Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [11020-11040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
10133ΓΓΚ(η): Γενική Γραμματεία Καταναλωτή.
10134ΓΓΝΓ(η): Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς.
10135ΓΓΟΣΑΕ(η): Γενική Γραμματεία Οικονομικού Σχεδιασμού και Αμυντικών Επενδύσεων (του ΥΠ.ΕΘ.Α.).
58734ΓΓΠΠ(η): Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας (του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας).
10136ΓΓΠΣ(η): Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων (του ΥΠ.ΟΙΚ.).
10137ΓΔΑΠΚ(η): Γενική Διεύθυνση Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς.
10138γδάρσιμογδάρ-σι-μο ουσ. (ουδ.) {γδαρσίμ-ατος | -ατα}: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γδέρνω: ~ του δέρματος. ~ των ποδιών στα βράχια (πβ. αμυχή, γρατζουνιά). ~ της ζάντας/του προφυλακτήρα. Τριβή και ~ επιφάνειας.|| ~ των σφαγίων. Πβ. εκδορά.|| (μτφ.) ~ στον λαιμό (= ερεθισμός, πονόλαιμος). Φορολογικό ~ των πολιτών. Πβ. καταλήστευση. ● ΦΡ.: είναι για/θέλει κρέμασμα (ανάποδα)/σκότωμα/γδάρσιμο βλ. κρέμασμα
10139γδάρτηςγδάρ-της ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ., για έμπορο, δημόσια επιχείρηση) που εκμεταλλεύεται τον πελάτη ή τον πολίτη, χρεώνοντάς τον με μεγάλο ποσό. Πβ. αγιογδύτης, κερδοσκόπος. Βλ. λωποδύτης. 2. (σπάν.) εκδορέας. Βλ. -έας. ● ΣΥΜΠΛ.: γδάρτης καλωδίων: ΤΕΧΝΟΛ. απογυμνωτής. ● ΦΡ.: Μάρτης γδάρτης (και κακός παλουκοκαύτης) βλ. Μάρτης
10140γδέρνωγδέρ-νω ρ. (μτβ.) {έγδαρα, γδάρ-θηκε, -θεί, -μένος, γδέρν-οντας} 1. προκαλώ εκδορές στο δέρμα: Έγδαρε το χέρι του. ~θηκε στο καρφί/στον τοίχο. ~μένα: γόνατα. Πβ. γρατζουνώ. 2. (κατ' επέκτ.) χαράζω μια επιφάνεια: Σκούπα που δεν ~ει τα ξύλινα πατώματα. Το τραπέζι ~θηκε στη μετακόμιση.|| (μτφ.) Ο βήχας μού έχει γδάρει τον λαιμό (= ερεθίσει). 3. αφαιρώ το δέρμα νεκρού ζώου με αιχμηρό όργανο: Έγδαραν τα θηράματα. 4. (μτφ.) χρεώνω κάποιον με πολύ υψηλό ποσό, τον εξαντλώ οικονομικά: Μας έγδαραν κανονικά/στην κυριολεξία (π.χ. για ακριβό εστιατόριο). Πβ. γδύνω, κατα-κλέβω, -ληστεύω, μαδώ. ● ΦΡ.: θα σε γδάρω ζωντανό! (απειλητ.): για εκφοβισμό ή αποτροπή: Αν κάτι πάει στραβά, ~ ~, κακομοίρη μου! ΣΥΝ. θα σε κρεμάσω (ανάποδα)! [< μεσν. γδέρνω]
10141γδικιέμαιβλ. εκδικούμαι
10142γδικιωμόςγδι-κιω-μός ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): εκδίκηση. Πβ. αντίποινα, αυτοδικία. Βλ. βεντέτα. [< μεσν. γδικιωμός]
53808γδούπος

, η, ο [ὑπόκωφος] υ-πό-κω-φος επίθ. (λόγ.): που γίνεται αντιληπτός με την ακοή ως ήχος μακρινός και βαθύς· που δεν έχει εκδηλωθεί ακόμα: ~ος: γδούπος/θόρυβος/κρότος. ~η: βοή. ~ο: βουητό (βλ. βαβούρα).|| (μτφ.) ~ος: αναβρασμός. ~η: ένταση/οργή. Πβ. λανθάνων, υποβόσκων. ● επίρρ.: υπόκωφα [< αρχ. ὑπόκωφος 'που δεν έχει καλή ακοή', γαλλ. sourd]

10143γδούπος[γδοῦπος] γδού-πος ουσ. (αρσ.) (προφ.): στιγμιαίος, υπόκωφος θόρυβος από πτώση ή χτύπημα: Ακούστηκε ένας ~. Ο σάκος έπεσε με ~ο στο πάτωμα. Βλ. βαρύγδουπος. [< αρχ. γδοῦπος, δοῦπος]
10144ΓΔΤΚ(ο): Γενικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή.
10145γδύνωγδύ-νω ρ. (μτβ.) {έγδυ-σα, γδύ-θηκα, -μένος, γδύν-οντας} 1. βγάζω τα ρούχα κάποιου. ΣΥΝ. γυμνώνω (1), ξεγυμνώνω (1), ξεντύνω, τσιτσιδώνω ΑΝΤ. ντύνω (1) 2. (μτφ.) κατακλέβω, καταληστεύω: Μπήκαν στο σπίτι και μας ~σαν. 3. (μτφ.) χρεώνω πολύ υψηλές τιμές: Η πόλη ήταν πανάκριβη. 'Οπου κι αν πήγαμε, μας ~σαν. Πβ. γδέρνω, μαδώ. ● Παθ.: γδύνομαι: βγάζω τα ρούχα μου. ΑΝΤ. ντύνομαι (1) ● ΦΡ.: γδύνω με τα μάτια: κοιτάζω κάποιον, κυρ. νεαρή γυναίκα, προκλητικά. Πβ. τρώω με τα μάτια/με το βλέμμα. [< μεσν. εγδύνω < αρχ. ἐκδύω]
10146γδύσιμογδύ-σι-μο ουσ. (ουδ.) {γδυσίματος} 1. ξεγύμνωμα, ξεντύσιμο. 2. (μτφ.) κλοπή, καταλήστευση.
10147γδυτός, ή, ό γδυ-τός επίθ. 1. γδυμένος, χωρίς ρούχα: ~ από τη μέση και πάνω. Πβ. άντυτος, τσιτσίδι. ΣΥΝ. γυμνός (1) 2. ντυμένος ελαφρά: Μη βγεις ~ με τέτοιο κρύο!
10175ΓΕ.Λ.(το): Γενικό Λύκειο.
10363ΓΕ.Σ.Α.Σ.Ε.(η): Γενική Συνομοσπονδία Αγροτικών Συλλόγων Ελλάδας.
10148ΓΕΑ(το): Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.