Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [1080-1100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
91άβλαβος, η, ο [ἄβλαβος] ά-βλα-βος επίθ. & άβλαπτος & άβλαφτος (λαϊκό-λογοτ.): αβλαβής. [< μτγν. ἄβλαπτος, μεσν. άβλαφτος]
92αβλέμονας[ἀβλέμονας] α-βλέ-μο-νας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): μόνο στη ● ΦΡ.: τρώω/καταβροχθίζω/πίνω/κατεβάζω τον αγλέο(υ)ρα/το καταπέτασμα/τ' άντερά μου/τον άμπακα/τον αβλέμονα βλ. αγλέουρας
93αβλέπτημα[ἀβλέπτημα] α-βλέ-πτη-μα ουσ. (ουδ.) {αβλεπτήμ-ατος | -ατα, -άτων} (επίσ.): σφάλμα από απροσεξία ή παραδρομή: σοβαρό ~. Τυπογραφικά ~ατα. Κείμενο με ~ατα. Έλεγχος για τυχόν ~ατα. Πβ. παρόραμα. Βλ. αβλεψία. [< μτγν. ἀβλέπτημα]
94αβλεπτί[ἀβλεπτί] α-βλε-πτί επίρρ. & (καταχρ.) αβλεπί & αβλεπεί: χωρίς προηγούμενη εξέταση, χωρίς ιδιαίτερη προσοχή ή σκέψη: Αγοράζω/απορρίπτω/δέχομαι/επιλέγω/συμφωνώ ~.|| Αβλεπί στοίχημα (βλ. ποντάρισμα) στο πόκερ (: χωρίς να βλέπουν οι παίκτες το ποσό του στοιχήματος). [< αρχ. ἀβλεπτῶ]
95αβλεψία[ἀβλεψία] α-βλε-ψί-α ουσ. (θηλ.) {αβλεψιών}: απροσεξία και (κατ' επέκτ. ιδ. στον πληθ.) λάθος που οφείλεται σε αυτή: ιατρική/κατασκευαστική/νομική/πολιτική ~. Διοικητικές/μεταφραστικές/ορθογραφικές/τεχνικές/τυπογραφικές ~ες. ~ ή αμέλεια. Το σφάλμα οφείλεται σε ~. Υπεύθυνος για οποιαδήποτε ατέλεια ή ~. Συγγνώμη, ήταν δική μου ~! Η παραμικρή ~ εκ μέρους του πιλότου μπορεί να αποβεί μοιραία. ~ες των διοργανωτών/της έκδοσης/του συγγραφέα. ~ες και παραλείψεις/παρατυπίες/προχειρότητες. ~ες στην έκφραση και γλωσσικά ολισθήματα. Πβ. αβλέπτημα, παραδρομή. ● ΦΡ.: από αβλεψία & (λόγ.) εξ αβλεψίας [ἐξ ἀβλεψίας]: από απροσεξία, χωρίς να υπάρχει πρόθεση: σφάλματα ~ ~ ή λόγω άγνοιας. Δεν διορθώθηκε/καταχωρήθηκε ~ ~. Έγινε συνειδητά ή ~ ~; Παράβαση εξ ~ας. ΣΥΝ. εκ παραδρομής, κατά λάθος [< μτγν. ἀβλεψία]
96αβοήθητος, η, ο [ἀβοήθητος] α-βο-ή-θη-τος επίθ.: που δεν έχει ή δεν βρήκε βοήθεια, υποστήριξη: ~α: ζώα/παιδιά. ~ από συγγενείς/φίλους. Αισθάνεται/μένει ~. ~ στο έλεος του Θεού (πβ. ανυπεράσπιστος, απροστάτευτος). Αδύναμος/άστεγος/μικρός και ~. Αιμορραγούσε ~ (στον δρόμο). Εγκατέλειψε ~ο το θύμα του. ● ΦΡ.: μόνος κ(α)ι αβοήθητος (εμφατ.): χωρίς καμία απολύτως βοήθεια: Αγωνίστηκε/αντιμετώπισε (το πρόβλημα)/ξεψύχησε ~ ~. ~ ~ στη μάχη/στην προσπάθεια για ... Τον άφησαν ~ο και ~ο. Μεγάλωσε ~η και ~η τα παιδιά της. [< μτγν. ἀβοήθητος]
97αβοκάντο[ἀβοκάντο] α-βο-κά-ντο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. ο αχλαδόσχημος καρπός του ομώνυμου τροπικού δέντρου (επιστ. ονομασ. Persea gratissima), που έχει βαθυπράσινη ή μαυριδερή φλούδα, μεγάλο κουκούτσι και μαλακή κιτρινοπράσινη ψίχα με βουτυρώδη γεύση: μους/σάλτσα ~. Δροσιστικό ντιπ/σαλάτα (με) ~ (βλ. γουακαμόλε). Γαλάκτωμα/λάδι ~. Βλ. ανανάς. [< αγγλ. avocado < ισπαν. aguacate < γλ. Nαχουάτλ των Αζτέκων āhuacatl ‘όρχις’, πβ. ιταλ. avocado, 1955]
98αβοκέτα[ἀβοκέτα] α-βο-κέ-τα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. σπάνιο είδος παρυδάτιου πουλιού (επιστ. ονομασ. Recurvirostra avosetta) με μακριά πόδια, ασπρόμαυρο φτέρωμα και μακρύ, κυρτό προς τα πάνω ράμφος. Βλ. -έτα, καλαμοκανάς, στεγανόποδα. [< ιταλ. avocetta, γαλλ. avocette]
99αβόλευτος, η, ο [ἀβόλευτος] α-βό-λευ-τος επίθ. (οικ.-μτφ.) 1. που δεν βολεύεται, δεν συμβιβάζεται, δεν επαναπαύεται: ~η: ψυχή. ~οι: αγωνιστές. ~ στο σύστημα. 2. (για πρόσ.) που δεν έχει βολευτεί, δεν έχει αποκατασταθεί επαγγελματικά, οικονομικά. ΑΝΤ. αποκατεστημένος (1), βολεμένος ● ΦΡ.: έχει τον αβόλευτο (προφ.): δεν κάθεται σε ησυχία.
100άβολος, η, ο [ἄβολος] ά-βο-λος επίθ. 1. που δεν βολεύει, δεν παρέχει άνεση, ευκολία: ~ος: καναπές (ΑΝΤ. αναπαυτικός, άνετος)/μηχανισμός (πβ. δύσχρηστος)/χειρισμός. ~η: στάση. ~ο: κάθισμα/κρεβάτι/σπίτι. ~α: παπούτσια (πβ. στενά)/ρούχα. Μικρός και ~ χώρος αποσκευών. Είναι ~ο (= δεν είναι βολικό) να ...|| (μτφ.) ~η: ώρα. ~ο: πρόγραμμα/ωράριο (: που δεν εξυπηρετεί, ΑΝΤ. εξυπηρετικό). ~ες: μετακινήσεις/συνθήκες. Βρέθηκε στην ~η (= δυσάρεστη, αμήχανη) θέση να ... Διατύπωση ~ων ερωτημάτων (: που φέρνουν σε δύσκολη θέση). 2. (σπάν.-για πρόσ.) δύστροπος, ανάποδος, δύσκολος: ~ος: αντίπαλος. ● επίρρ.: άβολα [< μεσν. άβολος]
101Αβορίγινες[Ἀβορίγινες] Α-βο-ρί-γι-νες ουσ. (αρσ.) (οι): ΕΘΝΟΛ. αυτόχθονες της Αυστραλίας: Οι γλώσσες/ο πολιτισμός/η τέχνη/οι φυλές των ~ων. Βλ. Ινδιάνος. [< γαλλ. aborigènes, πβ. μτγν. Ἀβοριγῖνες ‘οι πριν από τους Ρωμαίους κάτοικοι της Ιταλίας’]
102αβουλησία[ἀβουλησία] α-βου-λη-σί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.): ΨΥΧΙΑΤΡ. αβουλία. [< μτγν. ἀβουλησία]
103αβουλία[ἀβουλία] α-βου-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. έλλειψη θέλησης, αποφασιστικότητας, πρωτοβουλίας: κυβερνητική ~. Πολιτική ~ επί του πρακτέου. ~ και ατολμία/παθητικότητα. ~ των αρμόδιων υπηρεσιών στο να προχωρήσουν τα έργα. Εξαιτίας της ~ας του έχασε πολλές ευκαιρίες στη ζωή του. Πβ. αναποφασιστικ-, διστακτικ-ότητα. 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. μείωση, έλλειψη ή απώλεια της βούλησης, της ικανότητας λήψης αποφάσεων: Συμπτώματα της σχιζοφρένειας είναι η γενική αδράνεια, η απάθεια και η ~. ΣΥΝ. αβουλησία [< 1: αρχ. ἀβουλία, 2: γαλλ. aboulie, γερμ. Abulie]
105Αβραάμ[Ἀβραάμ] Α-βρα-άμ κύριο όν. (αρσ.) {άκλ.}: συνήθ. στη ● ΦΡ.: του Αβραάμ και του Ισαάκ τα αγαθά/τα καλά βλ. αγαθά [< μτγν. Ἀβραάμ]
106αβραμιαίος, α, ο [ἀβραμιαῖος] α-βρα-μι-αί-ος επίθ. (λόγ.): ΕΚΚΛΗΣ. που αναφέρεται ή ανήκει στον Αβραάμ: ~α: διαθήκη.|| (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) ~α: φιλοξενία (= πλουσιοπάροχη). Βλ. -ιαίος. [< μτγν. ἀβραμιαῖος]
107άβραστος, η, ο [ἄβραστος] ά-βρα-στος επίθ. 1. που δεν έχει βράσει αρκετά ή καθόλου: ~η: πατάτα. ~ο: γάλα (ΑΝΤ. βρασμένο)/κρέας (βλ. ωμό)/νερό/ρύζι. ~α: αβγά/λαχανικά/όσπρια. Βλ. άψητος. ΑΝΤ. βραστός (2) 2. που δεν έχει υποστεί ζύμωση: ~ος: μούστος. ~ο: κρασί. ΣΥΝ. αζύμωτος (2) [< μεσν. άβραστος]
108άβρεχτος, η, ο [ἄβρεχτος] ά-βρε-χτος επίθ. & (σπάν.) άβρεχος 1. που δεν έχει βραχεί: ~ο: παξιμάδι (= που δεν το έχουν βρέξει, μουσκέψει). ~α: πόδια/ρούχα. ΣΥΝ. στεγνός. ΑΝΤ. βρεγμένος.|| ~ο: σκάφος/φουσκωτό (= καινούργιο).|| ~ος: μήνας (πβ. άβροχος). 2. (μτφ.-σπάν.) (για πρόσ.) που δεν έχει υποστεί απώλειες, πλήγματα: Βγήκε/πέρασε ~ από τη δοκιμασία. Πβ. αβρόχοις ποσί. [< 1: αρχ. ἄβρεκτος]
109αβροδίαιτος, η, ο [ἁβροδίαιτος] α-βρο-δί-αι-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που ζει με ανέσεις και κατ' επέκτ. μαλθακός ή ντελικάτος: ~ος: αστός. Πβ. τρυφηλός.|| (ειρων.) ~οι: θεράποντες των τεχνών/νεανίσκοι (= καλομαθημένοι).|| ~οι: τρόποι (= λεπτεπίλεπτοι). [< αρχ. ἁβροδίαιτος]
110αβρός, ή, ό [ἁβρός] α-βρός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που διακρίνεται από λεπτότητα, ευγένεια, κομψότητα: ~ός: άνθρωπος/χαρακτήρας. ~ και καλλιεργημένος/περιποιητικός/ρομαντικός. Μας υποδέχτηκε ευγενής, ~, ένας πραγματικός κύριος! Πβ. ντελικάτος.|| ~ός: εναγκαλισμός/τόνος φωνής. ~ή: διατύπωση (= κομψή)/συμπεριφορά/φυσιογνωμία. ~ό: δέρμα (= απαλό)/πρόσωπο/χάδι (= τρυφερό)/χέρι (πβ. λεπτοκαμωμένο). ~οί: τρόποι. ~ές: κινήσεις. ~ά: λόγια. ~ά: μάγουλα/χείλη. ~ και γλυκός. ~ό και μειλίχιο ύφος. ● επίρρ.: αβρά [< αρχ. ἁβρός]
111αβρότητα[ἁβρότητα] α-βρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {αβροτήτ-ων} (λόγ.): λεπτότητα, ευγένεια, κομψότητα και (συνεκδ. στον πληθ.) τα αντίστοιχα λόγια ή οι ανάλογες πράξεις: γαλατική/διπλωματική/πολιτική/συναδελφική ~. Εκδηλώσεις/κίνηση/σχέσεις ~ας. (Τον διακρίνει) ~ και φινέτσα. Συμπεριφέρεται με ~. Χειρίστηκε την υπόθεση με ~. Από ~ (= διακριτικότητα) δεν του έκανε προσωπικές ερωτήσεις. Παραχώρησα τη θέση μου σε ένδειξη ~ας.|| Αμοιβαίες/λεκτικές ~ες. Ανταλλαγή ~ων. Πβ. αβροφροσύνη. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αγένεια [< αρχ. ἁβρότης]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.