| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10096 | γαστρεντερολογικός | , ή, ό γα-στρε-ντε-ρο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη γαστρεντερολογία: ~ή: κλινική/χειρουργική. ~ές: εξετάσεις (: γαστροσκόπηση, μανομετρία).|| (ως ουδ. ουσ., το αντίστοιχο νοσοκομειακό τμήμα) Διευθυντής ~ού. [< αγγλ. gastroenterological, 1927] | |
| 10097 | γαστρεντερολόγος | γα-στρε-ντε-ρο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ειδικευμένος στη γαστρεντερολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. gastroentérologue, περ. 1950, αγγλ. gastro-enterologist] | |
| 10098 | γαστρικός | , ή, ό γα-στρι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην κοιλιά ή το στομάχι: ~ός: βλεννογόνος/δακτύλιος. ~ή: αρτηρία/δυσφορία/ζώνη/κένωση/παλινδρόμηση/πάρεση/πτύχωση (: επέμβαση για τον περιορισμό της χωρητικότητας του στομάχου στα παχύσαρκα άτομα). ~ό: μανίκι/μπαλόνι (= ενδογαστρικό)/οξύ. ~οί: πολύποδες.|| ~ή πλύση/~ό έλκος (ενν. στομάχου). Βλ. ρινο~. ● ΣΥΜΠΛ.: γαστρική παράκαμψη βλ. παράκαμψη, γαστρικό υγρό βλ. υγρό [< γαλλ. gastrique, αγγλ. gastric banding, 1983] | |
| 10099 | γαστριμαργία | γα-στρι-μαρ-γί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): υπερβολική επιθυμία για το καλό συνήθ. φαγητό. Πβ. αδηφαγία, βουλιμία, λαιμαργία, καλο-, πολυ-φαγία. [< αρχ. γαστριμαργία] | |
| 10100 | γαστριμαργικός | , ή, ό γα-στρι-μαρ-γι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που σχετίζεται με τη γαστριμαργία και γενικότ. τη διατροφή: ~ή: εμπειρία/πανδαισία. ~ές: απολαύσεις/δημιουργίες/συνήθειες. ~ά: γούστα. Βλ. γαστρονομικός. [< μτγν. γαστριμαργικός] | |
| 10101 | γαστρίμαργος | , η, ο γα-στρί-μαρ-γος επίθ./ουσ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που χαρακτηρίζεται από γαστριμαργία. Πβ. καλοφαγάς, κοιλιόδουλος, λαίμαργος, λιχούδης. [< αρχ. γαστρίμαργος] | |
| 10102 | γαστρίνη | γα-στρί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πεπτιδική ορμόνη που εκκρίνεται από το πυλωρικό άντρο του στομάχου και διεγείρει την έκκριση του γαστρικού οξέος. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. gastrine, 1905, αγγλ. gastrin, 1905] | |
| 10103 | γαστρίτιδα | γα-στρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του βλεννογόνου του στομάχου η οποία οφείλεται σε μόλυνση από το ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού, σε παρασιτώσεις, σε υπερέκκριση γαστρικού υγρού, στο στρες και εκδηλώνεται με δυσπεψία, φούσκωμα, ναυτία, εμετούς και απώλεια της όρεξης: αιμορραγική/αλκαλική/ατροφική/οξεία/χρόνια ~. Βλ. γαστρεντερίτιδα, έλκος, -ίτιδα. [< γαλλ. gastrite, αγγλ. gastritis] | |
| 10104 | γαστρο- | & γαστρό-, γαστερό-, γαστρί-, γαστρι-, γαστρ- (κυρ. επιστ.): λεξικό πρόθημα για τον σχηματισμό λέξεων που αναφέρονται στο στομάχι: γαστρο-ρραγία/~σκόπηση. Γαστρ-εντερολόγος.|| Γαστερό-ποδα.|| (κατ' επέκτ. με αναφορά στο φαγητό:) Γαστρο-νομία/~νομικός. Γαστρί-μαργος. | |
| 10105 | γαστροδωδεκαδακτυλικός | , ή, ό γα-στρο-δω-δε-κα-δα-κτυ-λι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το στομάχι και το δωδεκαδάκτυλο: ~ή: αρτηρία. ~ό: έλκος. [< γαλλ. gastro-duodénal, αγγλ. gastroduodenal] | |
| 10106 | γαστροκνημία | γα-στρο-κνη-μί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. γάμπα. [< αρχ. γαστροκνημία] | |
| 10107 | γαστροκνήμιος | γα-στρο-κνή-μι-ος ουσ. (αρσ.) & (προφ.) γαστροκνήμιο (το): ΑΝΑΤ. ο μεγάλος, εξέχων μυς της γαστροκνημίας: δικέφαλος/θλάση ~ίου. Κράμπα στον ~ο. [< μτγν. γαστροκνήμιον, γαλλ. gastro-cnémien, αγγλ. gastrocnemius] | |
| 10108 | γαστρονομία | γα-στρο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. η τέχνη και οι γνώσεις που απαιτούνται για την προετοιμασία, το σερβίρισμα και την απόλαυση εκλεκτού φαγητού· κατ' επέκτ. η κουζίνα μιας περιοχής: γαλλική/ιταλική/υψηλή ~. Συγκριτική ~. Βλ. γευσιγνωσία, γκουρμέ, -νομία.|| Παραδοσιακή/τοπική ~ (= σπεσιαλιτέ). ● ΣΥΜΠΛ.: μοριακή γαστρονομία: η εφαρμογή των αρχών της φυσικής και της χημείας στη μαγειρική τέχνη. [< αγγλ. molecular gastronomy, 1988] [< μτγν. γαστρονομία, γαλλ. gastronomie, αγγλ. gastronomy] | |
| 10109 | γαστρονομικός | , ή, ό γα-στρο-νο-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη γαστρονομία: ~ός: οδηγός (βλ. τσελεμεντές)/πολιτισμός. ~ή: κουλτούρα/παράδοση. ~ές: απολαύσεις/προκλήσεις. Πβ. γκουρμέ. ● ΣΥΜΠΛ.: γαστρονομικός τουρισμός: που έχει ως κίνητρο την απόκτηση γαστρονομικών εμπειριών και την ανακάλυψη των εδεσμάτων και των διατροφικών συνηθειών μιας περιοχής. Βλ. οινοτουρισμός. [< γαλλ. gastronomique, αγγλ. gastronomic] | |
| 10110 | γαστρονόμος | γα-στρο-νό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με τη γαστρονομία· κατ΄επέκτ. ο γνώστης του καλού και εκλεκτού φαγητού. Βλ. μάγειρας, -νόμος.|| Πβ. γκουρμέ, καλοφαγάς. Βλ. γευσιγνώστης. [< γαλλ.-αγγλ. gastronome] | |
| 10111 | γαστροοισοφαγικός | , ή, ό γα-στρο-οι-σο-φα-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση: επαναφορά του όξινου περιεχόμενου του στομάχου στον οισοφάγο, λόγω χαλάρωσης του σφιγκτήρα, που συνοδεύεται από πόνο και δυσπεψία. Βλ. καούρα, οισοφαγίτιδα. [< αγγλ. gastroesophageal reflux, 1966] [< γαλλ. gastro-oesophagien, αγγλ. gastroesophageal] | |
| 10112 | γαστροπλαστική | γα-στρο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κάθε χειρουργική τεχνική η οποία αποσκοπεί στον περιορισμό της χωρητικότητας του στομάχου με σκοπό την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας: κάθετη ~. Βλ. γαστρικός δακτύλιος, γαστρική πτύχωση, ενδογαστρικό μπαλόνι, -πλαστική. [< γαλλ. gastroplastie, αγγλ. gastroplasty] | |
| 10113 | γαστρορραγία | γα-στρορ-ρα-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αιμορραγία του στομάχου ή του δωδεκαδάκτυλου, η οποία εκδηλώνεται με μαύρα κόπρανα και αιματηρό εμετό. Πβ. διάτρηση (στομάχου). Βλ. -ρραγία. [< γαλλ. gastrorragie, αγγλ. gastrorrhagia] | |
| 10114 | γαστροσκόπηση | γα-στρο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ενδοσκόπηση του ανώτερου πεπτικού συστήματος: ~ για διάγνωση γαστρίτιδας/έλκους. Βλ. -σκόπηση. [< γαλλ. gastroscopie, αγγλ. gastroscopy] | |
| 10115 | γαστροσκόπιο | γα-στρο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. ενδοσκόπιο το οποίο εισάγεται από το στόμα για τη διενέργεια γαστροσκόπησης. Βλ. -σκόπιο. [< γαλλ.-αγγλ. gastroscope] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ