| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10170 | γείτων | γεί-των επίθ./ουσ. (λόγ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: γείτων (χώρα): γειτονική, όμορη χώρα· ειδικότ. για την Ελλάδα κυρ. η Τουρκία. [< αρχ. γείτων] | |
| 10171 | γείωμα | γεί-ω-μα ουσ. (ουδ.) (αργκό): αδιαφορία, απόρριψη, περιφρόνηση: Έφαγα ~. Πβ. γράψιμο, χυλόπιτα. | |
| 10172 | γειώνω | γει-ώ-νω ρ. (μτβ.) {γείω-σα, -θηκα, -μένος} (αργκό): προσγειώνω, ισοπεδώνω: Η καθημερινότητα μάς ~σε. ~θηκα (άσχημα), όταν έμαθα ότι ... (= έπεσα απ' τα σύννεφα). ΑΝΤ. απο~.|| Του τηλεφώνησα, αλλά με ~σε (= μ' έγραψε κανονικά).|| (για κοπέλα) Τον ~σε (: τον έστησε ή του έριξε χυλόπιτα). ● Μτχ.: γειωμένος , η, ο: ΗΛΕΚΤΡ. που έχει υποστεί γείωση: ~η: συσκευή. ~α: καλώδια. [< αγγλ. earthed, grounded] | |
| 10173 | γείωση | γεί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΗΛΕΚΤΡ. σύνδεση αγώγιμου στοιχείου με τη γη για προστασία από ηλεκτροπληξία, πυρκαγιά ή άλλες καταστροφές: θεμελιακή ~ (: κατά μήκος των θεμελίων). ~ λειτουργίας (: ~ των μετασχηματιστών)/προστασίας (: ~ των μεταλλικών περιβλημάτων, πινάκων, καλωδίων). Αγωγός/ακροδέκτης/βρόχος/διατάξεις/ηλεκτρόδια/σύστημα ~ης. Βλ. αλεξικέραυνο, ρελέ. [< αγγλ. earthing] | |
| 10174 | γειωτής | γει-ω-τής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡ. αγωγός ή σύνολο αγωγών (ηλεκτροδίων) που είναι τοποθετημένοι στο έδαφος για την εξασφάλιση γείωσης: ~ (σε μορφή) πλάκας/πλέγματος/ράβδου/ταινίας. ~ τύπου "Ε". ~ές λειτουργίας/προστασίας. Αποζεύκτες και ~ές. Βλ. αλεξικέραυνο. | |
| 10176 | γελάδα | βλ. αγελάδα | |
| 10177 | γελάδι | γε-λά-δι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) αγελάδι (προφ.) 1. ΖΩΟΛ. (μικρής ηλικίας) αγελάδα ή ταύρος: ~ια και μοσχάρια. 2. (υβριστ.) βλάκας, ανόητος: Τι κοιτάς σαν ~; Πβ. βόδι, μοσχάρι, χάνος. [< μεσν. γελάδιν] | |
| 10178 | γέλασμα | γέ-λα-σμα ουσ. (ουδ.) 1. κοροϊδία, εμπαιγμός. Πβ. ξε~. 2. (σπάν.-λογοτ.) γέλιο. [< μτγν. γέλασμα] | |
| 10179 | γελασμένος | , η, ο γε-λα-σμέ-νος επίθ.: που έχει εσφαλμένη άποψη ή πλήρη άγνοια για κάτι ή που έχει πέσει θύμα εξαπάτησης: Είσαι πολύ ~ αν νομίζεις ότι ... Πβ. νυχτωμένος. ● βλ. γελώ | |
| 10180 | γελαστικός | , ή, ό γε-λα-στι-κός επίθ. (προφ.): που προξενεί γέλιο· αστείος, περιπαικτικός. Πβ. περι~. ● επίρρ.: γελαστικά [< μτγν. γελαστικός 'γελαστός'] | |
| 10181 | γελαστός | , ή, ό γε-λα-στός επίθ.: που γελά, χαρούμενος: ~ά: παιδιά. Αισιόδοξος/ανοιχτόκαρδος/κεφάτος και ~ (τύπος). Πβ. ευδιάθετος, εύθυμος, πρόσχαρος, χαμο~, χαρωπός. Βλ. περιγέλαστος.|| (κατ' επέκτ.) ~ά: μάτια. Ευχάριστα και ~ά πρόσωπα. ΑΝΤ. αγέλαστος ● επίρρ.: γελαστά [< αρχ. γελαστός 'γελοίος'] | |
| 10182 | γελάω | βλ. γελώ | |
| 10183 | γελέκο | βλ. γιλέκο | |
| 10184 | γέλη | γέ-λη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): τζελ. | |
| 40559 | γέλιο | πί-σω επίρρ. 1. σε αντίθετη θέση ή κατεύθυνση από αυτή που βλέπει κάποιος ή προς την οποία κινείται: Δε γύρισε να κοιτάξει ~ (του). Χτύπησε ~ του την πόρτα. Λίγο πιο ~ ερχόταν ο ... (πβ. απο~, ξο~, παρα~).|| ~ ολοταχώς! Κάντε ~! ~ και σ' έφαγα!|| (ως ουσ.) Πήγε προς τα ~. ΑΝΤ. εμπρός (1), μπροστά (1) 2. για να δηλωθεί επιστροφή: Γύρισε ~ (στο γραφείο). Έφερε/πήγε ~ τα βιβλία. Μου έδωσε/πήρα ~ τα χρήματα. Θα είναι ~ (= θα επιστρέψει) σε δύο ώρες. 3. στην άλλη όψη ενός αντικειμένου ή στην αθέατη πλευρά: Κάθισε ~ από το γραφείο του. Παρακολουθούσε ~ από το τζάμι. Το εκκλησάκι βρίσκεται ~ από την πλατεία. Κρύφτηκε ~ από τους θάμνους.|| (ως επίθ.) Η ~ βεράντα/πόρτα του σπιτιού. Οι ~ τσέπες. 4. στο τέλος ή από το τέλος, από το βάθος: Τους έσπρωχναν από ~ να προχωρήσουν.|| (ως επίθ.) Το ~ δωμάτιο. Το μπροστινό και το ~ μέρος. Οι ~ θέσεις/τροχοί του αυτοκινήτου (ΣΥΝ. οπίσθιος). Οι ~ σελίδες. Τα ~ καθίσματα/παράθυρα. Κάθονται πάντα στα ~ θρανία/στις ~ σειρές. Ο χώρος για τους ~ επιβάτες είναι περιορισμένος.|| Τα ~ φωνητικά (σε τραγούδι). 5. στο παρελθόν: Η εικόνα που αντίκρισα με γύρισε/πήγε ~ μια δεκαετία/πολλά χρόνια. Μεταφέρομαι/ταξιδεύω ~ στον χρόνο.|| Έχει ~ του (= στο ενεργητικό του) μια λαμπρή καριέρα/τεράστια πείρα/χρόνια δουλειάς. Η πόλη έχει ~ της μακραίωνη ιστορία. 6. (μτφ.) για καταστάσεις όπου κάποιος μένει στάσιμος, μειονεκτεί σε κάτι: Βρισκόμαστε/είμαστε ακόμα πολύ ~ στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.|| Τερμάτισε λίγα δευτερόλεπτα ~ από (= μετά) τον νικητή. ΑΝΤ. μπροστά (2) 7. (μτφ.) για επιστροφή σε προηγούμενη, συνήθ. χειρότερη, κατάσταση: Δεν πρέπει να κάνουμε βήματα προς τα ~. Η εταιρεία αντί να πηγαίνει μπροστά, πηγαίνει ~. Παρόμοιες πρακτικές μάς γυρίζουν ~ σε αδιέξοδα του παρελθόντος (βλ. οπισθοδρομώ, πισωγυρίζω). 8. κρυφά, όταν απουσιάζει, χωρίς να το αντιλαμβάνεται κάποιος: Όταν είναι παρών, τον καλοπιάνουν, αλλά από ~ του τον θάβουν. 9. (μτφ.) για να δηλωθεί ότι αυτό που φαίνεται στην πραγματικότητα αποκρύπτει ή καλύπτει το αληθινό στοιχείο: ~ από τα χαμόγελα/από το χιούμορ κρύβεται η πικρή αλήθεια. ~ από το σκάνδαλο ο Τύπος βλέπει μια βαθύτατη κρίση. ~ (= πέρα) από το προφανές.|| Αρνήθηκε ότι βρίσκεται ~ από την επίθεση (: ότι την υποκίνησε).|| Δηλώσεις ~ από τις κάμερες (: ανεπίσημα, οφ δι ρέκορντ). ● ΦΡ.: αφήνω κάποιον/κάτι πίσω (μου) 1. αφήνω και φεύγω· κληροδοτώ: ~σε ~ τον σύζυγό της (: τον εγκατέλειψε). ~σε ~ της δύο ανήλικα παιδιά (: πέθανε και έμειναν ορφανά). Πβ. καταλείπω.|| ~σε ~ της πλούσιο συγγραφικό έργο/τεράστια περιουσία.|| Ο τυφώνας ~σε ~ του (= προκάλεσε στο πέρασμά του) μεγάλες καταστροφές. 2. πηγαίνω μπροστά, ξεπερνώ: ~σε ~ τους αντιπάλους του στον τελικό.|| Αφήστε (πίσω) τις ανασφάλειες., κάνω πίσω 1. κινούμαι προς τα πίσω, οπισθοχωρώ: Έκαναν ~, για να οργανώσουν την αντεπίθεσή τους.|| (για οχήματα) Έκανε ~ (= έβαλε όπισθεν) και χτύπησε πάνω στην κολόνα. 2. (μτφ.) υποχωρώ, κάμπτομαι: Δεν ~ει βήμα ~. Δεν έκαναν ~ στις δυσκολίες (= δεν το έβαλαν κάτω, δεν κώλωσαν). Οι εργοδότες έκαναν ~ μπροστά στις αντιδράσεις του σωματείου. Έκαναν ~ και αθέτησαν το συμβόλαιο που είχαν συνάψει (= υπαναχώρησαν)., μένω πίσω 1. ξεμένω: Σταματήσαμε και περιμέναμε τους άλλους που είχαν μείνει ~. 2. καθυστερώ, υπολείπομαι: Έμεινε ~ η δουλειά. Η ομάδα έμεινε ~ στη βαθμολογία., παίρνω (κάποιον) από πίσω/από κοντά: τον ακολουθώ: Την πήρε ~, για να δει πού θα πάει. Πβ. παρακολουθώ. ΣΥΝ. παίρνω (κάποιον) στο κατόπι, παίρνω πίσω 1. ξαναπαίρνω: Πήρε ~ τα χρήματά του.|| Πήρε ~ τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή. 2. (μτφ.) αποσύρω, ανακαλώ, αναιρώ: Πήρε ~ την απόφαση για .../τις δηλώσεις του. Πβ. ανασκευάζω., πάω πίσω: υστερώ: Είναι πολύ αδιάκριτος, αλλά και εσύ δεν πας ~.|| Το ρολόι μου ~ει ~ είκοσι λεπτά (ΣΥΝ. χάνει. ΑΝΤ. πάει μπροστά)., πίσω μπρος: προς τα πίσω και προς τα εμπρός: κινήσεις ~ ~.|| (μτφ.) ~ ~ στον χρόνο. Οι δύο πλευρές, ύστερα από αλλεπάλληλα ~ ~, υπέγραψαν τη συμφωνία (πβ. παλινδρόμηση, παλινωδία)., τρέχω πίσω από κάποιον: τον ακολουθώ επίμονα, συνήθ. επιδιώκοντας κάτι: Τρέχει (από) ~ της σαν σκυλάκι., δεν παίρνω λέξη πίσω βλ. λέξη, δίνω πίσω (κάτι) βλ. δίνω, ένα βήμα μπρος/μπροστά και δυο (βήματα) πίσω βλ. βήμα, θέλω κάποιον/κάτι πίσω βλ. θέλω, κοιτάζω πίσω βλ. κοιτάζω, κρύβομαι πίσω από το δάχτυλό μου βλ. δάχτυλο, μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα βλ. γκρεμός, μπρος πίσω βλ. εμπρός, παίρνω το αίμα μου πίσω/πίσω το αίμα μου βλ. αίμα, πίσω από κλειστές πόρτες βλ. πόρτα, πίσω από την πλάτη (κάποιου) βλ. πλάτη, πίσω από τις κουρτίνες βλ. κουρτίνα, πίσω από τις λέξεις βλ. λέξη, πίσω από τις μπάρες βλ. μπάρα, πίσω έχει η αχλάδα την ουρά βλ. αχλάδα, πίσω μου σ' έχω σατανά! βλ. σατανάς, ρίχνω μαύρη πέτρα (πίσω μου) βλ. πέτρα, τη(ν) φέρνω σε κάποιον από πίσω βλ. φέρνω, το παίρνω πίσω βλ. παίρνω, το ποτάμι δε(ν) γυρίζει πίσω βλ. ποτάμι [< μεσν. πίσω] | |
| 10185 | γέλιο | γέ-λιο ουσ. (ουδ.): σύσπαση των μυών του προσώπου κατά την έκφραση ευχαρίστησης, ευθυμίας, ειρωνείας και o ήχος που παράγεται: αβίαστο/ακατάσχετο/αμήχανο/ασυγκράτητο/αυθόρμητο/άφθονο/γάργαρο/δυνατό/εκνευριστικό/θριαμβευτικό/κακαριστό/παιδικό/πνιχτό/προσποιητό/σαρκαστικό/σπασμωδικό/συγκρατημένο/τρανταχτό/τρελό/υποκριτικό/υστερικό/ψεύτικο ~. Έκρηξη/ταινία ~ου. Βγάζω/προκαλώ ~. Μου βγήκε ξινό το ~. Με πιάνουν/πάτησε τα ~ια. Είχαν πολύ ~ (: ήταν αστείοι). Το ~ είναι μεταδοτικό/υγεία. Μόλις είδαμε τα ρούχα του, βάλαμε κάτι/τα ~ια! Πβ. γέλως. Βλ. χαμόγελο.|| (εμφατ. σε εκφρ. που δηλώνουν πολύ γέλιο:) Κατουριέμαι/ξεραίνομαι/πεθαίνω από τα ~ια. Ξεκαρδίζομαι/ξεσπώ/σκάω/τρελαίνομαι στα ~ια. Έπεσε πολύ ~. Κάναμε πολλά ~ια. Ρίξαμε το ~ της αρκούδας. ● Υποκ.: γελάκι (το) 1. (υποκ.-συχνά ειρων.) γέλιο. 2. εμότικον με χαμόγελο. ΣΥΝ. φατσούλα (1) ● ΣΥΜΠΛ.: αέριο του γέλιου βλ. υποξείδιο του αζώτου, νευρικό γέλιο βλ. νευρικός, σαρδόνιο γέλιο βλ. σαρδόνιος ● ΦΡ.: για γέλια (μειωτ.-ειρων.): που είναι ανάξιο λόγου ή προκαλεί γέλιο: Το επιχείρημά σου είναι ~ ~ (= γελοίο). Η κατάσταση είναι σοβαρή, δεν είναι ~ ~., για γέλια και για κλάματα (ειρων.): για κάτι ή κάποιον που βρίσκεται σε κωμικοτραγική κατάσταση: ιστορίες ~ ~., λύνομαι/χτυπιέμαι στο γέλιο/στα γέλια (προφ.): γελώ πάρα πολύ: Με τις ατάκες του ~ ~! Χτυπιόμασταν κάτω απ' τα ~. Πβ. πεθαίνω στα γέλια., μου κόπηκε/μου πάγωσε το γέλιο (μτφ.): σταματώ να γελώ ή γενικότ. να έχω χαρούμενη διάθεση λόγω αναπάντεχου και δυσάρεστου γεγονότος., κρατώ την κοιλιά μου/πονάει η κοιλιά μου από τα γέλια βλ. κοιλιά, μου λύθηκε ο αφαλός από τα γέλια/από τον φόβο βλ. αφαλός, ξελιγώνομαι στα/από τα γέλια βλ. ξελιγώνω [< μεσν. γέλιο] | |
| 10186 | γελοιογράφηση | γε-λοι-ο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γελοιογραφώ. Βλ. -γράφηση, παρωδία. | |
| 10187 | γελοιογραφία | γε-λοι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) & γελοιογράφημα (το) 1. κωμικό σκίτσο που συνήθ. περιέχει σχόλιο και σατιρίζει θέματα και πρόσωπα της επικαιρότητας: πολιτική ~. ~ες εφημερίδων/περιοδικών. Έκθεση ~ας. Βλ. -γραφία, κόμικ στριπ, σκιτσογραφία. 2. η τέχνη ή το επάγγελμα της σχεδίασης ανάλογων σκίτσων: ~ και δημοσιογραφία. 3. (μτφ.) αστεία, κωμική μορφή ή γελοία απομίμηση: Σκέτη ~ είναι με τα μεγάλα αυτιά και τα μικρά ματάκια! Βλ. παρωδία. ΣΥΝ. καρικατούρα [< γαλλ. caricature] | |
| 10188 | γελοιογραφικός | , ή, ό γε-λοι-ο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη γελοιογραφία, που διακωμωδεί: ~ή: απεικόνιση/απόδοση (χαρακτήρων). ~ά: σκίτσα. Πβ. σατιρικός. Βλ. γκροτέσκος. ● επίρρ.: γελοιογραφικά [< γαλλ. caricatural] | |
| 10189 | γελοιογράφος | γε-λοι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται συνήθ. επαγγελματικά με τη σχεδίαση γελοιογραφιών. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. caricaturiste] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ