτισηγα-μο-βά-πτι-ση ουσ. (θηλ.) & (προφ.) γαμοβάφτιση ΕΚΚΛΗΣ. τέλεση του γάμου ενός ζευγαριού και στη συνέχεια της βάφτισης του παιδιού ή των παιδιών τους.
10038γαμοπίλαφογα-μο-πί-λα-φο ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. παραδοσιακό φαγητό με πιλάφι το οποίο μαγειρεύεται σε ζωμό κρέατος, συνήθ. κατσικιού, περιχύνεται με στακοβούτυρο και προσφέρεται κυρ. σε γάμους στην Κρήτη.
10039γάμοςγά-μος ουσ. (αρσ.) 1. νόμιμη ένωση συνήθ. ενός άντρα και μιας γυναίκας, που αναγνωρίζονται επίσημα ως σύζυγοι με θρησκευτική ή πολιτική τελετή και συνεκδ. η αντίστοιχη τελετή και ο ακόλουθος εορτασμός: ανοιχτός (: με πολλούς προσκεκλημένους, ΑΝΤ. κλειστός)/βασιλικός/λαμπερός/παραδοσιακός/πλούσιος/χλιδάτος ~. Πρώτος/δεύτερος/τρίτος ~. ~ συμφέροντος. ~ από έρωτα/συνοικέσιο. Κοινοί ~οι (: που τελούνται ταυτόχρονα στον ίδιο χώρο). ~ (μεταξύ) γκέι/λεσβιών/ομοφύλων. (Αν)αγγελία/βίντεο/γνωριμία/δεξίωση/δήλωση (: στο ληξιαρχείο)/δώρο/έθιμα/είδη (: νυφικά, στέφανα, λαμπάδες, μπομπονιέρες)/επέτειος/οργάνωση/πιστοποιητικό/(ληξιαρχική) πράξη/προσκλητήριο/τέλεση/τραγούδι/τραπέζι (= γλέντι)/φωτογραφίες ~ου. Είναι/βρίσκεται/έφτασε σε ηλικία ~ου. Ανακοινώνω/εμποδίζω/ευλογώ/τελώ τον ~ο. Συνάπτω ~ο. Βγάζω τις άδειες του ~ου.|| (ΝΟΜ.) Άκυρος/ανυπόστατος ~. (Δικαστική) λύση ~ου (βλ. διαζύγιο). Επίδομα ~ου. Πβ. παντρειά, πάντρεμα. Βλ. στεφάνι. 2. (συνεκδ.) έγγαμος βίος, συμβίωση συζύγων: αποτυχημένος/αταίριαστος/άτυχος/διαλυμένος/επιτυχημένος ~. Σώζω τον ~ο μου. Ατύχησε/ευτύχησε στον ~ο του. Ο ~ τους κράτησε παρά τις αντιξοότητες. H πρώτη νύχτα του ~ου. 3. ΘΕΟΛ. ένα από τα επτά μυστήρια της χριστιανικής θρησκείας, με το οποίο ευλογείται η ένωση άντρα και γυναίκας, με σκοπό την πνευματική και ηθική τους τελείωση και τη γέννηση τέκνων. 4. (μτφ.) ένωση ή συνεργασία διαφορετικών ή αντίθετων πλευρών, εταιρειών: ~ (δύο) εκδοτικών οίκων. ● ΣΥΜΠΛ.: αναγκαστικός γάμος 1. που επιβάλλεται από το οικογενειακό και το κοινωνικό περιβάλλον ή λόγω ειδικών συνθηκών (συνήθ. ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης). 2. (μτφ.) συνεργασία, συμφωνία που επιβάλλεται από κάποιες καταστάσεις: ~ ~ των επιχειρήσεων., αργυροί/χρυσοί/αδαμάντινοι γάμοι: επέτειος των 25, 50 και 60 (ή 75) χρόνων έγγαμης συμβίωσης, αντίστοιχα. Βλ. ιωβηλαίο. [< γαλλ. noces d'argent/d'or/de diamant] , θρησκευτικός γάμος: που γίνεται σύμφωνα με τον τρόπο που υπαγορεύει η θρησκεία του ζευγαριού. [< γαλλ. mariage religieux] , λευκός/εικονικός γάμος: ΝΟΜ. που γίνεται συμβατικά, για λόγους σκοπιμότητας. [< γαλλ. mariage blanc] , μικτός γάμος: που πραγματοποιείται μεταξύ ετερόθρησκων ή ετερόδοξων. [< γαλλ. mariage mixte] , πολιτικός γάμος: που τελείται (1982 κ. ε.) από εκπρόσωπο δημοτικής ή άλλης πολιτικής Αρχής, συνήθ. στο δημαρχείο. [< γαλλ. mariage civil] , λίστα γάμου βλ. λίστα, πρόταση (γάμου) βλ. πρόταση ● ΦΡ.: εκτός γάμου: έξω από τα πλαίσια της έγγαμης ζωής: σχέσεις ~ ~ (= εξωσυζυγικές). Παιδιά που γεννήθηκαν ~ ~. Πβ. εξώγαμος., εντός γάμου: που προκύπτει ή λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της έγγαμης συμβίωσης: τέκνα γεννημένα ~ ~., έρχομαι εις γάμου κοινωνία(ν) (επίσ.): παντρεύομαι., όλα του γάμου δύσκολα (κι η νύφη γκαστρωμένη) (παροιμ.): όταν υπάρχουν πολλές δυσκολίες, για να γίνει κάτι ή όταν εμφανίζεται ένα (νέο) πρόβλημα σε μια ήδη δύσκολη κατάσταση., όπου γάμος και χαρά (κι) η Βασίλω πρώτη: για πρόσωπο που παρευρίσκεται σε πολλές κοινωνικές εκδηλώσεις, συχνά για να προβληθεί., πάρ' τον στον γάμο σου να σου πει «και του χρόνου» (παροιμ.): όταν κάποιος λέει κάτι, συνήθ. αρνητικό, που δεν ταιριάζει σε συγκεκριμένη περίσταση., τα (ιερά) δεσμά του γάμου (επίσ.): ο γάμος: Ενώθηκαν με ~ ~ ενώπιον Θεού και ανθρώπων., (ο) γάμος του καραγκιόζη βλ. καραγκιόζης, ζητώ (σε γάμο) βλ. ζητώ, θα αφήσουμε/σιγά μην αφήσουμε τον γάμο να πάμε για πουρνάρια βλ. αφήνω, στον γάμο του καραγκιόζη βλ. καραγκιόζης, του Κουτρούλη ο γάμος/το πανηγύρι βλ. Κουτρούλης [< αρχ. γάμος]
10040γάμπαγά-μπα ουσ. (θηλ.): το σαρκώδες οπίσθιο μέρος της κνήμης· (κατ΄επέκτ., συνήθ. στον πληθ.) το πόδι από το γόνατο μέχρι τον αστράγαλο: κράμπα/τράβηγμα στη ~. Βλ. μηρός.|| (για γυναίκα:) Καλλίγραμμες/μακριές/όμορφες ~ες. Πβ. αρίδα. ΣΥΝ. γαστροκνημία ● Υποκ.: γαμπίτσα (η) [< ιταλ. gamba < λατ. ~ < αρχ. καμπή]
10041γάμπαρηγά-μπα-ρη ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. είδος μεγάλης γκρίζας γαρίδας (επιστ. ονομασ. Penaeus kerathurus). [< ιταλ. gambero]
10042γαμπριάτικος, η, ο γα-μπρι-ά-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τον γαμπρό: ~ο: κοστούμι. Βλ. νυφικός, -ιάτικος. ● Ουσ.: γαμπριάτικα (τα): η επίσημη ενδυμασία του γαμπρού την ημέρα του γάμου.
10043γαμπρίζωγα-μπρί-ζω ρ. (αμτβ.) {γάμπριζ-ε} (προφ.): (συνήθ. για νεαρό αγόρι ή κορίτσι) επιδεικνύω ενδιαφέρον για το άλλο φύλο, αναζητώ ταίρι. Πβ. γκομενίζω, ερωτοτροπώ, φλερτάρω.
10044γαμπρόςγα-μπρός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.-λόγ.) γαμβρός 1. άνδρας που παντρεύεται ή είναι νιόπαντρος ή μελλόνυμφος· αρραβωνιαστικός. Βλ. κουμπάρος, νύφη, παρανυφάκι. 2. ο άνδρας της αδερφής ή της κόρης κάποιου. Βλ. σύγγαμπρος. 3. (ειρων.) για νεαρό άνδρα που έχει επιμελημένη εμφάνιση ή και πολλά προσόντα, με αποτέλεσμα να προκαλεί το ενδιαφέρον των κοριτσιών ή για επίδοξο, υποψήφιο μνηστήρα: περιζήτητος ~. Βλ. εργένης.|| Μοστράρει για ~. ● ΦΡ.: ντύνομαι γαμπρός/νύφη βλ. ντύνω, όρσε γαμπρέ κουφέτα βλ. όρσε, σα(ν)/αν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, (τύφλα να 'χει ο πεθερός) βλ. νύφη, στο τέλος ξυρίζουν το(ν) γαμπρό βλ. ξυρίζω [< μεσν. γαμπρός]
10045γαμψός, ή, ό γαμ-ψός επίθ.: καμπυλωτός και με μυτερή άκρη: ~ή: μύτη. ~ό: ράμφος. ~ά: νύχια. Βλ. αγκυλωτός, κυρτός. [< αρχ. γαμψός]
10046γαμώ[γαμῶ] γα-μώ ρ. (μτβ.) {γαμ-άς, -ά κ. -άει, -ώντας | γάμ-ησα, -ήσει, -ιέμαι, -ήθηκα, -ημένος} & γαμάω (λ. ταμπού) 1. έρχομαι σε σεξουαλική επαφή. Πβ. (απ)αυτώνω, πηδώ, συνουσιάζομαι. 2. (μτφ.) υποβάλλω κάποιον σε ταλαιπωρία, εξουθενώνω. Πβ. ξεθεώνω, ξεπατώνω. ● Μτχ.: γαμημένος , η, ο 1. (για δήλωση αγανάκτησης, οργής) άτιμος, καταραμένος: ~ος: καιρός. ~η: ζέστη. Πβ. αναθεματισμένος. 2. ως υβριστικός χαρακτηρισμός. ● ΦΡ.: (και) γαμώ (νεαν. αργκό-επιτατ.): ως έκφραση θαυμασμού για κάτι πολύ καλό ή ωραίο., άντε (και)/ά(ι) γαμήσου/πηδήξου! & δε γαμιέσαι; & δεν πας να γαμηθείς/πηδηχτείς & να πας να γαμηθείς/πηδηχτείς! (υβριστ.): για δήλωση αγανάκτησης, οργής ή έντονης δυσαρέσκειας προς κάποιον., γαμάει και δέρνει (μτφ.-αργκό) 1. συμπεριφέρεται αυθαίρετα και αλαζονικά. 2. & γαμάει: (εμφατ.) είναι εξαιρετικός, έχει μεγάλη επιτυχία., γάμησέ τα/γάμα τα (προφ.): για δήλωση δυσαρέσκειας, αγανάκτησης ή απόγνωσης: ~ ~ φίλε, μπερδεμένη υπόθεση/μεγάλη ιστορία. Πβ. άστα (να πάνε)., γαμώ τα παιδιά/τα άτομα & και γαμώ τα παιδιά/τα άτομα (νεαν. αργκό-επιτατ.): πολύ συμπαθητικός, αξιόλογος άνθρωπος, πολύ καλό παιδί., γαμώ το κέρατό/το στανιό μου/σου (υβριστ.): λέγεται για να δηλωθεί πολύ μεγάλη οργή., γαμώ τον/την/το ...: για έκφραση αγανάκτησης, θυμού: ~ την ατυχία/την κοινωνία μου., δε γαμιέται & δε γαμείς (προφ.): για δήλωση αδιαφορίας, απαξίωσης ή παραχώρησης: ~ ~! Ένα όνειρο ήταν και πέρασε! Πβ. δε βαριέσαι. Βλ. μην το/την ψάχνεις.|| ~ ~! Ας το κάνουμε κι ό,τι γίνει!, δεν μας γαμάς/χέζεις; & χέσε μας! (προφ.): ως έκφραση έντονης ενόχλησης, για δήλωση αποδοκιμασίας. Πβ. (άι) παράτα με!/δεν με παρατάς!, τη γάμησα/την έχω γαμήσει (νεαν. αργκό): βρίσκομαι σε εξαιρετικά δυσχερή θέση. Πβ. την κάτσαμε (τη βάρκα)., γαμώ την τύχη/το φελέκι μου βλ. φελέκι [< 1: αρχ. γαμῶ, αρχική σημ. ‘νυμφεύομαι, παντρεύομαι’]
10047γαμώτο[γαμῶτο] γα-μώ-το επιφών. & γαμώτη (αργκό): προς δήλωση αγανάκτησης, δυσαρέσκειας ή έκπληξης: ~, πάλι χάλασε η μηχανή! Δεν αντέχω άλλο, ~! Όχι, ρε ~! ● Ουσ.: γαμώτο (το): πείσμα, αξιοπρέπεια, φιλότιμο: Θα το κάνω για το ~ της υπόθεσης.
10048γάναγά-να ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.-λαϊκό) 1. πρασινωπή σκουριά που επικαλύπτει τα αγάνωτα χάλκινα σκεύη· οξείδωση χαλκού. 2. (κατ' επέκτ.) βρομιά ή καπνιά. Βλ. πουρί.
10049γανιάζωγα-νιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {γάνια-σα, -σμένος} (λαϊκό) ΣΥΝ. γκαγκανιάζω 1. κουράζομαι ψυχικά, εξαντλείται η υπομονή μου, δυσανασχετώ: ~σα (= μπαΐλντισα) να λέω τα ίδια και τα ίδια! Το παιδί έχει ~σει (= πλαντάξει) στο κλάμα. Πβ. απαυδώ.|| Μου έχουν ~σει τ' αυτιά/το μυαλό με την πολυλογία τους (= με έχουν ζαλίσει). 2. διψώ πολύ: Έχω ~σει (= έχει στεγνώσει το στόμα μου)!γανιάζει: (παλαιότ.) σκουριάζει: Τα χάλκινα σκεύη ~ουν.|| Το λάδι ~ το μπακίρι. ● ΦΡ.: μάλλιασε η γλώσσα μου βλ. γλώσσα
10050γανόδερμαγα-νό-δερ-μα ουσ. (ουδ.): σκληρό και πικρό φαρμακευτικό μανιτάρι (οικογ. Polyporaceae, ιδ. Ganoderma lucidum), γνωστό και ως μανιτάρι της αθανασίας.: ~ σε κάψουλες/ σκόνη. [< αγγλ. Ganoderma < νεολατ. ganoderma < αρχ. γάνος (το), ΄λαμπρότητα, διαύγεια΄ + δέρμα]
10051γάντζοςγά-ντζος ουσ. (αρσ.): (μεγάλο) άγκιστρο για την ανάρτηση, ανύψωση ή στερέωση ογκωδών συνήθ. αντικειμένων: μεταλλικός ~. ~ ασφαλείας/ρυμούλκησης/στήριξης. Πβ. τσιγκέλι. Βλ. αρπάγη. ● Υποκ.: γαντζάκι (το) [< βεν. ganzo]
10052γάντζωμαγά-ντζω-μα ουσ. (ουδ.) 1. κρέμασμα, στερέωση σε γάντζο. Πβ. αγκίστρωση. 2. (μτφ.) γερό κράτημα, πιάσιμο: ~ του ναυαγού από το/πάνω στο σωσίβιο. Πβ. γράπωμα. 3. (μτφ.) προσκόλληση, εξάρτηση: ~ από το/στο παρελθόν.
10053γαντζώνωγα-ντζώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {γάντζω-σα, -θηκα, -μένος}: συγκρατώ κάτι με γάντζους: ~σε τα κιβώτια, για να μην πέσουν. Πβ. αγκιστρώνω. ΑΝΤ. ξεγαντζώνω ● γαντζώνει: (μτφ.) πιάνει, συγκρατεί γερά: Κλιπ ακουστικού που ~ στο αφτί. Τα τακάκια ~ουν στον δίσκο, μόλις πατηθεί το φρένο.Τα λάστιχα ~ουν στο έδαφος (βλ. πρόσφυση). Πβ. μαγκώνω. ● Παθ.: γαντζώνομαι 1. κρατιέμαι γερά από κάτι ή κάποιον: ~θηκε στον λαιμό του πατέρα της. ΣΥΝ. γραπώνομαι.|| (σπάν. στην ενεργ. φωνή) ~σε τα δάχτυλά του στο περβάζι. 2. (μτφ.) προσκολλώμαι: Έχει ~θεί (= κολλήσει) πάνω μου σαν βδέλλα. ~μένοι με νύχια και με δόντια στην εξουσία.
10054γάντιγά-ντι ουσ. (ουδ.) {γαντ-ιού | συνήθ. στον πληθ.}: εφαρμοστό κάλυμμα του χεριού που συνήθ. φτάνει μέχρι τον καρπό και φοριέται κυρ. για προστασία από το κρύο και τις υψηλές θερμοκρασίες: βαμβακερά/δερμάτινα/μάλλινα/ποδηλατικά/προστατευτικά ~ια. ~ια ασφαλείας/εργασίας/κήπου/κουζίνας/φούρνου. ~ια του μπέιζμπολ/μποξ. Ένα ζευγάρι ~ια.|| (ΙΑΤΡ.) Αποστειρωμένα/ελαστικά/εξεταστικά/χειρουργικά ~ια. ~ια με πούδρα. ~ια μιας χρήσης.|| (μτφ., για μποξέρ ή τερματοφύλακα) Κρέμασε τα ~ια (= αποσύρθηκε). ● Υποκ.: γαντάκι (το) ● ΦΡ.: έρχεται/πάει/πέφτει/ταιριάζει γάντι/κουτί (μτφ.-προφ.): είναι φτιαγμένο για κάποιον, του αρμόζει απόλυτα: Το φόρεμα τής ~ ~. O ρόλος τού ~ ~.|| Αυτό που είπες ~ γάντι με την/στην περίσταση., με το γάντι (μτφ.): διακριτικά, με τρόπο: Ασκεί κριτική ~ ~. Της φέρεται ~ ~ (= με ευγένεια).|| (ειρων.) Τον έσφαξε ~ ~ ( = με το βαμβάκι)., πετάω/ρίχνω το γάντι σε κάποιον (μτφ.): τον προκαλώ: Του έριξε/πέταξε ~, αλλά δεν απάντησε στην πρόκληση. [< γαλλ. jeter le gant] , σηκώνω το γάντι (μτφ.-προφ.): δέχομαι την πρόκληση. [< γαλλ. gant]
10055γαντόκουκλαγα-ντό-κου-κλα ουσ. (θηλ.): είδος κούκλας που φοριέται στο χέρι σαν γάντι και χρησιμοποιείται κυρ. στο κουκλοθέατρο. Πβ. δακτυλόκουκλα. Βλ. μαριονέτα. [< αγγλ. hand puppet, 1929]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.