Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [11120-11140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
10235γενετικός, ή, ό γε-νε-τι-κός επίθ. 1. ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με τη γενετική, τα γονίδια ή την κληρονομικότητα: ~ός: αλγόριθμος/(ανα)συνδυασμός/εκφυλισμός/έλεγχος/καθορισμός φύλου/μηχανισμός/παράγοντας/προγραμματισμός/τύπος. ~ή: αλληλεπίδραση/αλλοίωση/ανάλυση/βελτίωση (βλ. ευγονική)/διάγνωση/επιστήμη (= η Γενετική)/έρευνα/θεραπεία/ιατρική/προδιάθεση/τεχνολογία/χαρτογράφηση. ~ό: τεστ (βλ. Ντι-Εν-Έι τεστ)/υβρίδιο/υπόβαθρο. ~ές: διαφορές/μεταβολές/μεταλλάξεις/παράμετροι. ~ά: αίτια/δεδοµένα/ευρήματα/χαρακτηριστικά. Πβ. γονιδιακός. Βλ. βιο~, δια~, κυτταρο~.|| (ΙΑΤΡ.) ~ές: ασθένειες. ~ά: ελαττώματα/νοσήματα/σύνδρομα. ΣΥΝ. κληρονομικός, συγγενής. 2. (επιστ.) που σχετίζεται με τη γένεση, την προέλευση: ~ή: μέθοδος. Βλ. εθνο~, ορο~, πετρο~.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ή: σημασιολογία/σύνταξη/φωνολογία. ● επίρρ.: γενετικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: γενετική εξέλιξη & γενετική απόκλιση/εκτροπή/παρέκκλιση: ΒΙΟΛ. διακυμάνσεις στη συχνότητα εμφάνισης ενός γονιδίου από τη μία γενιά στην άλλη σε έναν μικρό, απομονωμένο πληθυσμό, που καθορίζει την απώλεια ή διατήρηση του συγκεκριμένου γονιδίου: ~ ~ του είδους. [< αγγλ. genetic drift, 1945], γενετική ποικιλότητα/ποικιλομορφία: ΒΙΟΛ. διαφοροποίηση ανάμεσα σε άτομα ή και πληθυσμούς ενός είδους: προστασία της ~ής ~ας. Πβ. βιοποικιλότητα. Βλ. πολυμορφισμός., γενετική συμβουλευτική: ΙΑΤΡ. ενημέρωση μελλοντικών γονέων για τις στατιστικές πιθανότητες να κληρονομήσει το παιδί γενετικές νόσους, καθώς και για τη διάγνωση και θεραπεία τους. Βλ. προγεννητικός έλεγχος. [< αγγλ. genetic counseling, 1949], γενετικό υλικό: ΒΙΟΛ. ο φορέας των γενετικών πληροφοριών (που μπορεί να περιέχονται στο DNA, στα γονίδια, στα χρωμοσώματα ή στο σύνολο του γονιδιώματος) ενός οργανισμού: ζωικό/φυτικό ~ ~. ~ ~ του ανθρώπου/του ιού/των κυττάρων/των μιτοχονδρίων. Ανάλυση/βελτίωση/έλεγχος/ταυτοποίηση/τράπεζα/χαρτογράφηση ~ού ~ού. Επέμβαση στο ~ ~., γενετικός δείκτης: ΒΙΟΛ. γονίδιο ή τμήμα DNA, του οποίου η θέση στο χρωμόσωμα είναι γνωστή και το οποίο σχετίζεται με συγκεκριμένο γενετικό χαρακτηριστικό· συνήθ. χρησιμοποιείται για την ανίχνευση κληρονομικών νόσων. [< αγγλ. genetic marker, 1969] , γενετικός κώδικας: ΒΙΟΧ. η αλληλουχία των νουκλεοτιδίων του DNA (ή του RNA) που καθορίζει την αλληλουχία των αμινοξέων στις πρωτεΐνες· βιοχημική βάση της κληρονομικότητας που είναι καθολική για όλους τους οργανισμούς. [< αγγλ. genetic code, 1961], γενετικός/γονιδιακός χάρτης: ΒΙΟΛ. απεικόνιση της θέσης και της διάταξης των γονιδίων στα χρωμοσώματα: ~ ~ ασθενειών. Το 2003 ολοκληρώθηκε ο ~ ~ του ανθρώπου. Βλ. γονιδίωμα. [< αγγλ. genetic map, 1957], γενετικά/γενετικώς τροποποιημένος βλ. τροποποιώ, γενετική μηχανική βλ. μηχανική, γενετική πληροφορία βλ. πληροφορία, γενετική ποικιλία βλ. ποικιλία, γενετική ψυχολογία βλ. ψυχολογία, γενετική/συγγενής ανωμαλία βλ. ανωμαλία, γενετική-μετασχηματιστική γραμματική βλ. γραμματική, γενετικό αποτύπωμα/αποτύπωμα DNA βλ. αποτύπωμα, γενετικοί πόροι βλ. πόρος, γονιδιακή/γενετική δεξαμενή βλ. δεξαμενή, τράπεζα γενετικού υλικού βλ. τράπεζα [< γαλλ. génétique, αγγλ. genetic, 1908]
10236γενετιστήςγε-νε-τι-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. γενετίστρια}: βιολόγος ειδικευμένος στη γενετική: μοριακός ~. [< γαλλ. généticien , 1931, αγγλ. geneticist, 1913]
10237γενηθήτωγε-νη-θή-τω ρ. & (εσφαλμ.) γεννηθήτω (λόγ.): κυρ. στις ● ΦΡ.: γενηθήτω το θέλημά σου (από το Πάτερ ημών): ως αποδοχή της θείας βούλησης· (συνήθ. ειρων.) για δήλωση συγκατάβασης., γενηθήτω φως (και εγένετο φως) (ΠΔ) 1. (προφ.) για να ανάψουν τα φώτα ή για επαναφορά του ηλεκτρικού ρεύματος μετά από διακοπή. 2. (μτφ.) ως απαίτηση να πέσει άπλετο φως στη διερεύνηση μιας υπόθεσης. [< αρχ. γενηθήτω, προστ. αορ. του ρ. γίγνομαι]
10240γενιάγε-νιά ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) γενεά 1. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. σύνολο ανθρώπων που έχουν την ίδια περίπου ηλικία, κοινά βιώματα και δραστηριοποιούνται την ίδια χρονική περίοδο: η επόμενη/νέα/νεότερη/παλιά/προηγούμενη/σημερινή ~. Ηρωική/ξεριζωμένη (: πρόσφυγες) ~. Οι (επ)ερχόμενες/μελλοντικές ~ιές. ~ ζωγράφων/ηθοποιών/πολιτικών. Η ~ της αμφισβήτησης/του διαδικτύου/της Κατοχής/του Μάη του '68/της μεταπολίτευσης/του Πολυτεχνείου/του '40. ~ Χ (: γεννημένοι στις δεκαετίες '60-'70). ~ Υ (: γεννημένοι στις δεκαετίες '80-'90). H δική μου ~ μεγάλωσε με αυτή τη μουσική/σε σκληρές συνθήκες. Είμαστε της ίδιας ~ιάς.|| (ΛΟΓΟΤ.) Η ~ του μεσοπολέμου/του '30. Πρώτη/δεύτερη μεταπολεμική (ποιητική) ~. Μια νέα ~ συγγραφέων αναδύθηκε/διαμορφώθηκε/εμφανίστηκε. 2. άτομα με κοινή καταγωγή, σόι: αρχοντική/επιφανής/πλούσια/ταπεινή ~. Είναι από καλή ~. Κατάγεται από αριστοκρατική ~. Πβ. φάρα. Βλ. γενεαλογία, γενεαλογικό δέντρο.|| Πρώτη/δεύτερη/τρίτη ~ μεταναστών (: τα παιδιά τους, τα εγγόνια και τα δισέγγονα, αντίστοιχα). ΣΥΝ. οικογένεια (2) 3. χρονικό διάστημα τριάντα περίπου ετών, ο χρόνος, κατά μέσο όρο, ανάμεσα στη γέννηση των γονιών και τη γέννηση του πρώτου παιδιού τους: σε τρεις ~ιές (: σε εκατό περ. χρόνια). 4. (μτφ.) βαθμός τεχνολογικής εξέλιξης: επόμενη/παλιά ~ αυτοκινήτων/προϊόντων/συσκευών/υπηρεσιών. Πέμπτη ~ υπολογιστών. Αντιβιοτικά/δίκτυο νέας ~ιάς. Αεροσκάφη τρίτης/τέταρτης ~ιάς. Μηχανήματα/τεχνολογία/ψηφιακές μηχανές τελευταίας ~ιάς.|| (ΦΥΣ.) Σωματίδια της πρώτης ~ιάς. 5. ΒΙΟΛ. το σύνολο των οργανισμών που προέρχονται ο ένας από τον άλλον με αναπαραγωγή: γονική ~ (: οι οργανισμοί που διασταυρώνονται για την αναπαραγωγή του είδους). Θυγατρική ~ (: οι απόγονοι). ● ΣΥΜΠΛ.: μπιτ γενιά βλ. μπιτ1, χαμένη γενιά βλ. χαμένος ● ΦΡ.: από γενιά σε γενιά: από τη μια γενιά στην άλλη, κατά πατροπαράδοτο τρόπο, παραδοσιακά: Γνώσεις που έφτασαν ~ ~ μέχρι τις μέρες μας. Έθιµα/παραδόσεις που περνούν ~ ~. Πβ. (από) πάππου προς πάππου. [< γαλλ. de génération en génération] , γενιές και γενιές (εμφατ.): πολλές γενιές: ~ ~ παιδιών μεγάλωσαν με τα παραμύθια της γιαγιάς., άσπρος σκύλος, μαύρος σκύλος, όλοι οι σκύλοι μια γενιά βλ. σκύλος, βρήκε/είδε ο γύφτος τη γενιά του (κι αναγάλλιασε η καρδιά του) βλ. γύφτος, γύφτισσα [< μεσν. γενιά, αρχ. γενεά, γαλλ. génération, αγγλ. generation]
10239γένιαγέ-νια ουσ. (ουδ.) (τα): τρίχες που φυτρώνουν στα μάγουλα, στο πιγούνι και στο άνω χείλος των ανδρών: αξύριστα/αραιά/μαύρα/σκληρά ~. Μακριά ~ (= γενειάδα). Άφησε ~ (: π.χ. σε ένδειξη πένθους). (για έφηβο) Έβγαλε ~. Βλ. μούσι, μουστάκι.γένι (το): γενειάδα ή το υπογένειο: κοντό/περιποιημένο ~. Πβ. πώγωνας. ● Υποκ.: γενάκι (το): υπογένειο. ● ΦΡ.: (ο παπάς πρώτα) βλογάει/ευλογάει τα γένια του (προφ.) 1. για άνθρωπο που ενδιαφέρεται πρωτίστως για τον εαυτό του. 2. (ειρων.) για κάποιον που επαινεί τον εαυτό του. Πβ. κοκορεύομαι., όποιος έχει τα γένια έχει και τα χτένια (παροιμ.): όποιος έχει αυξημένες αρμοδιότητες, υψηλή θέση, προνόμια, επωμίζεται αναγκαστικά τις ευθύνες και τις σκοτούρες που αυτά συνεπάγονται., είναι πολλοί μπαρμπέρηδες για του σπανού τα γένια βλ. μπαρμπέρης, μόνο του σπανού τα γένια δεν γίνονται βλ. σπανός [< μεσν. γένιν]
10241γενικάγε-νι-κά επίρρ. & (λόγ.) γενικώς [-ῶς] 1. χωρίς αναφορά σε ειδικά σημεία ή λεπτομέρειες: ~ τα πήγαμε καλά. Ο καιρός ~ θα είναι αίθριος (= σε γενικές γραμμές). Βλ. καταρχήν.|| Η μουσική και ~ κάθε πνευματικό δημιούργημα. ~ μιλώντας, ... Πβ. συνολικά. ΑΝΤ. συγκεκριμένα 2. ευρέως, καθολικά: ~ αποδεκτός ορισμός. Πβ. ολικά. 3. κατά κανόνα: ~ ταξιδεύω πολύ. Πβ. κανονικά, συνήθως. ● ΦΡ.: γενικά και/κι αόριστα & (λόγ.) γενικώς και αορίστως: με γενικεύσεις και αοριστολογίες: Για να μη μιλάμε ~ ~, θα σας πω ποια μέτρα πρέπει να ληφθούν. [< αρχ. γενικῶς]
10242γενίκευσηγε-νί-κευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γενικεύω: ~ των μέτρων σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Φόβοι για ~ της ανεργίας/κρίσης/των συγκρούσεων. ~ του αγώνα (πβ. συνολικοποίηση). Επιβάλλεται ~ των δειγματοληπτικών τεστ. Πβ. διεύρυνση, επέκταση. ΑΝΤ. περιορισμός.|| (αρνητ. συνυποδ.) Ανεπίτρεπτες/απαράδεκτες ~εύσεις. Πβ. καθολίκευση. Βλ. υπερ~. ΑΝΤ. εξειδίκευση (2), μερίκευση 2. λογική διεργασία για τη διαπίστωση ή εξαγωγή γενικών προτύπων και αρχών: (ΜΑΘ.) ~ της ανισότητας/άσκησης/του θεωρήματος/συμπερασμάτων. Πβ. επαγωγή. Βλ. συμπέρασμα. [< γαλλ. généralisation]
10243γενικεύσιμος, η, ο γε-νι-κεύ-σι-μος επίθ. (επιστ.): που επιδέχεται γενίκευση: ~ο: συμπέρασμα. ~α: αποτελέσματα (έρευνας)/δεδομένα. Η αλήθεια είναι μοναδική, μη ~η. Βλ. ad hoc, γενικευτικός, υποκειμενικός. [< γαλλ. généralisable]
10244γενικευτικός, ή, ό γε-νι-κευ-τι-κός επίθ. (επιστ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που αποτελεί γενίκευση ή που γενικεύει: ~ός: ισχυρισμός/χαρακτηρισμός. ~ή: άποψη/κρίση. ~ό: επιχείρημα. ~ές: αναφορές/ερμηνείες/κατηγοριοποιήσεις. ~ά: συμπεράσματα (πβ. γενικεύσιμος). Αυθαίρετη, ~ή και πλασματική αντίληψη (πβ. ισοπεδωτικός). ~ή και επιφανειακή ταξινόµηση. Πβ. καθολικός. Βλ. αφοριστικός. ● επίρρ.: γενικευτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: γενικευτική αναφορά: που έχει γενικό χαρακτήρα, δεν εξειδικεύεται: Η αντων. ποιος ή το ουσ. φοιτητής συμπεριλαμβάνουν και το θηλ. γένος, χωρίς να θεωρείται ότι υποβαθμίζεται η γυναίκα. [< αγγλ. generic reference] [< γαλλ. généralisateur]
10245γενικεύωγε-νι-κεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {γενίκευ-σα, γενικεύ-σει, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, -μένος} 1. διευρύνω (την εφαρμογή, την ισχύ), δίνω καθολικό χαρακτήρα ή μεγάλη έκταση σε κάτι: Άρθρο/νομοθετική ρύθμιση που ~ει τη δυνατότητα για ... Οι συγκρούσεις ~τηκαν. ~μένες: καταλήψεις/κινητοποιήσεις. ~μένα: επεισόδια (= εκτεταμένα). ΣΥΝ. επεκτείνω (2) 2. (αρνητ. συνυποδ.) αποδίδω σε μια κατηγορία ανθρώπων, πραγμάτων ή καταστάσεων γνωρίσματα που απαντούν σε μεμονωμένες, συγκεκριμένες περιπτώσεις, καθιστώ γενικό κάτι μερικό: Κακώς ~εις και τους βάζεις όλους στο ίδιο τσουβάλι. ~ει και υπερβάλλει. Βλ. γενικολογώ, υπεραπλουστεύω, υπερ~. ΣΥΝ. καθολικεύω ΑΝΤ. ειδικεύω (2), εξειδικεύω (2), μερικεύω [< γαλλ. généraliser]
10246γενικήγε-νι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Γ) & γενική πτώση: ΓΡΑΜΜ. μία από τις πλάγιες πτώσεις, που συνήθ. λειτουργεί ως ονοματικός ετερόπτωτος προσδιορισμός: ~ αντικειμενική ( "ο συγγραφέας του βιβλίου")/διαιρετική ("μεγάλο μέρος του πληθυσμού")/κτητική ("το σπίτι των γονιών μου")/συγκριτική ("είναι μεγαλύτερος του Γιάννη")/υποκειμενική ("δημιούργημα του καλλιτέχνη"). ~ ενικού/πληθυντικού. (Έμμεσο) αντικείμενο σε ~ ("Χάρισα του θείου ένα ρολόι"). Σύνταξη προθέσεων/εμπρόθετοι προσδιορισμοί με ~ ("επί της οδού", "αντί προλόγου").|| {σπάν. στον πληθ.} Nα χαρακτηρίσετε συντακτικώς τις ~ές του κειμένου. [< μτγν. γενική]
10247γενικολογίαγε-νι-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: λόγος χωρίς ακρίβεια, σαφήνεια και συγκεκριμένη άποψη, περιοριζόμενος εσκεμμένα σε γενικές, αόριστες και ανούσιες διατυπώσεις: ακατάσχετη ~. ~ες και μισόλογα/υπεκφυγές. Απάντησε/μίλησε με ~ες. Αρκέστηκε/κατέφυγε σε ~ες. Πβ. αοριστία, αοριστολογία, ασάφεια. Βλ. αερολογίες, βερμπαλισμός, -λογία. ΣΥΝ. γενικότητες
10248γενικόλογος, η/ος, ο γε-νι-κό-λο-γος επίθ.: που περιέχει γενικολογίες: ~ος: ορισμός. ~η: απάντηση/δήλωση. ~ο: κείμενο/(πολιτικό) πρόγραμμα. ~ες: αναφορές/κουβέντες/παρατηρήσεις/υποδείξεις/υποσχέσεις. ~α: σχόλια. Πβ. αόριστος, ασαφής. Βλ. -λογος. ● επίρρ.: γενικόλογα
10249γενικολογώ[γενικολογῶ] γε-νι-κο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {γενικολογ-είς ..., -ώντας, στον ενεστ. και παρατ.}: εκφράζομαι με γενικολογίες: Άρθρο/πολιτικός που ~εί. ~ούν και δεν απαντούν συγκεκριμένα. Πβ. αοριστολογώ. Βλ. αερολογώ, πλατειάζω, -λογώ.
10250γενικός, ή, ό γε-νι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται σε όλες τις σχετικές περιπτώσεις ή που αφορά όλα τα μέρη, το σύνολο: ~ός: έλεγχος/εξοπλισμός/κατάλογος/κωδικός/νόμος/πίνακας/στόχος/συντονισμός/τίτλος. ~ή: αλήθεια/αναισθησία (= ολική. ΑΝΤ. τοπική)/απεργία/άποψη/αρχή/εικόνα/ενημέρωση/εποπτεία/ερώτηση/θεώρηση/ιδέα/καθαριότητα/ονομασία/παράλυση/πρόγνωση καιρού/τάση (= κυρίαρχη). ~ό: αίτημα/δικαίωμα/παράδειγμα/πρόβλημα/(συν)αίσθημα. (ΦΙΛΟΣ.) ~ές: έννοιες (: αναφέρονται σε πολλά ομοειδή πράγματα, τα οποία συγκροτούν μια ολότητα)/κρίσεις (: στις οποίες το υποκείμενο είναι μια καθολική έννοια)/προτάσεις/υποθέσεις. ~ά: γνωρίσματα/έξοδα/χαρακτηριστικά. ~ή επισκόπηση (του θέματος, της ιστορίας). ~οί όροι συμμετοχής/χρήσης. ~ό πολεοδομικό σχέδιο του δήμου.|| ~ός: αναβρασμός. ~ή: αμνηστία/ανησυχία/απογοήτευση/διακοπή (νερού, ρεύματος· πβ. μπλακ άουτ)/δοκιμή/επιστράτευση/συλλογική σύμβαση εργασίας/συνέλευση. ~ό: καλό/κόστος/συμφέρον (= κοινό, συλλογικό. ΑΝΤ. ατομικό)/σύνολο. ~ές: διατάξεις/εκλογές/εξετάσεις/κατηγορίες. ~ διακόπτης του νερού/του ρεύματος (κ. ως ουσ. ο ~). Θέματα ~ού ενδιαφέροντος. Πβ. καθ-, συν-ολικός. ΑΝΤ. ειδικός (1), μερικός 2. που αναφέρεται στα βασικά στοιχεία και δεν υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες: ~ός: άξονας (του κειμένου)/οδηγός. ~ή: αναφορά/εισαγωγή/μόρφωση/παρουσίαση/περιγραφή. ~ό: οργανόγραμμα/πλαίσιο/πλάνο/σχεδιάγραμμα/σχόλιο. ~ές: ανακοινώσεις/γνώσεις/οδηγίες/παρατηρήσεις/πληροφορίες/προδιαγραφές/συμβουλές. ~ά: συμπεράσματα/χαρακτηριστικά. Πήρες μια ~ή ιδέα. Πβ. αδρομερής, αδρός, χονδρικός. ΑΝΤ. λεπτομερής 3. αόριστος, ασαφής: ~ές: υποσχέσεις. Πβ. γενικόλογος. ΑΝΤ. συγκεκριμένος (1) 4. που έχει την ευθύνη της συνολικής λειτουργίας ενός οργανισμού, μιας υπηρεσίας: ~ός: εισαγγελέας/ελεγκτής/επιθεωρητής/συντονιστής.|| ~ή: Διεύθυνση της Aστυνομίας. ~ό: Λογιστήριο/Προξενείο. 5. (επιστ.) που περιλαμβάνει όλους τους ειδικούς τομείς, γνωστικούς ή άλλους: ~ή: Γλωσσολογία/Χημεία/Ψυχολογία.|| (ΙΑΤΡ.) ~ός: γιατρός/χειρουργός. ~ή: κλινική. ~ό: νοσοκομείο. ● Ουσ.: γενικό (το): γενική έννοια: μετάβαση/πορεία/συλλογισμοί από το ειδικό στο ~ (βλ. επαγωγή) και αντίστροφα (βλ. παραγωγή). ● ΣΥΜΠΛ.: (Γενικό) Χημείο του Κράτους βλ. χημείο, (Γενικός) Δείκτης Τιμών βλ. δείκτης, Γενικά Αρχεία του Κράτους βλ. αρχείο, Γενικές Αποθήκες βλ. αποθήκη, Γενική Γραμματεία βλ. γραμματεία, γενική χειρουργική βλ. χειρουργική, Γενικό Επιτελείο βλ. επιτελείο, Γενικό Λύκειο βλ. λύκειο, Γενικός (Γραμματέας) βλ. γραμματέας, γενικός (διευθυντής) βλ. διευθυντής, διευθύντρια, Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός βλ. οικοδομικός, μαθήματα γενικής παιδείας βλ. παιδεία, πρόβα τζενεράλε/γενική πρόβα βλ. πρόβα ● ΦΡ.: έχει το γενικό πρόσταγμα βλ. πρόσταγμα, κατά (γενικό) κανόνα βλ. κανόνας, κατά γενική/κοινή ομολογία βλ. ομολογία, με την ευρεία έννοια βλ. ευρύς, σε γενικά πλαίσια βλ. πλαίσιο, σε γενικές γραμμές βλ. γραμμή [< μτγν. γενικός, γαλλ. général, générique, αγγλ. general]
10251γενικότερος, η, ο γε-νι-κό-τε-ρος επίθ.: πιο γενικός, ευρύτερος: το ~ο (= εν γένει) κλίμα/πλαίσιο. Η ~η άποψη είναι ότι ... Έχουμε σχηματίσει μια ~η εικόνα σχετικά με ... Θέματα ~ου ενδιαφέροντος/που εντάσσονται σε μια ~η συζήτηση.|| (ως ουσ.) Συλλογιστική πορεία από το ~ο στο ειδικότερο. ● επίρρ.: γενικότερα
10252γενικότηταγε-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το γνώρισμα του γενικού, ευρύτητα, καθολικότητα: η ~ ενός ορισμού/όρου/φαινομένου. Η ~ των συμπερασμάτων. Η ~ μιας μεθοδολογίας/ενός (οικονομικού) μοντέλου/ενός νόμου.|| (ΜΑΘ.) Χωρίς βλάβη της ~ας, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ... Βλ. περιπτωσιολογία, -ότητα. ΑΝΤ. μερικότητα ● γενικότητες (οι) (αρνητ. συνυποδ.): ασάφειες, γενικολογίες, αοριστολογίες: προχειρότητα/υπεραπλούστευση και ~. Απαντούσε/μιλάει με ~, για να μην εκτεθεί (πβ. γενικούρες). ΑΝΤ. μερικότητες, σαφήνεια [< γαλλ. généralité]
10253γενικούρες[γενικοῦρες] γε-νι-κού-ρες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. γενικούρα} (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): γενικολογίες, γενικότητες. Βλ. -ούρα2.
10254γενιτσαρισμόςγε-νι-τσα-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΣΤ. (κατά την Τουρκοκρατία) στρατολόγηση γενίτσαρων. Πβ. παιδομάζωμα. Βλ. εξισλαμισμός. 2. (μτφ.) φανατική συμπεριφορά και δράση, συνήθ. εναντίον πρώην ομοϊδεατών: ιδεολογικός/κομματικός/πολιτικός ~. Βλ. -ισμός.
10255γενίτσαροςγε-νί-τσα-ρος ουσ. (αρσ.) {-ων (λόγ.) -άρων} 1. ΙΣΤ. στρατιώτης επίλεκτου τάγματος του οθωμανικού στρατού κατά την Τουρκοκρατία, που είχε υποχρεωτικά στρατολογηθεί και εξισλαμιστεί σε μικρή ηλικία. Βλ. παιδομάζωμα. 2. (μτφ.) πρόσωπο που υποστηρίζει κάτι με φανατισμό και δεν διστάζει να προβεί ακόμα και σε βιαιοπραγίες για την υπεράσπισή του. [< μεσν. γενίτσαρος < τουρκ. yeniçeri]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.