| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10194 | γελοιότητα | γε-λοι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. το γνώρισμα του γελοίου: η ~ μιας απόφασης/ενός επιχειρήματος/μιας κατάστασης/ενός προσώπου. Φαινόμενα πολιτικής ~ας. Το θέμα έχει ξεπεράσει κάθε όριο/φτάνει σε επίπεδο ~ας. Πβ. αστει-, φαιδρ-ότητα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} λόγος ή πράξη που στερείται σοβαρότητας: πρωτοφανής ~. Κάνει/λέει συνέχεια ~ες (πβ. καραγκιοζιλίκι). Δημοσίευμα που περιέχει ~ες. Είναι ~ες τα περί παραίτησης του ... Τι ~ες είναι αυτές; Βλ. αθλιότητα. [< μτγν. γελοιότης] | |
| 10195 | γελοιώδης | , ης, ες γε-λοι-ώ-δης επίθ. {συνήθ. στον συγκρ. γελοιωδέστ-ερος κ. υπερθ. -ατος} (λόγ.): γελοίος, ανόητος: ~ης: δικαιολογία (= αβάσιμη, ανυπόστατη). ~εις: υπεκφυγές. Πβ. βλακώδης, καταγέλαστος. Βλ. ευτράπελος, -ώδης. ● επίρρ.: γελοιωδώς [-ῶς] [< μτγν. γελοιώδης] | |
| 10196 | γελώ | [γελῶ] γε-λώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {γελ-άς, -ά κ. -άει | γέλ-ασα, -ιέμαι, -άστηκα, -ώντας, -ασμένος} & γελάω 1. εκφράζω ευχάριστο συναίσθημα, χαρούμενη διάθεση με γέλιο, παράγοντας συνήθ. χαρακτηριστικό ήχο: ~ αυθόρμητα/δυνατά/νευρικά. ~ με το ανέκδοτο/τα αστεία του. ~ πολύ με αυτόν τον ηθοποιό. Με κάνεις να/και ~άω! Καιρό είχα να ~άσω έτσι/τόσο (πολύ). ~άει με το παραμικρό. Κρατήθηκα να μη ~άσω με αυτά που άκουγα. Πώς να μη ~άει κανείς με τα καμώματά του; Ακόμα ~ με το πάθημά μας! ~ούσε ολόκληρος (: ήταν πολύ χαρούμενος).|| (Μου/του) ~ασε με νόημα. ΣΥΝ. χαμο~.|| Ο κόσμος θέλει να ~άσει (= να διασκεδάσει).|| Δεν ~ (= αστειεύομαι), το θέμα είναι σοβαρό. Πβ. παίρνω στην πλάκα κάποιον/κάτι.|| ~ με κάποιον/εις(/σε) βάρος του. ~ από μέσα μου (: συνήθ. για χαιρέκακη, περιπαικτική διάθεση που δεν εκδηλώνεται φανερά. Πβ. περι~). Βλ. χαζο~. ΑΝΤ. κλαίω (1) 2. ξεγελώ, εξαπατώ, παραπλανώ: Είναι πολύ έξυπνος και δεν τον ~άς εύκολα. Το νου σου/πρόσεξε μη σε ~άσουν! (Φαίνεται να) σε απασχολεί κάτι, δε με ~άς εμένα. Πίστευα ότι θα μου δώσουν τη θέση, αλλά ~άστηκα.|| Αν νομίζεις ότι αυτό θα περάσει έτσι, ~άστηκες (= πέφτεις έξω, σφάλλεις). Αν πιστεύετε ότι θα υποχωρήσουμε, σας ~άσανε. Αν δεν ~ιέμαι, αυτός είναι ο ... (πβ. αν δεν κάνω λάθος). ● ΦΡ.: ας γελάσω (προφ.): ως ειρων. σχόλιο για κάτι: Αν έχω πολύ ελεύθερο χρόνο; ~ ~ (= δεν έχω καθόλου)!, ας μη γελιόμαστε (προφ.): ας μην έχουμε αυταπάτες, ας είμαστε ρεαλιστές: ~ ~, χρειάζεται πολλή δουλειά ακόμα για να πούμε πως πετύχαμε., γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος (παροιμ.): στο τέλος φαίνεται ποιος είναι σε πλεονεκτική θέση. [< γερμ. Wer zuletzt lacht, lacht am besten] , γελάνε/γελούν και τ' αυτιά/και τα μουστάκια του: είναι εμφανώς πολύ χαρούμενος., γελάω με την καρδιά μου/με την ψυχή μου/μέχρι δακρύων (προφ.-εμφατ.): γελώ πάρα πολύ, ξεκαρδίζομαι., είναι να γελάς/να γελάει κανείς ... (προφ.): για κάτι γελοίο: ~ ~ με τις δικαιολογίες/την μεγαλομανία του., θα σε γελάσω (προφ.): για να δηλώσει κάποιος άγνοια ή αβεβαιότητα: Δεν είμαι σίγουρος σε ποιο δρόμο μένει, ~ ~., με γελούν τα αυτιά/τα μάτια μου (προφ.): για κάτι αξιοπερίεργο που ακούει ή βλέπει κάποιος, όμως δυσκολεύεται να το πιστέψει: Μη/μήπως ~ ~; Άκουσα/βλέπω καλά ή ~ ~; Αν δεν με ~ τα μάτια μου, αυτός είναι ο ..., μην το γελάς!/το γελάς; (προφ.): για κάτι που δεν είναι απίθανο να συμβαίνει ή να συμβεί: Μην το γελάς, αυτός είναι ικανός για τα πάντα!, αν δεν με απατά/γελά η μνήμη μου βλ. μνήμη, γαργάλησέ με να γελάσω βλ. γαργαλώ, γελάει κάτω από τα μουστάκια του βλ. μουστάκι, γελάνε και τα τσιμέντα βλ. τσιμέντο, γέλασε/έσκασε/χαμογέλασε το χειλάκι του βλ. χείλι, δεν είναι παίξε-γέλασε βλ. παίζω, η τύχη μού γελάει/μού χαμογελάει βλ. τύχη, θα γελάσει (κι) ο κάθε πικραμένος βλ. πικραμένος, θα γελάσει και το παρδαλό κατσίκι βλ. παρδαλός, θα γελάσουν και οι κότες βλ. κότα, να κλάψω ή να γελάσω; βλ. κλαίω, ούτε κλαίει ούτε γελάει βλ. κλαίω, της νύχτας τα καμώματα/τα καμώματα της νύχτας τα βλέπει η μέρα και γελά βλ. κάμωμα ● βλ. γελασμένος [< αρχ. γελῶ, γαλλ. rire, αγγλ. laugh] | |
| 10197 | γέλως | γέ-λως ουσ. (αρσ.) {γέλ-ωτος, -ωτα | -ωτες} & γέλωτας (αρχαιοπρ.): γέλιο: Προκαλεί το(ν) ~ωτα. Ξέσπασαν σε δυνατούς ~ωτες. Βλ. περίγελος. ● ΦΡ.: προς τι ο γέλως/ο γέλωτας;: ως έκφρ. ενόχλησης από το γέλιο κάποιου: ~ ~; (= γιατί γελάς;) [< αρχ. γέλως] | |
| 10198 | γελωτοθεραπεία | γε-λω-το-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): θεραπευτική χρήση του γέλιου, με σκοπό την αύξηση της συναισθηματικής ευεξίας και τη βελτίωση της υγείας. Βλ. -θεραπεία. [< αγγλ. laughter therapy] | |
| 10199 | γελωτοποιός | γε-λω-το-ποι-ός ουσ. (αρσ.) 1. καλλιτέχνης που ψυχαγωγεί κυρ. παιδιά με διασκεδαστικό πρόγραμμα, αστεία, ανέκδοτα: επαγγελματίας ~. Πβ. κλόουν, παλιάτσος. Βλ. ανιματέρ, κωμικός. 2. (κατ' επέκτ.-μειωτ.) πρόσωπο που κάνει τους άλλους να γελούν, γελοιοποιώντας συνήθ. τον εαυτό του: ο ~ της παρέας/τάξης (: σε σχολείο). Βλ. χωρατατζής. ΣΥΝ. καραγκιόζης (2), κλόουν (2) 3. (παλαιότ.) κωμικός που διασκέδαζε τους άρχοντες στις ευρωπαϊκές αυλές του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης ή τον λαό σε πανηγύρια: ο ~ του βασιλιά. Αρλεκίνος-~. Βλ. -ποιός. ● ΦΡ.: κάνει τον γελωτοποιό/τον καραγκιόζη/τον κλόουν/τον παλιάτσο βλ. κλόουν [< αρχ. γελωτοποιός] | |
| 10200 | γεμάτος | , η, ο [γεμᾶτος] γε-μά-τος επίθ. & (λαϊκό) γιομάτος 1. που έχει κάτι σε μεγάλη ποσότητα χωρίς να υπάρχει κενό: ~ος: αποθηκευτικός χώρος/σάκος. ~η: τσάντα. ~ο: μπουκάλι/ρεζερβουάρ (= φουλ)/ψυγείο. ~ο: στομάχι (βλ. χορτάτος). Ποτήρι ~ο μέχρι πάνω. Βαρέλι ~ο κρασί. Κανάτα ~η (με) νερό. Πόλη ~η σκουπίδια. ~ο: όπλο (ενν. με σφαίρες). Δεν πρέπει να μιλάμε με ~ο στόμα. Πβ. πλήρης. Βλ. μισο~.|| ~η: αίθουσα. ~ο: θέατρο/λεωφορείο. O χώρος ήταν ασφυκτικά ~. Πβ. κατάμεστος.|| (μτφ.) Μία ~η εβδομάδα/ζωή/μέρα (: με πολλές ευθύνες, ασχολίες, εμπειρίες).|| Νιώθω ~ (= ολοκληρωμένος). ΑΝΤ. αδειανός, άδειος (1) 2. που έχει κάτι σε αφθονία ή σε μεγάλο βαθμό: κήπος ~ λουλούδια και δέντρα. Δρόμος ~ (= με πολλές) απότομες στροφές. Τροφή ~η (: πλούσια σε) βιταμίνες. Κείμενο ~ο ανορθογραφίες/λάθη. Πρόσωπο ~ο ρυτίδες/σπυριά/φακίδες. Μάτια ~α δάκρυα.|| Ο παππούς ήρθε ~ δώρα και γλυκά. Πβ. φορτωμένος.|| (μτφ.) ~ (από/με) αγωνία/απορία/αυτοπεποίθηση/εμπειρίες/θαυμασμό/καλοσύνη/οργή/περηφάνια/χαρά. Ο κόσμος είναι ~ (από) προβλήματα. Χρόνια πολλά, ~α υγεία και ευτυχία. Πβ. έμπλεος, όλος. 3. συμπληρωμένος (και λίγο περισσότερο), ολόκληρος: Είμαι σαράντα (ενν. χρονών) ~α.|| ~ο φεγγάρι (πβ. ολόγιομος, πανσέληνος). 4. παχουλός, εύσωμος: Είναι λίγο ~.|| ~ο: πρόσωπο. ~α: μάγουλα. Βλ. -άτος. ΣΥΝ. ευτραφής ΑΝΤ. αδύνατος (1), λεπτός (1) ● Υποκ.: γεματούλης , α, ικο & γεματούτσικος, η, ο ● ΣΥΜΠΛ.: γεμάτη/φουσκωμένη τσέπη βλ. τσέπη ● ΦΡ.: με γεμάτα χέρια 1. φέρνοντας δώρα: Επέστρεψε ~ ~ από το ταξίδι του. ΑΝΤ. με άδεια χέρια 2. αποκομίζοντας κέρδη, οφέλη: Έφυγε από την εταιρεία, αλλά ~ ~., ρίχνω άδεια (για) να πιάσω γεμάτα βλ. άδειος [< μεσν. γεμάτος] | |
| 10201 | ΓΕΜΗ | (το): Γενικό Εμπορικό Μητρώο. | |
| 10203 | γέμιση | γέ-μι-ση ουσ. (θηλ.) 1. υλικά με τα οποία γεμίζεται κάτι, συνήθ. φαγητό ή γλυκό: αλμυρή/γλυκιά/κρεμώδης/πικάντικη ~. Η ~ της γαλοπούλας. ~ για πίτα. Κρουασάν με ~ φράουλα (βλ. γεμιστός). ~ από κιμά/μυζήθρας. 2. σεληνιακή φάση που διαρκεί από τη νέα σελήνη έως την πανσέληνο: Το φεγγάρι είναι στη ~. Βλ. φέξη. ΑΝΤ. χάση 3. (λόγ.) γέμισμα: ~ του παπλώματος (με πούπουλα).|| (για όπλο) ~ πυροβόλου. Πβ. γόμωση. | |
| 10204 | γέμισμα | γέ-μι-σμα ουσ. (ουδ.) {γεμίσμ-ατος | -ατα} 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γεμίζω: ~ της βαλίτσας (με ρούχα)/του δοχείου (με νερό/μέχρι πάνω)/των ραφιών (με βιβλία). ~ του ρεζερβουάρ (= φουλάρισμα). ~ του όπλου (= γέμιση, γόμωση). ~ των ρυτίδων (βλ. μπότοξ, σιλικόνη, υαλουρονικό οξύ). Πβ. τιγκάρισμα. Βλ. ξανα~, παρα~. ΑΝΤ. άδειασμα (1) 2. (στο ποδόσφαιρο) μακρινή και ψηλή μπαλιά προς την εστία από παίκτη που βρίσκεται σε σημείο όχι πολύ πλάγιο: ~ από την άμυνα/τα αριστερά/το κέντρο. 3. (σπάν.) κέντημα σε ρούχο. Βλ. γαρνιτούρα. [< μεσν. γέμισμα] | |
| 10205 | γεμιστήρας | γε-μι-στή-ρας ουσ. (αρσ.) & (προφ.) γεμιστήρα (η): ΤΕΧΝΟΛ. μεταλλική συνήθ. θήκη τροφοδότησης επαναληπτικών ή αυτόματων όπλων με σφαίρες, βλήματα ή φυσίγγια· κατ' επέκτ. τροφοδοτικό εξάρτημα: ~ καλάσνικοφ. ~ και θαλάμη πιστολιού. Βλ. φυσιγγιοθήκη.|| ~ καρφωτικού (εργαλείου) με χωρητικότητα ... καρφιών. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. chargeoir] | |
| 10206 | γεμιστής | γε-μι-στής ουσ. (αρσ.) 1. (παλαιότ.) εργάτης υπεύθυνος για την πλήρωση μηχανήματος ή περιέκτη (δεξαμενής, δοχείου), κυρ. με πετρελαιοειδή ή για τον εφοδιασμό οχήματος με καύσιμα: ~ές βυτιοφόρων/φιαλών υγραερίου.|| (ειδικότ.) ~ές των πιτ στοπ. 2. ΣΤΡΑΤ. στρατιώτης που τροφοδοτεί πυροβόλο ή πολυβόλο όπλο με βλήματα. Βλ. πυροβολητής. [< γαλλ. chargeur] | |
| 10207 | γεμιστός | , ή, ό γε-μι-στός επίθ.: ΜΑΓΕΙΡ. που περιέχει γέμιση: ~ή: γαλοπούλα/μπαγκέτα. ~ό: αρνί/κοτόπουλο/μπιφτέκι/τσουρέκι. ~ές: σουπιές. Πάπια ~ή. Καλαμαράκια/μανιτάρια ~ά. Μπισκότα ~ά με σοκολάτα. Πβ. παρα~. ● Ουσ.: γεμιστά (τα): ΜΑΓΕΙΡ. λαχανικά, κυρ. ντομάτες, πιπεριές, μελιτζάνες, κολοκυθάκια, με βασική γέμιση ρυζιού ή/και κιμά, ψημένα στον φούρνο με λάδι. [< μτγν. γεμιστός] | |
| 10208 | γεμοθεραπεία | γε-μο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): φυτοθεραπευτική μέθοδος βασισμένη στη χρήση φυτικών ιστών (βλαστών, ανθέων) που βρίσκονται σε ανάπτυξη. Βλ. -θεραπεία. [< αγγλ. gemmotherapy] | |
| 10209 | γεμολογία | γε-μο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Γ): ΟΡΥΚΤ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο την αναγνώριση, εκτίμηση και πιστοποίηση της γνησιότητας των πολύτιμων λίθων. Βλ. χρυσοχοΐα, -λογία. [< γαλλ. gemmologie, 1950, αγγλ. gemmology] | |
| 10210 | γεμολογικός | , ή, ό γε-μο-λο-γι-κός επίθ.: ΟΡΥΚΤ. που σχετίζεται με τη γεμολογία: ~ή: ανάλυση (διαμαντιού) ~ό: εργαστήριο. | |
| 10211 | γεμολόγος | γε-μο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με αντικείμενο μελέτης τη γεμολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. gemmologue, 1953, gemmologiste, 1975] | |
| 10212 | γεν | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & γιεν: ΟΙΚΟΝ. η ιαπωνική νομισματική μονάδα (σύμβ. ¥). [< αγγλ. yen] | |
| 10213 | ΓΕΝ | (το): Γενικό Επιτελείο Ναυτικού. | |
| 10285 | ΓΕΝ.Ο.Π.-ΔΕΗ | (η): Γενική Ομοσπονδία Προσωπικού ΔΕΗ. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ