Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [10960-10980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
10076γαριφαλέλαιογα-ρι-φα-λέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): αιθέριο έλαιο που εξάγεται από τους βλαστούς ή τα φύλλα του γαρίφαλου και έχει αναλγητικές, αντισηπτικές και αντιασθματικές ιδιότητες: ~ για τον πονόδοντο. Βλ. -έλαιο.
10077γαριφαλιάγα-ρι-φα-λιά ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) γαρουφαλιά: ΒΟΤ. πολυετές ποώδες, αγγειόσπερμο, καλλωπιστικό φυτό (επιστ. ονομασ. Dianthus caryophyllus), με λεπτούς βλαστούς που χωρίζονται με γόνατα (κόμπους), στενά αυλακωτά φύλλα και αρωματικά άνθη με πριονωτά πέταλα σε διάφορα χρώματα.
10078γαρίφαλογα-ρί-φα-λο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) γαρούφαλο 1. ΒΟΤ. το άνθος της γαριφαλιάς: κόκκινα/λευκά ~α. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. καθένας από τους αποξηραμένους οφθαλμούς του τροπικού δέντρου Ευγενία η αρωματική, που χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα στη μαγειρική, τη ζαχαροπλαστική, την αρτοποιία και την ποτοποιία: τριμμένο ~. Καρφί ~ου. Βλ. κανέλα, κολίανδρος, κύμινο, μοσχοκάρυδο. ΣΥΝ. καρυόφυλλο, μοσχοκάρφι ● ΦΡ.: μόσχος!/μόσχος και κανέλα/και γαρίφαλο βλ. μόσχος2 [< μεσν. γαρούφαλο, γαρόφαλον < καρυόφυλλον]
10079γαρμπήςγαρ-μπής ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. νοτιοδυτικός άνεμος. Πβ. λίβας. Βλ. γρέγος, λεβάντες, μαΐστρος, πουνέντες, σιρόκος, τραμουντάνα. [< μεσν. γαρμπής < βεν. garbin]
10080γαρμπίλιγαρ-μπί-λι ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. λεπτόκοκκο χαλίκι. Πβ. σύντριμμα. Βλ. αμμοχάλικο. [< πιθ. ιταλ. garbuglio]
10081γαρνίρισμαγαρ-νί-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {γαρνιρίσμ-ατος}: ΜΑΓΕΙΡ. -ΖΑΧΑΡ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γαρνίρω: σαντιγί για ~. Πβ. γαρνιτούρα.
10082γαρνίρωγαρ-νί-ρω ρ. (μτβ.) {γαρνίρ-οντας | γαρνίρι-σα, -σμένος}: ΜΑΓΕΙΡ. -ΖΑΧΑΡ. στολίζω (με γαρνιτούρα): ~ την τούρτα (με σαντιγί). Φιλέτο ~σμένο με ρύζι. Παγωτό ~σμένο με αμύγδαλα και σιρόπι. [< γαλλ. garnir]
10083γαρνιτούραγαρ-νι-τού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΑΓΕΙΡ. -ΖΑΧΑΡ. κάθε φαγώσιμο που χρησιμοποιείται για το στόλισμα πιάτου, γλυκού ή ποτού: κρέας με ~ σαλάτα. Γλυκό με ~ σιρόπι σοκολάτας. Πβ. γαρνίρισμα. 2. (κατ΄ επέκτ., κυρ. σε ρούχα) στολίδι: διακοσμητικές ~ες και κεντήματα. Πβ. τρέσα.|| (αρνητ. συνυποδ.) Ομιλία χωρίς ~ες και φανφάρες. Πβ. φιοριτούρα. [< γαλλ. garniture]
10084γάροςγά-ρος ουσ. (αρσ.) 1. άλμη, σαλαμούρα. 2. ΑΡΧ. (στην αρχαιότητα και τη βυζαντινή εποχή) σάλτσα κυρ. από ακαθάριστα μικρά ψάρια, εντόσθια ψαριών, αλάτι, πιπέρι και ξίδι. [< αρχ. γάρος]
10085γαρουφαλιάβλ. γαριφαλιά
10086γαστέραγα-στέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. κοιλιά. [< αρχ. γαστήρ]
10087γαστερό-βλ. γαστρο-
10088γαστερόποδαγα-στε-ρό-πο-δα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -όδων}: ΖΩΟΛ. ομοταξία υδρόβιων και χερσαίων μαλακίων (πεταλίδες, σαλιγκάρια), που φέρουν στην κοιλιακή χώρα ένα πλατύ, μυώδες πόδι το οποίο τους επιτρέπει να έρπουν. Βλ. αμφί-, αρθρό-, κεφαλό-ποδα. [< γαλλ. gastéropodes, αγγλ. gasteropoda]
10089γαστρ-βλ. γαστρο-
10090γάστραγά-στρα ουσ. (θηλ.) 1. στρογγυλό ή ωοειδές, βαθύ, πήλινο ή μεταλλικό μαγειρικό σκεύος με καπάκι για ψήσιμο φαγητών στον φούρνο: κρέας με πατάτες στη ~. Βλ. γιουβέτσι, ταψί. 2. ΝΑΥΤ. τα ύφαλα του πλοίου. Βλ. ίσαλα, καρίνα. [< αρχ. γάστρα]
10091γαστραλγίαγα-στραλ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. έντονος πόνος στο στομάχι ή το επιγάστριο, που εμφανίζεται σε χρόνιες ή οξείες παθήσεις. Πβ. κοιλό-, στομαχό-πονος. Βλ. -αλγία, γαστρ-, γαστρεντερ-ίτιδα. [< γερμ. Gastralgie, γαλλ. gastralgie, αγγλ. gastralgia]
10092γαστρεκτομήγα-στρε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική αφαίρεση όλου ή τμήματος του στομάχου (σε περιπτώσεις καρκίνου, έλκους ή βαριάς μορφής παχυσαρκίας): κάθετη/μερική/ολική ~. Βλ. γαστρο-, -εκτομή. [< γαλλ. gastrectomie, αγγλ. gastrectomy]
10093γαστρεντερικός, ή, ό γα-στρε-ντε-ρι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το στομάχι και το έντερο: ~ός: σωλήνας. ~ή: αιμορραγία/οδός/ορμόνη (= γκρελίνη). ~ό: σύστημα. ~οί: υποδοχείς. ~ές: διαταραχές. ~ά: συμπτώματα. Βλ. πεπτικός. [< γαλλ. gastro-intestinal, αγγλ. gastroenteric]
10094γαστρεντερίτιδαγα-στρε-ντε-ρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του στομάχου και του εντέρου η οποία εκδηλώνεται κυρ. με εμετούς, διάρροια, πυρετό, κολικούς και ναυτία: ηωσινοφιλική/ιογενής/οξεία ~. ~ λόγω σαλμονέλας/στρες/τροφικής δηλητηρίασης. [< γαλλ. gastroentérite, αγγλ. gastroenteritis]
10095γαστρεντερολογίαγα-στρε-ντε-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Γ): ΙΑΤΡ. κλάδος που έχει ως αντικείμενό του τη λειτουργία και τις παθήσεις του πεπτικού συστήματος, καθώς και των παρακείμενων οργάνων (ήπαρ, χολή, πάγκρεας). Βλ. -λογία. [< γαλλ. gastroentérologie, 1938, αγγλ. gastroenterology, περ. 1904]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.