| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10056 | γάνωμα | γά-νω-μα ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γανώνω: Μπακίρια/χάλκινες κατσαρόλες που χρειάζονται ~.|| (μτφ.) ~ του μυαλού μας (= πλύση εγκεφάλου). ΣΥΝ. επικασσιτέρωση [< μτγν. γάνωμα 'γυαλάδα'] | |
| 10057 | γανωματής | γα-νω-μα-τής ουσ. (αρσ.) & γανωτής & (σπάν.) γανωματάς (παλαιότ.-λαϊκό): παραδοσιακός τεχνίτης που γάνωνε χάλκινα σκεύη. ΣΥΝ. κασσιτερωτής | |
| 10058 | γανώνω | γα-νώ-νω ρ. (μτβ.) {γάνω-σα, -θηκε, -μένος} (παλαιότ.-λαϊκό): επικαλύπτω την επιφάνεια χάλκινου σκεύους με κασσίτερο (καλάι), για την αποφυγή οξείδωσης: Ο γανωματής γάνωνε καζάνια/κατσαρόλες/μπακίρια. ~μένος: τέντζερης (ΑΝΤ. αγάνωτος). ● ΦΡ.: γανώνω το κεφάλι/τον εγκέφαλο/τα μυαλά/τ' αυτιά κάποιου (μτφ.-προφ.): κουράζω κάποιον με την επιμονή ή τη φλυαρία μου: Μου ~σες το κεφάλι όλη μέρα με την γκρίνια σου. Κενολογίες/προκαταλήψεις με τις οποίες μας ~ουν τα μυαλά. Πβ. ζαλίζω, σκοτίζω. [< μεσν. γανώνω] | |
| 10059 | γανωτής | βλ. γανωματής | |
| 10060 | γαρ | σύνδ. (αρχαιοπρ.-συχνά ειρων.): γιατί, επειδή: Ο χειμώνας μπήκε για τα καλά, Δεκέμβρης ~ (= βλέπεις). ● ΦΡ.: (το γήρας) ου γαρ έρχεται μόνον βλ. ου [< αρχ. γάρ] | |
| 10061 | γαργαλάω | βλ. γαργαλώ | |
| 10062 | γαργάλημα | γαρ-γά-λη-μα ουσ. (ουδ.) & (προφ.) γαργαλητό & (σπάν.-λαϊκό) γαργάλεμα: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γαργαλώ: ~ στις μασχάλες/στις πατούσες/στις φτέρνες.|| (μτφ.) Νιώθω ένα ~ στον λαιμό (: έναν ελαφρύ πόνο, ερεθισμό).|| ~ των αισθήσεων (= διέγερση). | |
| 10063 | γαργαλιστικός | , ή, ό γαρ-γα-λι-στι-κός επίθ. 1. που διεγείρει ευχάριστα κάποια από τις αισθήσεις, κυρ. τη γεύση ή την όσφρηση: ~ή: μυρωδιά. Πβ. δελεαστ-, διεγερτ-ικός. 2. ερεθιστικός, αισθησιακός, προκλητικός: ~ές: ιστορίες/λεπτομέρειες/σκηνές. ~ά: ανέκδοτα (= σόκιν)/βίντεο. Πβ. πικάντικος, πιπεράτος. ● επίρρ.: γαργαλιστικά [< γαλλ. titillant] | |
| 10064 | γαργαλώ | [γαργαλῶ] γαρ-γα-λώ ρ. (μτβ.) {γαργαλ-άς ..., -ώντας | γαργάλ-ησα, -ιέμαι, -ήθηκα, -ημένος} & γαργαλάω & γαργαλίζω & (λαϊκό) γαργαλεύω: κινώ γρήγορα ή απαλά τα δάχτυλά μου σε ευαίσθητο σημείο του σώματος κάποιου, προκαλώντας του ακούσιο γέλιο ή/και συσπάσεις: ~ησε το μωρό στην κοιλιά/στον λαιμό/στη μασχάλη/στην πατούσα. ~ιέται εύκολα. Βλ. τσιμπώ, χαϊδεύω. ● γαργαλά & γαργαλάει (μτφ.-προφ.) 1. πονάει, ερεθίζει: Με ~ (λίγο) ο λαιμός (= με γρατζουνάει, με γδέρνει)/η μύτη μου (= με τρώει/φαγουρίζει). 2. διεγείρει, ξεσηκώνει, συγκινεί: Μυρωδιά που ~ τη μύτη. Εικόνες που ~ούν τις αισθήσεις.|| Με ~ η ιδέα να ... (= προκαλεί). ● ΦΡ.: γαργάλησέ με να γελάσω (ειρων.): για άνοστο ή κακόγουστο αστείο. [< μεσν. γαργαλώ] | |
| 10065 | γαργαντούας | γαρ-γα-ντού-ας ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ.): λαίμαργος, αδηφάγος. Πβ. άπληστος, πλεονέκτης. [< γαλλ. Gargantua, όνομα ήρωα του Fr. Rabelais] | |
| 10066 | γαργάρα | γαρ-γά-ρα ουσ. (θηλ.): πλύση του στόματος και του φάρυγγα συνήθ. με στοματικό διάλυμα: Έκανα ~ες με αλατόνερο. ● ΦΡ.: το κάνω γαργάρα (προφ.): αποφεύγω να σχολιάσω ή να εκφέρω γνώμη για κάτι που δεν με συμφέρει, κάνω πως δεν καταλαβαίνω: Γνώριζε για την υπόθεση, αλλά το έκανε ~. Πβ. καταπίνω. Βλ. προσπερνώ. | |
| 10067 | γάργαρος | , η, ο γάρ-γα-ρος επίθ.: (για τρεχούμενο νερό) που κυλάει, παράγοντας ελαφρύ, ευχάριστο ήχο· κατ΄επέκτ. καθαρός, διαυγής: ~η: πηγή. ~ο: ποτάμι/ρυάκι. Πβ. κελαρυστός.|| (μτφ.) ~η: φωνή. ~ο: γέλιο. ~ και γλαφυρός/πηγαίος λόγος. Πβ. κρυστάλλινος, λαγαρός. [< μεσν. γάργαρος] | |
| 10068 | γαρδέλι | γαρ-δέ-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΟΡΝΙΘ. καρδερίνα. [< μεσν. γαρδέλιον < ιταλ. cardello] | |
| 10069 | γαρδένια | γαρ-δέ-νια ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αειθαλής καλλωπιστικός θάμνος (επιστ. ονομασ. Gardenia jasminoides) με λευκά, πολύ αρωματικά άνθη και γυαλιστερά σκουροπράσινα φύλλα· συνεκδ. το άνθος του αντίστοιχου φυτού. Βλ. γιασεμί. [< γαλλ. gardenia, 1777, σκωτσέζικο ανθρ. A. Garden] | |
| 10070 | γαρδούμπα | γαρ-δού-μπα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. εντόσθια ή γλυκάδια αρνιού (ή κατσικιού), κομμένα σε μακρόστενες λωρίδες, τυλιγμένα με έντερα και πασπαλισμένα κυρ. με αλάτι, πιπέρι, ρίγανη, λάδι και λεμόνι, τα οποία ψήνονται στον φούρνο ή στα κάρβουνα. Βλ. κοκορέτσι, κοντοσούβλι, πασχαλινός οβελίας. ● Υποκ.: γαρδουμπάκια (τα) [< μεσν. γαρδούμιον] | |
| 10071 | γαριάζει | γα-ριά-ζει ρ. (αμτβ.) {γάρια-σε, -σμένος} (προφ.): (για λευκά υφάσματα ή σπανιότ. άσπρες επιφάνειες) χάνει τη λάμψη του, κιτρινίζει ή γκριζάρει: ~σε το τραπεζομάντιλο. ~σμένες: κάλτσες. Η χλωρίνη λευκαίνει τα ~σμένα ρούχα. | |
| 10072 | γαρίδα | γα-ρί-δα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. μικρό εδώδιμο μαλακόστρακο (επιστ. ονομασ. Parapenaeus longirostris), με μακρύ κοκκινωπό ή γκρίζο σώμα με πολλές αρθρώσεις, πέντε ζεύγη ποδιών, μακριά ουρά, μακρόστενο κεφάλι με δύο μακριές και δύο μικρότερες κεραίες και εξογκωμένα μάτια: (ΜΑΓΕΙΡ.) αποφλοιωμένες/βρασμένες/κατεψυγμένες ~ες. ~ες κοκτέιλ/σαγανάκι/στα κάρβουνα. Μακαρονάδα με ~ες (= γαριδομακαρονάδα). Πβ. γάμπαρη. Βλ. αστακός, καραβίδα. ● Υποκ.: γαριδούλα (η) ● ΦΡ.: το μάτι μου γαρίδα 1. παρακολουθώ με μεγάλη προσοχή, προκειμένου να μη μου διαφύγει τίποτα: (Να έχεις) το ~ σου ~! Πβ. έχω τ' αυτιά/τα μάτια μου ανοιχτά. 2. έχω αϋπνία: Έπεσε για ύπνο, αλλά ~ του ~. [< μεσν. γαρίδα] | |
| 10073 | γαριδάκι | γα-ρι-δά-κι ουσ. (ουδ.) 1. ΖΩΟΛ. (υποκ.) μικρή γαρίδα: (ΜΑΓΕΙΡ.) τηγανητό ~. 2. είδος δολώματος για εξόντωση τρωκτικών. ● γαριδάκια (τα): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μακρόστενες, ημικυκλικές ή κυκλικές μπουκίτσες από καλαμποκάλευρο, οι οποίες πωλούνται σε σακουλάκι ως αλμυρό σνακ: ~ με γεύση πάπρικα/τυρί. Βλ. πατατάκια, τζανκ φουντ. || ~ συσκευασίας από φελιζόλ (για την πλήρωση των κενών). | |
| 10074 | γαριδομακαρονάδα | γα-ρι-δο-μα-κα-ρο-νά-δα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. μακαρονάδα με γαρίδες. Βλ. αστακο-, καραβιδο-μακαρονάδα. | |
| 10075 | γαριδοσαλάτα | γα-ρι-δο-σα-λά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σαλάτα με κύριο συστατικό βρασμένες γαρίδες. Βλ. -σαλάτα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ