| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10116 | γάτα | γά-τα ουσ. (θηλ.) {γατών} (δηλώνει και τον γάτο) 1. ΖΩΟΛ. μικρόσωμο αιλουροειδές (επιστ. ονομασ. Felis domesticus), που ζει κυρ. ως κατοικίδιο: άγρια (= αγριόγατα)/ζημιάρα/οικόσιτη/παιχνιδιάρα/τρίχρωμη ~. ~ Aγκύρας/Περσίας (= περσική ~)/Σιάμ (= σιαμαία ~)/του δρόμου (= κεραμιδόγατα)/του σαλονιού. Η ~ γουργουρίζει/νιαουρίζει. (Λέγεται πως) η μαύρη ~ (= μαυρόγατα) φέρνει γρουσουζιά. Πβ. γαλή, ψιψίνα.|| (μτφ.) Ζηλιάρα (= ζηλιαρόγατα)/χαδιάρα ~ (: για γυναίκα). Εφτάψυχος/περπατά αθόρυβα σαν ~. 2. (μτφ.) άνθρωπος έξυπνος, ευέλικτος, ικανός να ξεπερνά τις δυσκολίες: Αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα, μα είναι ~ και θα τα καταφέρει. ΣΥΝ. τσακάλι (2) ● Υποκ.: γατάκι (το), γατούλα (η): (μτφ.) για γυναίκα γλυκιά και χαδιάρα, ναζιάρα. ● Μεγεθ.: γατάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: η γάτα με τις εννιά ουρές βλ. ουρά, μάτια γάτας βλ. μάτι ● ΦΡ.: όσο πατάει η γάτα (προφ.): πάρα πολύ λίγο., όταν λείπει η γάτα, χορεύουν τα ποντίκια (παροιμ.): όταν απουσιάζει ο υπεύθυνος ή ο ανώτερος χαλαρώνει η πειθαρχία και το αίσθημα ευθύνης. [< γαλλ. quand le chat n'est pas là, les souris dansent] , ούτε γάτα ούτε ζημιά (προφ.): όταν μια δυσάρεστη κατάσταση διορθώνεται χωρίς αρνητικές συνέπειες: Επέστρεψε τα κλεμμένα χρήματα, χωρίς να τον αντιληφθούν και ~ ~ (: είναι σαν να μη συνέβη τίποτα). Πβ. τι είχαμε, τι χάσαμε., σαν (τη) βρεγμένη γάτα (προφ.): με τρόπο που δείχνει ότι κάποιος αναγνωρίζει το σφάλμα που διέπραξε ή γενικά τη δυσάρεστη κατάσταση που δημιούργησε, ένοχος ή ντροπιασμένος: Μάζεψε τα πράγματά του και έφυγε ~ ~., σκίζω τη γάτα (μτφ.-προφ.): (συνήθ. για άντρα) επιβάλλομαι δυναμικά σε κάποιον από την αρχή. Πβ. παίρνω τον αέρα., τα κουκουλώνει σαν τη γάτα (προφ.): για κάποιον που αποκρύπτει με επιδέξιο τρόπο στοιχεία που τον επιβαρύνουν., (αυτό) το ξέρει και η γάτα μου! βλ. ξέρω, γάτα με πέταλα βλ. πέταλο, η περιέργεια σκότωσε τη γάτα βλ. περιέργεια, θα βάλω τη γάτα μου να κλαίει βλ. κλαίω, ούτε θηλυκή/θηλυκιά γάτα βλ. θηλυκός, παίζω σαν τη γάτα με το ποντίκι/όπως η γάτα με το ποντίκι βλ. παίζω, σαν τον σκύλο με τη γάτα βλ. σκύλος, το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι βλ. παιχνίδι [< 1: μεσν. γάτα, κάτ(τ)α < μεσν. λατ. gatta, βεν. gata] | |
| 10117 | γατί | γα-τί ουσ. (ουδ.) {γατ-ιού | -ιών} (προφ.): γάτα μικρής κυρ. ηλικίας: παιχνιδιάρικο ~. Πβ. γατάκι. Βλ. κουτάβι. [< μεσν. γατί] | |
| 10118 | γατίσιος | , ια, ιο γα-τί-σιος επίθ.: που αναφέρεται στη γάτα ή έχει τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά της: ~ιο: βήμα/βλέμμα/μυαλό (= έξυπνο, πονηρό)/νάζι. ~ια: μάτια. Βλ. -ίσιος. | |
| 10119 | γατο- & γατό- | : α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στη γάτα ή στα χαρακτηριστικά της: γατο-τροφή.|| Γατό-παρδος/~ψαρο. | |
| 10120 | γατόνι | γα-τό-νι ουσ. (ουδ.) (αργκό): έξυπνος και επιτήδειος άνθρωπος· καπάτσος. Πβ. γάτα με πέταλα, καταφερτζής. Βλ. -όνι. | |
| 10121 | γατόπαρδος | γα-τό-παρ-δος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. μεγάλο, λεπτό αιλουροειδές με κηλίδες, που συναντάται στην Αφρική και σε περιοχές της Ασίας (επιστ. ονομασ. Acinonyx jubatus, οικογ. Felidae). ΣΥΝ. τσιτάχ [< μεσν. κατόπαρδος, γατόπαρδος, ιταλ. gattopardo] | |
| 10122 | γάτος | γά-τος ουσ. (αρσ.) 1. αρσενική γάτα: αδέσποτος ~. Πβ. κεραμιδόγατος.|| (μτφ.) Είναι ~ (στους υπολογιστές). Πβ. άσος, ατσίδα, σαΐνι. 2. ΙΧΘΥΟΛ. μικρό σκυλόψαρο (επιστ. ονομασ. Scyliorhinus stellaris) με σώμα που φέρει κηλίδες και δύο μεγάλα ραχιαία πτερύγια. ● Υποκ.: γατούλης (ο) ● Μεγεθ.: γάταρος (ο) [< μεσν. γάτος] | |
| 10123 | γατοτροφή | γα-το-τρο-φή ουσ. (θηλ.): ζωοτροφή για γάτες. Βλ. -τροφή. [< αγγλ. catfood, 1907] | |
| 10124 | γατόψαρο | γα-τό-ψα-ρο ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. ονομασία ψαριών του γλυκού νερού χωρίς λέπια και με χαρακτηριστικά μουστάκια που ανήκουν σε διάφορες οικογένειες (ομοταξία Siluriformes): ~α ενυδρείου. Βλ. -ψαρο. | |
| 11468 | γαύρος | [γῦρος] γύ-ρος ουσ. (αρσ.) 1. γραμμή που περιβάλλει ή οριοθετεί έναν χώρο· κυκλική περίπου διαδρομή ή διάνυση μιας απόστασης, συνήθ. με επιστροφή στην αφετηρία· κατ΄επέκτ. βόλτα, περιήγηση στα αξιοθέατα ενός τόπου: εξωτερικός/εσωτερικός ~ ενός σταδίου.|| Ο ~ του γηπέδου/της πίστας/της πλατείας/του τετραγώνου. Κάναμε μεγάλο ~ο, αντί να κόψουμε δρόμο. Το αεροπλάνο έκανε ~ους πάνω από τα κεφάλια μας. (σε ράλι) Αγώνας οκτώ ~ων.|| Ο ~ της πόλης/χώρας. Εικονικός ~ (μιας περιοχής). 2. φάση μιας διαδικασίας: (νέος) ~ διαπραγματεύσεων/επαφών/συνομιλιών. Αναδείχτηκε νικητής του πρώτου/δεύτερου ~ου των δημοτικών εκλογών.|| (προφ.) Κερνάω άλλον έναν/τον επόμενο ~ο (: για ποτά).|| (ΑΘΛ.) Δοκιμαστικός/επαναληπτικός/(ημι)τελικός/προκριματικός/πρώτος/δεύτερος/τρίτος ~. ~ κατάταξης/προπόνησης. Αποτελέσματα/κλήρωση/πρεμιέρα/πρόγραμμα (δεύτερου ...) ~ου ... 3. ΜΑΓΕΙΡ. μάζα κρέατος (συνήθ. χοιρινού ή κοτόπουλου) σε διαδοχικά επίπεδα περασμένη σε κάθετη σούβλα, που ψήνεται περιστρεφόμενη μπροστά από ειδική ψηστιέρα και τεμαχίζεται σε μικρά κομμάτια: σουβλάκι με ~ο. Μια πίτα ~ο απ΄ όλα. Πβ. ντονέρ. 4. περίμετρος, περιφέρεια: ~ του καπέλου (= μπορ). ~ της φούστας (βλ. ποδόγυρος, στρίφωμα). ● ΣΥΜΠΛ.: ο γύρος του θανάτου (παλαιότ.): ακροβατική επίδειξη κατά την οποία ένας ή περισσότεροι μοτοσικλετιστές κινούνται με μεγάλη ταχύτητα στα πλαϊνά εσωτερικά τοιχώματα μιας κατακόρυφης, κυλινδρικής κατασκευής με το σώμα τους παράλληλα προς το έδαφος· συνεκδ. ο σχετικός χώρος., ο γύρος του θριάμβου: πανηγυρισμός κατά τον οποίο ο νικητής αθλητής ή η νικήτρια ομάδα διατρέχει την περιφέρεια του σταδίου μπροστά από τις κερκίδες., ποδηλατικός γύρος βλ. ποδηλατικός ● ΦΡ.: κάνω το(ν) γύρο του κόσμου 1. {στο γ' πρόσ.} (μτφ.) διαδίδεται παντού: Η είδηση/φήμη/φωτογραφία έκανε ~ ~. 2. (στο πλαίσιο αθλητικής δραστηριότητας) ταξιδεύω ανά τον κόσμο: Έκανε ~ ~ με αερόστατο/ποδήλατο., κύκλος/γύρος συζητήσεων/συνομιλιών βλ. συζήτηση [< μτγν. γῦρος, γαλλ. tour 3: πβ. γαλλ. gyros, αγγλ. ~, 1971, ιταλ. ~, 1993, γερμ. Gyros] | |
| 10125 | γαύρος1 | [γαῦρος] γαύ-ρος ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. μικρόσωμο πελαγικό ψάρι (επιστ. ονομασ. Engraulis encrasicholus) με μεγάλο στόμα, ασημένια κοιλιά και γαλαζοπράσινη ράχη, το οποίο ζει σε κοπάδια και αφθονεί στις ελληνικές θάλασσες: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ μαρινάτος/νωπός/παστός/τηγανητός/στον φούρνο. Βλ. αντσούγια, αφρόψαρο, σαρδέλα. ● Υποκ.: γαυράκι (το): Βλ. μαριδάκι. | |
| 10126 | γαύρος2 | [γαῦρος] γαύ-ρος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. φυλλοβόλο δέντρο (επιστ. ονομασ. Carpinus betulus) με κοντό κορμό, μυτερά οδοντωτά φύλλα και κιτρινωπά άνθη σε ταξιανθίες. | |
| 10127 | ΓΓ | 1. (η) Γενική Γραμματεία. 2. (ο/η) Γενικός/-ή Γραμματέας. | |
| 10128 | ΓΓΑ | (η): Γενική Γραμματεία Αθλητισμού. | |
| 10129 | ΓΓΑΕ | (η): Γενική Γραμματεία Αποδήμου Ελληνισμού. | |
| 10130 | ΓΓΔΒΜΝΓ | (η): Γενική Γραμματεία Διά Βίου Μάθησης και Νέας Γενιάς. (του Υ.ΠΑΙ.Θ.). | |
| 10131 | ΓΓΕΤ | (η): Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας. | |
| 10132 | ΓΓΙΦ | (η): Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων. | |
| 10133 | ΓΓΚ | (η): Γενική Γραμματεία Καταναλωτή. | |
| 10134 | ΓΓΝΓ | (η): Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ