| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10152 | γεγονοτικός | , ή, ό γε-γο-νο-τι-κός επίθ. (επιστ.): που βασίζεται σε γεγονός ή γεγονότα: ~ή: αφήγηση. ~ά: ρήματα. Ο ~ χαρακτήρας της πληροφορίας. Βλ. πραγματολογικός. [< αγγλ. factive] | |
| 10154 | γέεννα | γέ-εν-να ουσ. (θηλ.) & γέενα: ΕΚΚΛΗΣ. κυρ. στη ● ΦΡ.: στη/εις την γέεννα του πυρός/της φωτιάς: (ως δήλωση μεταθανάτιας τιμωρίας) στη φωτιά της κόλασης, στην κόλαση: Ρίχτηκε ~ ~. Πβ. αιώνιο πυρ. ΣΥΝ. στο πυρ το εξώτερο(ν) (2) [< μτγν. γέεννα] | |
| 10155 | γεια | επιφών.: ως χαιρετισμός: ~ σου/σας (: συνήθ. κατά την άφιξη ή αναχώρηση κάποιου). ~ σου, τι κάνεις; Εγώ φεύγω, ~ (σας)! Έχε/έχετε ~!|| (ως ουσ.) Λέω/πέρασα να πω (ένα) ~. Δεν του είπε ούτε ένα ~!|| ~ σου ρε μεγάλε με τα ωραία σου! (: ως επευφημία). ● ΦΡ.: γεια μας! (προφ.): τυπική ευχή σε πρόποση: ~ ~, να πάνε κάτω τα φαρμάκια! ΣΥΝ. εβίβα & βίβα, στην υγειά (σου/του/μας), γεια σου!: ως ευχή όταν κάποιος φτερνίζεται. ΣΥΝ. γείτσες, με τις υγείες σου/σας! (1), γεια στα χέρια σου! (προφ.): έπαινος προς κάποιον που έφτιαξε πολύ νόστιμο φαγητό ή γλυκό., με γεια (προφ.) 1. ως ευχή για κάτι καινούργιο που απέκτησε ή φοράει κάποιος: ~ ~ σου/σας! ~ ~ το κόσμημα/το κούρεμα/τα παπούτσια/το σπίτι/το φόρεμα. Βλ. καλορίζικος. 2. (ειρων.) για κάποιον που δεν άκουσε καλά, δεν αντιλήφθηκε ή δεν πρόσεξε καλά κάτι: ~ ~ τα αυτιά/τα μάτια/τα μυαλά (: για κάποιον που λέει και κάνει ανοησίες ή που έχει παρωχημένες αντιλήψεις)!, με γεια σου, με χαρά σου (προφ.): ως έκφραση συγκαταβατικής αδιαφορίας ή/και δυσαρέσκειας: Έχω τη γνώμη ότι δεν πρέπει να το κάνεις, τώρα αν εσύ θέλεις, ~ ~. Εκείνοι έκαναν τις επιλογές τους, ~ ~ τους. Πβ. όπως θες/θέλεις., α! γεια σου/α! μπράβο βλ. α, άντε γεια βλ. άντε, αφήνω γεια βλ. αφήνω, γεια στο στόμα σου/ν' αγιάσει το στόμα/το στοματάκι σου! βλ. αγιάζω, γεια χαρά βλ. χαρά, έχετε γεια βρυσούλες βλ. βρύση [< μεσν. γεια] | |
| 10157 | γειρτός | , ή, ό βλ. γερτός | |
| 10158 | γείσο | [γεῖσο] γεί-σο ουσ. (ουδ.) 1. ΑΡΧΙΤ. το τμήμα της στέγης που προεξέχει από τους τοίχους ενός κτιρίου, προφυλάσσοντάς το από τα νερά της βροχής. Πβ. κορωνίδα, μαρκίζα, προστέγασμα. ΣΥΝ. γείσωμα 2. διακοσμητική, γύψινη ή ανάγλυφη ζώνη, η οποία περιβάλλει μια δομική κατασκευή (παράθυρο, πόρτα, τζάκι, τοίχο). Βλ. πρέκι, στηθαίο. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. το ανώτερο τμήμα του θριγκού των αρχαίων ελληνικών οικοδομημάτων (κυρ. ναών): ~ με ανθέμια. 4. μπροστινό τμήμα καπέλου ή κράνους, το οποίο προεξέχει, για να προστατεύει από τον ήλιο ή τη βροχή: περιμετρικό/πλατύ/φαρδύ ~. ~ του πηληκίου. Βλ. μπορ. [< 1, 3: αρχ. γεῖσον, γαλλ. entablement, visière] | |
| 10159 | γείσωμα | γεί-σω-μα ουσ. (ουδ.): ΑΡΧΙΤ. γείσο. [< μτγν. γείσωμα] | |
| 10160 | γειτνιάζω | γειτ-νι-ά-ζω ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο γ' πρόσ., μτχ. ενεστ. γειτνιάζ-ων, -ουσα, -ον} (λόγ.) 1. γειτονεύω, συνορεύω· κατ' επέκτ. βρίσκομαι κοντά σε κάτι: Το οικόπεδο ~ει ανατολικά με δασική έκταση/με οδικό άξονα. (επίσ.) ~ουσες: χώρες (: γειτονικές, όμορες).|| Σπίτια που ~ουν (άμεσα) με κεραίες κινητής τηλεφωνίας. 2. (μτφ.) προσομοιάζω, συγγενεύω με κάτι: Οι απόψεις/θέσεις του ~ουν με ... Βλ. πλησιάζω, προσεγγίζω. [< 1: μτγν. γειτνιάζω] | |
| 10161 | γειτνίαση | γειτ-νί-α-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η κατάσταση που δηλώνει το γειτνιάζω: άμεση ~ της περιοχής με αστικό κέντρο. Πβ. εγγύτητα.|| Γεωγραφική/ειρηνική ~ και συμβίωση λαών. Πβ. γειτόνεμα, γειτονία.|| (μτφ.) Ιδεολογική/πολιτισμική ~. Πβ. προσέγγιση. [< αρχ. γειτνίασις] | |
| 10162 | γείτονας | γεί-το-νας ουσ. (αρσ.) {γειτόν-ων} , γειτόνισσα (η) 1. πρόσωπο που κατοικεί σε διπλανό, κοντινό σπίτι ή διαμέρισμα ή μένει στην ίδια γειτονιά με κάποιον: ενοχλητικός/ευγενικός ~. Τσακώθηκε με τον ~α. Έχει καλούς ~ες (πβ. γειτονιά). Μετακόμισαν καινούργιοι ~ες. Παράπονα των ~ων για τη δυνατή μουσική. Κουτσομπόλες γειτόνισσες. Έχει πιάσει φιλία με τη γειτόνισσα. Πβ. διπλανός, περίοικος.|| (μτφ.) Ο πιο κοντινός ~ της Γης (: το φεγγάρι). 2. (προφ.) για αόριστη αναφορά σε πρόσωπο: Ποιος φταίει, ο ~ ; (: είναι προφανές ότι φταις εσύ). ● γείτονες (οι): όμορα κράτη, γειτονικοί λαοί. Πβ. γείτων (χώρα). [< μεσν. γείτονας] | |
| 10163 | γειτόνεμα | γει-τό-νε-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): γειτνίαση. [< μτγν. γειτόνευμα] | |
| 10164 | γειτονεύω | γει-το-νεύ-ω ρ. (αμτβ.) {κυρ. σε ενεστ. κ. παρατ., συνήθ. στο γ' πρόσ.}: είμαι γείτονας, μένω στην ίδια γειτονιά με κάποιον: ~ουμε με έναν γιατρό. ● γειτονεύει: συνορεύει: Οικισμός που ~ (προς τα ανατολικά) με τη θάλασσα. Χώρες που ~ουν (= είναι όμορες) με την Ελλάδα. Πβ. γειτνιάζει. [< αρχ. γειτονεύω] | |
| 10165 | γειτονία | γει-το-νί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε γειτονικά κράτη: ~ ειρήνης και συνεργασίας. Βλ. ΕΠΓ. ● ΣΥΜΠΛ.: γειτονία του σημείου & γειτονιά του σημείου: ΜΑΘ. σύνολο σημείων που βρίσκονται σε ορισμένη απόσταση από ένα σημείο αναφοράς. [< γαλλ. voisinage d'un point ] ● ΦΡ.: καλής γειτονίας: ΠΟΛΙΤ. για αρμονική συνύπαρξη μεταξύ όμορων κρατών: αρχές/κλίμα/πολιτική/συνθήκες ~ ~. Η χώρα μας δημιουργεί/καλλιεργεί σχέσεις ~ ~ με ... [< αρχ. γειτονία, γαλλ. voisinage] | |
| 10166 | γειτονιά | γει-το-νιά ουσ. (θηλ.) 1. τμήμα συνοικίας αποτελούμενο από περιορισμένο αριθμό σπιτιών, κτισμένων σε κοντινή απόσταση: ήσυχη/ιστορική/κακόφημη/λαϊκή/παραδοσιακή ~. Μένουμε στην ίδια ~. Βλ. φτωχο~. 2. (κατ' επέκτ., περιληπτ.) γείτονες: Σηκώθηκε όλη η ~ στο πόδι από τη φασαρία. Δεν με νοιάζει τι θα πει η ~ (: τι γνώμη θα σχηματίσει). 3. (μτφ.-προφ.) όμορες χώρες: Διαφύλαξη της ειρήνης στη ~ μας (: στα Βαλκάνια). ● ΦΡ.: η γειτονιά/στην αγκαλιά των αγγέλων (ευφημ.): για να δηλωθεί ο θάνατος συνήθ. γνωστού καλλιτέχνη: Πήγε/ταξίδεψε στη/έφυγε για τη ~ ~., της γειτονιάς: συνοικιακός: το μαγαζάκι/ο φούρνος ~ ~. [< μεσν. γειτονιά] | |
| 10167 | γειτονικός | , ή, ό γει-το-νι-κός επίθ.: που γειτονεύει, συνορεύει με κάποιον· διπλανός ή κοντινός: ~ός: νομός. ~ή: πόλη. ~ό: χωριό. ~οί: δήμοι. ~ά: κτίρια/σπίτια. Πβ. παρακείμενος.|| ~οί: λαοί. ~ές: χώρες. ~ά: κράτη. Πβ. όμορος.|| ~ά: γράμματα (αλφαβήτου). [< μεσν. γειτονικός] | |
| 10168 | γειτονόπουλο, γειτονοπούλα | γει-το-νό-που-λο ουσ. (ουδ. + θηλ.) (λαϊκό): ο νεαρός γιος ή κόρη του γείτονα. Βλ. -οπούλα. ● γειτονόπουλα (τα): παιδιά της ίδιας γειτονιάς (αγόρια και κορίτσια): Κάναμε παρέα/παίζαμε με τα ~. | |
| 10169 | γείτσες | [γεῖτσες] γεί-τσες επιφών.: ως ευχή σε κάποιον που μόλις φτερνίστηκε: -Αψού! -~! ΣΥΝ. γεια σου! | |
| 10170 | γείτων | γεί-των επίθ./ουσ. (λόγ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: γείτων (χώρα): γειτονική, όμορη χώρα· ειδικότ. για την Ελλάδα κυρ. η Τουρκία. [< αρχ. γείτων] | |
| 10171 | γείωμα | γεί-ω-μα ουσ. (ουδ.) (αργκό): αδιαφορία, απόρριψη, περιφρόνηση: Έφαγα ~. Πβ. γράψιμο, χυλόπιτα. | |
| 10172 | γειώνω | γει-ώ-νω ρ. (μτβ.) {γείω-σα, -θηκα, -μένος} (αργκό): προσγειώνω, ισοπεδώνω: Η καθημερινότητα μάς ~σε. ~θηκα (άσχημα), όταν έμαθα ότι ... (= έπεσα απ' τα σύννεφα). ΑΝΤ. απο~.|| Του τηλεφώνησα, αλλά με ~σε (= μ' έγραψε κανονικά).|| (για κοπέλα) Τον ~σε (: τον έστησε ή του έριξε χυλόπιτα). ● Μτχ.: γειωμένος , η, ο: ΗΛΕΚΤΡ. που έχει υποστεί γείωση: ~η: συσκευή. ~α: καλώδια. [< αγγλ. earthed, grounded] | |
| 10173 | γείωση | γεί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΗΛΕΚΤΡ. σύνδεση αγώγιμου στοιχείου με τη γη για προστασία από ηλεκτροπληξία, πυρκαγιά ή άλλες καταστροφές: θεμελιακή ~ (: κατά μήκος των θεμελίων). ~ λειτουργίας (: ~ των μετασχηματιστών)/προστασίας (: ~ των μεταλλικών περιβλημάτων, πινάκων, καλωδίων). Αγωγός/ακροδέκτης/βρόχος/διατάξεις/ηλεκτρόδια/σύστημα ~ης. Βλ. αλεξικέραυνο, ρελέ. [< αγγλ. earthing] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ