| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10214 | Γενάρης | Γε-νά-ρης ουσ. (αρσ.) (προφ.): Ιανουάριος. ● ΦΡ.: Γενάρη μήνα κλάδευε, φεγγάρι μην κοιτάζεις/και μη ρωτάς φεγγάρι βλ. φεγγάρι [< μεσν. Γενάρης] | |
| 10215 | γεναριάτικος | , η, ο γε-να-ριά-τι-κος επίθ. (λαϊκό): που σχετίζεται με τον Γενάρη, που εκδηλώνεται ή συμβαίνει κατά τη διάρκειά του: ~ο: κρύο (: τσουχτερό). Παγωμένη ~η νύχτα. Βροχερό ~ο πρωινό. Βλ. -ιάτικος. ● επίρρ.: γεναριάτικα | |
| 10216 | γενάρχης | γε-νάρ-χης ουσ. (αρσ.) 1. ο θεωρούμενος ως πρώτος πρόγονος μιας φυλής, ενός έθνους, λαού, στον οποίο ανάγεται η καταγωγή της/του: (ΜΥΘ.) ο ~ των Ελλήνων/των Ρωμαίων. Πβ. προπάτορας. Βλ. -άρχης. 2. (μτφ.) ιδρυτής, θεμελιωτής, πρωτεργάτης: ο ~ της (αμερικανικής) λογοτεχνίας. Οι ~ες (και δάσκαλοι) της νεοελληνικής ζωγραφικής.|| (ΙΣΤ.) Ο ~ της δυναστείας των ... [< 1: αρχ. γενάρχης] | |
| 10217 | γενεά | γε-νε-ά ουσ. (θηλ.) (λόγ.): γενιά: αλληλεγγύη μεταξύ των ~ών. Διαδοχή/σύγκρουση (των) ~ών. ● ΣΥΜΠΛ.: εναλλαγή των γενεών: ΒΙΟΛ. η διαδοχική εμφάνιση δύο ή περισσοτέρων τρόπων αναπαραγωγής στον βιολογικό κύκλο ενός φυτού ή ζώου. Βλ. αμφι-, μονο-γονία. [< γαλλ. alternance de générations] , χάσμα (των) γενεών βλ. χάσμα ● ΦΡ.: γενεές (επί) γενεών & (επί) γενεές γενεών & επί γενεάς γενεών (λόγ.): για πάρα πολύ καιρό: Με το όνειρο της επιστροφής στην πατρίδα έζησαν γενεές ~ (πβ. ανέκαθεν). Παράδοση που συνεχίζεται επί ~ ~.|| Παραμύθια που έχουν γαλουχήσει γενεές ~ (: ολόκληρες γενιές)., περνώ κάποιον (από) γενεές δεκατέσσερις (λαϊκό): τον βρίζω άσχημα: Με πήρε τηλέφωνο και με πέρασε ~ ~. [< αρχ. γενεά] | |
| 10218 | γενεαλογία | γε-νε-α-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. γενεαλογικό δέντρο: η ~ (και οι ρίζες) μιας οικογένειας.|| Καταγωγή και ~ ενός έθνους. Πβ. καταβολές.|| (για ζώα ράτσας:) Πιστοποιητικό ~ας. Κουτάβια άριστης/καλής ~ας. Βλ. πεντιγκρί. 2. ΙΣΤ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με την καταγωγή και τις συγγενικές σχέσεις προσώπων και οικογενειών. Βλ. εραλδική, -λογία. 3. (μτφ.) προέλευση και εξελικτική πορεία: η ~ ενός κινήματος. [< αρχ. γενεαλογία, γαλλ. généalogie, αγγλ. genealogy] | |
| 10219 | γενεαλογικός | , ή, ό γε-νε-α-λο-γι-κός επίθ. & (προφ.) γενεολογικός: που σχετίζεται με τη γενεαλογία: ~ός: πίνακας/χάρτης ζώου (= πεντιγκρί). ~ή: εξέλιξη/έρευνα. ~ό: διάγραμμα. ~ά: βιβλία/μητρώα (βοοειδών/ιπποειδών).|| ~ή: γραμμή/καταγωγή/προέλευση/σειρά. Βλ. ρίζα. ● επίρρ.: γενεαλογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: γενεαλογικό δέντρο βλ. δέντρο [< μτγν. γενεαλογικός, γαλλ. généalogique, αγγλ. genealogical] | |
| 10220 | γενεαλόγος | γε-νε-α-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικός στη διερεύνηση και μελέτη της καταγωγής και του γενεαλογικού δέντρου προσώπων ή οικογενειών. Βλ. -λόγος. [< μτγν. γενεαλόγος, γαλλ. généalogiste, αγγλ. genealogist] | |
| 10221 | γενεαλογώ | γε-νε-α-λο-γώ ρ. (μτβ.) {γενεαλογεί | -είται, -ήθηκε, -ημένος} (σπάν.): ανάγω την καταγωγή προσώπου σε συγκεκριμένο πρόγονο, ερευνώ τη γενεαλογία του: ~ούνται από τον .../ως απόγονοι του ... Βλ. -λογώ. [< αρχ. γενεαλογῶ] | |
| 10222 | γενέθλια | γε-νέ-θλι-α ουσ. (τα) {γενεθλί-ων}: η επέτειος της γέννησης κάποιου· συνεκδ. η γιορτή των γενεθλίων: δώρο/κάρτα/τούρτα ~ων. (ευχετ.) Ευτυχισμένα/χαρούμενα ~! Πότε έχεις ~;|| Ήρθε στα ~ά μου (= στο πάρτι ~ων μου). Βλ. ονομαστική εορτή.|| (κατ΄επέκτ.) Το κατάστημα γιόρτασε τα πρώτα του ~. Τα χρυσά ~ της εταιρείας (: το χρυσό ιωβηλαίο, τα πενήντα χρόνια από την ίδρυσή της). [< αρχ. γενέθλια] | |
| 10223 | γενέθλιος | , α/ος, ο γε-νέ-θλι-ος επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τη γέννηση ενός προσώπου: ~ος: τόπος. ~α/ος: ημέρα (= τα γενέθλια)/χώρα. ~ο: έτος/πάρτι. ~α: δώρα.|| (ΑΣΤΡΟΛ.) ~ος: χάρτης. ~ο: ωροσκόπιο. ● Ουσ.: γενέθλιο (το): ΕΚΚΛΗΣ. εορτή της γέννησης: το ~ της Θεοτόκου. Βλ. κοίμηση. ● ΣΥΜΠΛ.: γενέθλια γη: γενέτειρα: επιστροφή στη ~ ~. [< αρχ. γενέθλιος] | |
| 10224 | γενεί | βλ. γίνομαι | |
| 10225 | γενειάδα | γε-νειά-δα ουσ. (θηλ.): μακριά γένια: γέρος με άσπρη/πλούσια/πυκνή ~. Πβ. μούσι. Βλ. μουστάκι. [< αρχ. γενειάς] | |
| 10226 | γενειοφόρος | , ος, ο γε-νει-ο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που έχει γένια: ~ος: άνδρας/γέροντας. Πβ. μουσάτος. Βλ. -φόρος. ΣΥΝ. πωγωνοφόρος ΑΝΤ. αγένειος ● ΣΥΜΠΛ.: γενειοφόρος δράκος βλ. δράκος | |
| 10227 | γένεση | γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δημιουργία, γέννηση, σχηματισμός: η ~ των γαλαξιών/(ΦΙΛΟΣ.) των όντων/των πλανητών/του Σύμπαντος. Η ~ (και ανάπτυξη) της γραφής. Βλ. βιο~, δια~, εθνο~, εμφάνιση, τερατο~. ● Γένεσις & Γένεση: ΘΕΟΛ. το πρώτο βιβλίο της ΠΔ που αναφέρεται στη δημιουργία του ανθρώπου και του κόσμου και στην ιστορία του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ. Βλ. κοσμογονία, Πεντάτευχος. ● ΦΡ.: εν τη γενέσει (του/της) & εν τω γεννάσθαι (αρχαιοπρ.): στη φάση της δημιουργίας του, στο αρχικό στάδιο: Το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε ~ ~ (: μόλις εμφανίστηκε).|| (ΧΗΜ.) Οξυγόνο εν τω γεννάσθαι (: ατομικό οξυγόνο από τη διάσπαση μοριακού οξυγόνου ή όζοντος). [< αρχ. γένεσις, γαλλ. genèse, αγγλ. genesis] | |
| 10229 | γενέσθαι | γε-νέ-σθαι (αρχαιοπρ.): μόνο στις ● ΦΡ.: τι μέλλει γενέσθαι (λόγ.): τι πρόκειται να γίνει, να συμβεί: ~ ~ από εδώ και στο εξής (= τι επίκειται); ~ ~ με την οικονομία;|| (ως ουσ.) Συζητήσεις για το ~ ~., δέον γενέσθαι βλ. δέων [< αρχ. γενέσθαι] | |
| 10230 | γενεσιουργός | , ή/ός, ό γε-νε-σι-ουρ-γός επίθ. (λόγ.): που ευθύνεται για τη δημιουργία, την πρόκληση ενός φαινομένου ή μιας κατάστασης: Η ~ αιτία/(το ~ό αίτιο) του προβλήματος/δύναμη του Σύμπαντος. Οι ~οί παράγοντες (της κρίσης). Αισθήματα ~ά βίαιων και εκρηκτικών αντιδράσεων. Πβ. (υπ)αίτιος. Βλ. -ουργός2. [< μτγν. γενεσιουργός ‘αυτός που γεννά, τεκνοποιεί’] | |
| 10231 | γενέτειρα | γε-νέ-τει-ρα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) ο τόπος γέννησης και καταγωγής: κοινή ~. επιστροφή στη ~. Πάτησε ξανά το χώμα της ~άς του. Εγκατέλειψε τη ~ά του. ΣΥΝ. ιδιαίτερη πατρίδα. ΑΝΤ. αλλοδαπή, ξένα.|| Τιμήθηκε από τη ~ά του.|| (ως επίθ.) ~ γη. ΣΥΝ. γενέθλια γη 2. (μτφ.) κοιτίδα, λίκνο, εστία: Η Ελλάδα είναι η ~ των Ολυμπιακών Αγώνων. 3. ΓΕΩΜ. γεωμετρικό στοιχείο (γραμμή, επιφάνεια, σημείο) του οποίου η κίνηση σχηματίζει γραμμή, επιφάνεια ή στερεό σώμα: ~ κυλίνδρου/κώνου. [< 1,2: μτγν. γενέτειρα 3: γαλλ. génératrice] | |
| 10232 | γενετή | γε-νε-τή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μόνο στη ● ΦΡ.: εκ γενετής 1. από τη στιγμή της γέννησης (κάποιου): αναπηρία/κώφωση ~ ~. Είναι ~ ~ τυφλός. Πάσχει ~ ~ από ...|| (ως επίθ.) ~ ~ δυσπλασία/πάθηση (= συγγενής). ~ ~ ικανότητα/χαρακτηριστικό (= έμ-, σύμ-φυτος, εγγενής). 2. από πολύ μικρή ηλικία: Ήταν ανήσυχη φύση ~ ~ (= από γεννησιμιού του, από τα γεννοφάσκια του). [< αρχ. ἐκ γενετῆς] | |
| 10233 | γενετήσιος | , α/ος, ο γε-νε-τή-σι-ος επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την αναπαραγωγική λειτουργία: ~α: διέγερση/επιθυμία/ζωή/πράξη (= συνουσία). ~ες: σχέσεις. (ΝΟΜ.) Προσβολή της ~ας αξιοπρέπειας (με άσεμνες χειρονομίες). Πβ. αφροδίσιος, ερωτ-, σεξουαλ-ικός. ● ΣΥΜΠΛ.: γενετήσια ορμή/γενετήσιο ένστικτο & σεξουαλική ορμή/σεξουαλικό ένστικτο: η έμφυτη τάση για συνουσία στα δύο φύλα· (στον πληθ.) οι ερωτικές παρορμήσεις. Πβ. λίμπιντο., γενετήσια ελευθερία βλ. ελευθερία, σεξουαλικός προσανατολισμός βλ. προσανατολισμός [< μτγν. γενετήσιος, γαλλ. génésique, sexuel] | |
| 10234 | γενετική | γε-νε-τι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Γ): ΒΙΟΛ. κλάδος που μελετά τους μηχανισμούς που διέπουν την κληρονομικότητα: αναπτυξιακή/βιοχημική/εξελικτική/κλινική/μικροβιακή/πληθυσμιακή ~ (: ~ των πληθυσμών)/ποσοτική (: μελετά την ποικιλότητα που παρουσιάζουν οι πληθυσμοί σε ποσοτικά χαρακτηριστικά, φαινότυπους). ~ του ανθρώπου/των φυτών. Βλ. βιο~, επι~, φυλο~, βιο-ηθική, -τεχνολογία, γονίδιο, DNA, RNA, κλωνοποίηση, κυτταρο~. ● ΣΥΜΠΛ.: Αντίστροφη Γενετική: μεταβολή της γονιδιακής ακολουθίας γενετικού υλικού που είναι γνωστή, με σκοπό την ανάλυση του φαινοτύπου ενός οργανισμού ή τη διερεύνηση ασθενειών., Ιατρική Γενετική: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. επιστημονικός κλάδος ο οποίος ασχολείται με τη μελέτη νόσων που οφείλονται σε γενετικούς παράγοντες., Μοριακή Γενετική: η οποία μελετά τη μοριακή δομή και λειτουργία των γονιδίων. [< αγγλ. molecular genetics, 1963] [< πβ. μτγν. γενετική 'γενική πτώση', γαλλ. génétique, 1911, αγγλ. genetics, 1905] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ