| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10135 | ΓΓΟΣΑΕ | (η): Γενική Γραμματεία Οικονομικού Σχεδιασμού και Αμυντικών Επενδύσεων (του ΥΠ.ΕΘ.Α.). | |
| 58734 | ΓΓΠΠ | (η): Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας (του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας). | |
| 10136 | ΓΓΠΣ | (η): Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων (του ΥΠ.ΟΙΚ.). | |
| 10137 | ΓΔΑΠΚ | (η): Γενική Διεύθυνση Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς. | |
| 10138 | γδάρσιμο | γδάρ-σι-μο ουσ. (ουδ.) {γδαρσίμ-ατος | -ατα}: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γδέρνω: ~ του δέρματος. ~ των ποδιών στα βράχια (πβ. αμυχή, γρατζουνιά). ~ της ζάντας/του προφυλακτήρα. Τριβή και ~ επιφάνειας.|| ~ των σφαγίων. Πβ. εκδορά.|| (μτφ.) ~ στον λαιμό (= ερεθισμός, πονόλαιμος). Φορολογικό ~ των πολιτών. Πβ. καταλήστευση. ● ΦΡ.: είναι για/θέλει κρέμασμα (ανάποδα)/σκότωμα/γδάρσιμο βλ. κρέμασμα | |
| 10139 | γδάρτης | γδάρ-της ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ., για έμπορο, δημόσια επιχείρηση) που εκμεταλλεύεται τον πελάτη ή τον πολίτη, χρεώνοντάς τον με μεγάλο ποσό. Πβ. αγιογδύτης, κερδοσκόπος. Βλ. λωποδύτης. 2. (σπάν.) εκδορέας. Βλ. -έας. ● ΣΥΜΠΛ.: γδάρτης καλωδίων: ΤΕΧΝΟΛ. απογυμνωτής. ● ΦΡ.: Μάρτης γδάρτης (και κακός παλουκοκαύτης) βλ. Μάρτης | |
| 10140 | γδέρνω | γδέρ-νω ρ. (μτβ.) {έγδαρα, γδάρ-θηκε, -θεί, -μένος, γδέρν-οντας} 1. προκαλώ εκδορές στο δέρμα: Έγδαρε το χέρι του. ~θηκε στο καρφί/στον τοίχο. ~μένα: γόνατα. Πβ. γρατζουνώ. 2. (κατ' επέκτ.) χαράζω μια επιφάνεια: Σκούπα που δεν ~ει τα ξύλινα πατώματα. Το τραπέζι ~θηκε στη μετακόμιση.|| (μτφ.) Ο βήχας μού έχει γδάρει τον λαιμό (= ερεθίσει). 3. αφαιρώ το δέρμα νεκρού ζώου με αιχμηρό όργανο: Έγδαραν τα θηράματα. 4. (μτφ.) χρεώνω κάποιον με πολύ υψηλό ποσό, τον εξαντλώ οικονομικά: Μας έγδαραν κανονικά/στην κυριολεξία (π.χ. για ακριβό εστιατόριο). Πβ. γδύνω, κατα-κλέβω, -ληστεύω, μαδώ. ● ΦΡ.: θα σε γδάρω ζωντανό! (απειλητ.): για εκφοβισμό ή αποτροπή: Αν κάτι πάει στραβά, ~ ~, κακομοίρη μου! ΣΥΝ. θα σε κρεμάσω (ανάποδα)! [< μεσν. γδέρνω] | |
| 10141 | γδικιέμαι | βλ. εκδικούμαι | |
| 10142 | γδικιωμός | γδι-κιω-μός ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): εκδίκηση. Πβ. αντίποινα, αυτοδικία. Βλ. βεντέτα. [< μεσν. γδικιωμός] | |
| 10143 | γδούπος | [γδοῦπος] γδού-πος ουσ. (αρσ.) (προφ.): στιγμιαίος, υπόκωφος θόρυβος από πτώση ή χτύπημα: Ακούστηκε ένας ~. Ο σάκος έπεσε με ~ο στο πάτωμα. Βλ. βαρύγδουπος. [< αρχ. γδοῦπος, δοῦπος] | |
| 10144 | ΓΔΤΚ | (ο): Γενικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή. | |
| 10145 | γδύνω | γδύ-νω ρ. (μτβ.) {έγδυ-σα, γδύ-θηκα, -μένος, γδύν-οντας} 1. βγάζω τα ρούχα κάποιου. ΣΥΝ. γυμνώνω (1), ξεγυμνώνω (1), ξεντύνω, τσιτσιδώνω ΑΝΤ. ντύνω (1) 2. (μτφ.) κατακλέβω, καταληστεύω: Μπήκαν στο σπίτι και μας ~σαν. 3. (μτφ.) χρεώνω πολύ υψηλές τιμές: Η πόλη ήταν πανάκριβη. 'Οπου κι αν πήγαμε, μας ~σαν. Πβ. γδέρνω, μαδώ. ● Παθ.: γδύνομαι: βγάζω τα ρούχα μου. ΑΝΤ. ντύνομαι (1) ● ΦΡ.: γδύνω με τα μάτια: κοιτάζω κάποιον, κυρ. νεαρή γυναίκα, προκλητικά. Πβ. τρώω με τα μάτια/με το βλέμμα. [< μεσν. εγδύνω < αρχ. ἐκδύω] | |
| 10146 | γδύσιμο | γδύ-σι-μο ουσ. (ουδ.) {γδυσίματος} 1. ξεγύμνωμα, ξεντύσιμο. 2. (μτφ.) κλοπή, καταλήστευση. | |
| 10147 | γδυτός | , ή, ό γδυ-τός επίθ. 1. γδυμένος, χωρίς ρούχα: ~ από τη μέση και πάνω. Πβ. άντυτος, τσιτσίδι. ΣΥΝ. γυμνός (1) 2. ντυμένος ελαφρά: Μη βγεις ~ με τέτοιο κρύο! | |
| 10175 | ΓΕ.Λ. | (το): Γενικό Λύκειο. | |
| 10363 | ΓΕ.Σ.Α.Σ.Ε. | (η): Γενική Συνομοσπονδία Αγροτικών Συλλόγων Ελλάδας. | |
| 10148 | ΓΕΑ | (το): Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας. | |
| 10149 | γεγές | γε-γές ουσ. (αρσ.) & γιεγιές (παλαιότ.-μειωτ.): νεαρός επηρεασμένος στο ντύσιμο και στη συμπεριφορά από την αμερικανική και βρετανική μουσική της δεκαετίας του 1960. Πβ. χίπης. Βλ. -ές, τεντιμπόης. [< γαλλ. yéyé, 1962] | |
| 10150 | γέγονε | βλ. γίνομαι | |
| 10151 | γεγονός | γε-γο-νός ουσ. (ουδ.) {γεγονότ-ος | -α, -ων}: κάτι, συνήθ. σημαντικό, που έχει ήδη συμβεί ή βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη: αδιαμφισβήτητο/αναπάντεχο/απροσδόκητο/αρνητικό/ατυχές/ευχάριστο/θετικό/λυπηρό/συγκινητικό/τραγικό/τυχαίο ~. Το ευτυχές ~ του γάμου/της γέννησης. (εμφατ.) πραγματικά ~~α. Δυσάρεστα ~α (π.χ. ατυχήματα, θάνατοι). Μετά τα χθεσινά ~α (= επεισόδια) επικράτησε ηρεμία. Η εξέλιξη/πορεία/σειρά των ~ων.|| Αθλητικό/καλλιτεχνικό/πολιτιστικό ~. Δεν είναι τυχαίο το ~ ότι … Πβ. εκδήλωση, ιβέντ, χάπενινγκ.|| Το ~ της χρονιάς! Αλλεπάλληλα/κοσμοϊστορικά/μεγάλα/παρόμοια ~α. Η ιστοσελίδα της εταιρείας είναι (πλέον) ~ (: πραγματικότητα). Παρακολουθώ τα ~α (= τα νέα, τις τρέχουσες εξελίξεις). ΣΥΝ. περιστατικό (1), συμβάν ● ΣΥΜΠΛ.: τετελεσμένο γεγονός: που θεωρείται οριστικό και δεν μεταβάλλεται εύκολα: Βρέθηκε προ ~ων ~ων., ορίζοντας γεγονότων βλ. ορίζοντας, πιστωτικό γεγονός βλ. πιστωτικός ● ΦΡ.: από το γεγονός ότι & από το ότι ...: προκειμένου να γίνει αναφορά σε άποψη, κατάσταση που ισχύει χωρίς αμφισβήτηση: ~ ~ λέει ψέματα, μπορείς να καταλάβεις τι άνθρωπος είναι., είναι γεγονός ότι ...: για αδιαμφισβήτητη κατάσταση (από την πλευρά του ομιλούντος ή του γράφοντος): ~ ~/το γεγονός είναι ότι τα πράγματα ολοένα και δυσκολεύουν (= είναι αλήθεια/πέρα από κάθε αμφιβολία)., παρά το γεγονός ότι .../παρά το ότι .../παρ' ότι ...: αν και, μολονότι: ~ ~ αρχικά ήταν αντίθετος, στο τέλος συμφώνησε. [< αρχ. γεγονός, μτχ. ουδ. του ρ. γίγνομαι] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ