Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [11140-11160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
10256γένναγέν-να ουσ. (θηλ.) (προφ.): η διαδικασία της γέννησης· τοκετός: επιπλοκές/πόνοι της ~ας. Είχε εύκολη/καλή ~. Πέθανε (πάνω) στη ~. Πβ. γεννητούρια. Βλ. εγκυμοσύνη, λοχεία. [< μεσν. γέννα]
10257γενναιοδωρίαγεν-ναι-ο-δω-ρί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα ή (κυρ. στον πληθ.) οι πράξεις του γενναιόδωρου: απέραντη/απίστευτη ~. Η ~ της ψυχής. ~ και αλτρουισμός/ανιδιοτέλεια/καλοσύνη/φιλανθρωπία. Πνεύμα ~ας. Επιδεικνύω ~. Ευγνωμονώ/ευχαριστώ κάποιον για τη ~ του. Πβ. απλοχεριά, γαλαντομία, μεγαλοψυχία, χουβαρνταλίκι.|| Κάνει ~ες. Βλ. ελεημοσύνη. ΑΝΤ. τσιγκουνιά, τσιφουτιά [< γαλλ. générosité]
10258γενναιόδωρος, η, ο γεν-ναι-ό-δω-ρος επίθ. 1. (για πρόσ.) που προσφέρει κάτι με αφθονία, χωρίς ιδιοτέλεια ή/και προσμονή ανταπόδοσης: ~ος: ευεργέτης/χορηγός. ~ με τα λεφτά του/τους φίλους του. Είναι (εξαιρετικά) ~ στις θετικές του κρίσεις/(ειρων.) στα δηκτικά του σχόλια. Πβ. ανοιχτοχέρης, γαλαντόμος, δοτικός, λαρτζ.|| ~η: καρδιά/ψυχή. ΑΝΤ. σπαγγοραμμένος, σφιχτός (2), τσιγκούνης 2. που παρέχεται πλουσιοπάροχα και απλόχερα: ~η: αμοιβή/προσφορά/χειρονομία/χρηματοδότηση. ~ο: φιλοδώρημα.|| ~ο: χαμόγελο/χειροκρότημα. ~α: αισθήματα. Πβ. χουβαρντάδικος. ΑΝΤ. τσιγκούνικος, τσιφούτικος, φειδωλός (1) ● επίρρ.: γενναιόδωρα [< γαλλ. généreux]
10259γενναίος, α, ο [γενναῖος] γεν-ναί-ος επίθ. 1. (για πρόσ.) που επιδεικνύει θάρρος, ψυχικό σθένος και τόλμη μπροστά σε κίνδυνο, δυσκολία ή σωματικό πόνο: ~οι: αγωνιστές/στρατιώτες. ~ και δυνατός. (ως ουσ.) Οι ~οι δεν φοβούνται τίποτα.|| ~α: καρδιά/ψυχή. ΣΥΝ. ανδρείος, ατρόμητος, γενναιόψυχος (1), θαρραλέος ΑΝΤ. άνανδρος, άτολμος, δειλός 2. που αποτελεί εκδήλωση γενναιότητας: ~α: απάντηση (βλ. παρρησία)/απόφαση/πράξη/πρωτοβουλία/στάση. ~ο: φρόνημα. ~α μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης (= αποφασιστικά, δραστικά, δυναμικά). Πβ. τολμηρός. 3. (μτφ., κυρ. για χρηματικό ποσό) υψηλός, πλουσιοπάροχος: ~α: αμοιβή/αύξηση/(οικονομική) ενίσχυση/επιχορήγηση/χορηγία/χρηματοδότηση. ~ο: επίδομα. ~ες: επιδοτήσεις. Πβ. άφθονος, γενναιόδωρος, παχυλός. ΑΝΤ. πενιχρός.|| ~ο: πρόστιμο (= τσουχτερό).|| ~α: μερίδα (φαγητού). Πβ. χορταστικός. ● επίρρ.: γενναία [< 1,2: αρχ. γενναῖος 3: γαλλ. généreux]
10260γενναιότηταγεν-ναι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): το γνώρισμα του γενναίου ή (κυρ. στον πληθ.) οι γενναίες πράξεις: η ~ των πολεμιστών. ~ και αυτοθυσία/ηρωισμός/τόλμη. Υπήρξε παράδειγμα/σύμβολο ~ας. (Επ)έδειξαν αξιοθαύμαστη/μοναδική ~. Δεν έχουν τη ~ να ... (= το θάρρος). Αγωνίστηκαν/αντιμετώπισαν τον θάνατο/μάχονται/πολέμησαν με ~. Πβ. ανδρεία, ευψυχία, παλικαριά. Βλ. ανανδρία, ατολμία, δειλία, λιγοψυχία, -ότητα. [< πβ. αρχ. γενναιότης 'ευγένεια χαρακτήρα, καταγωγής']
10261γενναιοφροσύνηγεν-ναι-ο-φρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του γενναιόφρονα: ~ και ανωτερότητα/αξιοπρέπεια/υψηλό ήθος. (Επ)έδειξαν ~ απέναντι στους/προς τους αιχμαλώτους. Πβ. μακροθυμία, μεγαλοψυχία, υψηλοφροσύνη. Βλ. -οσύνη. ΣΥΝ. γενναιοψυχία ΑΝΤ. μικροψυχία
10262γενναιόφρων, ων, ον γεν-ναι-ό-φρων επίθ. (λόγ.) & γενναιόφρονας: που διακρίνεται από ψυχική ευγένεια και ανωτερότητα: Εμφανίστηκαν ~ονες απέναντι στους/προς τους ηττημένους. ΣΥΝ. γενναιό-, μεγαλό-ψυχος, μακρόθυμος. ΑΝΤ. μικρόψυχος.|| ~ονα: αισθήματα. Βλ. -φρων. [< μεσν. γενναιόφρων]
10263γενναιοψυχίαγεν-ναι-ο-ψυ-χί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα και η συμπεριφορά του γενναιόψυχου: η ~ των αγωνιστών. Με θάρρος και ~. ΣΥΝ. ανδρεία, γενναιότητα, σθένος.|| Γενναιοδωρία/καλοσύνη και ~. (Επ)έδειξε/φέρθηκε με (απίστευτη) ~ (απέναντι) στους ηττημένους αντιπάλους του. ΣΥΝ. γενναιοφροσύνη, μεγαλο-θυμία, -ψυχία. ΑΝΤ. μικροψυχία.
10264γενναιόψυχος, η, ο γεν-ναι-ό-ψυ-χος επίθ. 1. γενναίος. 2. μεγαλόψυχος: ~ απέναντι στους/προς τους εχθρούς του. Είναι ~ και ξέρει να συγχωρεί. Βλ. -ψυχος. ● επίρρ.: γενναιόψυχα [< μεσν. γενναιόψυχος]
10265γεννάσθαι: μόνο στη ● ΦΡ.: εν τη γενέσει (του/της) & εν τω γεννάσθαι βλ. γένεση
10266γεννάωβλ. γεννώ
10267γέννημαγέν-νη-μα ουσ. (ουδ.) {γεννήμ-ατος | -ατα, -άτων}: προϊόν, δημιούργημα: ~ της εποχής/του μυαλού/της σκέψης. Πβ. απότοκο, καρπός.γεννήματα (τα) (λαϊκό): τα αγαθά που παράγει η γη, συνήθ. τα δημητριακά: ~ και καρποί. Πβ. σιτηρά, σπαρτά. [< μτγν. γεννήματα] ● ΣΥΜΠΛ.: αποκύημα/γέννημα της φαντασίας βλ. αποκύημα ● ΦΡ.: γέννημα θρέμμα 1. (για πρόσ.) που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο ίδιο περιβάλλον: ~ ~ της Θεσσαλονίκης. Πβ. γόνος, τέκνο.|| (ως επίθ.) ~ ~ Αθηναίος. Πβ. βέρος. 2. (μτφ., για πρόσ.) που έχει διαμορφωθεί από τα πρώτα του βήματα (επαγγελματικά, πολιτικά) στους κόλπους μιας ομάδας, αποτελώντας σημαντικό μέλος της: ~ ~ του κόμματος/της (ποδοσφαιρικής) ομάδας/της παράταξης. Πβ. παιδί. 3. (επιτατ.) αποκλειστικό δημιούργημα, αποτέλεσμα: Το φαινόμενο είναι ~ ~ της νεοελληνικής πραγματικότητας. [< αρχ. γέν(ν)ημα ‘προϊόν, καρπός’]
10268γέννησηγέν-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (για ανθρώπους και ζώα) η έξοδος του εμβρύου από την κοιλιά της μητέρας του, η αρχή της ζωής ενός νέου οργανισμού: δήλωση/έτος/ημερομηνία/ληξιαρχική πράξη/πιστοποιητικό/χώρα ~ης. Η ~ ενός παιδιού. Αριθμός (= γεννητικότητα)/αύξηση/δείκτης/μείωση/περιορισμός/ποσοστό ~ήσεων. Πβ. τοκετός. Βλ. κύηση.|| (ΕΚΚΛΗΣ., κ. με κεφάλ. Γ) Θεία ~ (βλ. Χριστούγεννα). ~ της Θεοτόκου (βλ. γενέθλιο). ΑΝΤ. θάνατος (1) 2. (μτφ.) δημιουργία και πρώτη εμφάνιση ενός φαινομένου, μιας ιδέας: η ~ της Ενωμένης Ευρώπης/μιας θεωρίας/ενός κινήματος/του Σύμπαντος/της τραγωδίας. Βλ. ανα~. ΣΥΝ. απαρχή, γένεση ● Γέννηση: ΕΚΚΛΗΣ. εικονογραφική αναπαράσταση της γέννησης του Χριστού. ● ΣΥΜΠΛ.: έλεγχος (των) γεννήσεων βλ. έλεγχος, τραύμα της γέννησης βλ. τραύμα [< αρχ. γέννησις]
10269γεννησιμιόγεν-νη-σι-μιό ουσ. (ουδ.) (προφ.): μόνο στη ● ΦΡ.: από γεννησιμιού (μου/σου/του): για χαρακτηριστικό που έχει κάποιος από τη στιγμή της γέννησής του ή από πολύ μικρή ηλικία ή από τα πρώτα στάδια: Έχει αυτό το ελάττωμα/κουσούρι/σημάδι ~ ~ του. Είναι χαρισματικός /έχει ταλέντο ~ ~ του. Πβ. από τα γεννοφάσκια (μου/σου/του), εκ γενετής, εκ φύσεως.
10270γεννήστραγεν-νή-στρα ουσ. (θηλ.): ειδικό δοχείο για τη γέννηση ψαριών στο οποίο τα νεογέννητα χωρίζονται από τη μητέρα· ενυδρείο αναπαραγωγής.
10271γεννητικός, ή, ό γεν-νη-τι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με την αναπαραγωγή ή/και τη γέννηση: ~ή: ανωμαλία/ωρίμανση. ~ό: πρόβλημα. Βλ. ανα~, ιχθυο~, μετα~, περι~, προ~, σεξουαλικός.|| (ΑΝΑΤ.) ~ή: περιοχή. ~ό: σύστημα (βλ. ουροποιητικό). ~οί: αδένες (= γονάδες).|| (ΙΑΤΡ.) ~ός: έρπης. ~ά: κονδυλώματα. Πβ. αφροδίσιος.|| (ΒΙΟΛ.) ~ές: ορμόνες (: ανδρο-, οιστρο-γόνα). ~ά: κύτταρα (βλ. σπερματοζωάριο, ωάριο). Πβ. αναπαραγωγικός. ● ΣΥΜΠΛ.: γεννητικά/αναπαραγωγικά όργανα: ΑΝΑΤ. με τα οποία διαιωνίζονται οι ζωντανοί οργανισμοί: ~ ~ του ανθρώπου: εξωτερικά (: αιδοίο στη γυναίκα· πέος, όσχεο στον άνδρα)/εσωτερικά (: κόλπος, μήτρα, σάλπιγγες, τράχηλος στη γυναίκα· προστάτης, σπερματοδόχος κύστη στον άνδρα) ~ ~. Βλ. ευαίσθητη περιοχή., έμμηνος/καταμήνιος/γεννητικός/εμμηνορροϊκός κύκλος βλ. κύκλος [< αρχ. γεννητικός, γαλλ. génital, sexuel, αγγλ. genital]
10272γεννητικότηταγεν-νη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΔΗΜΟΓΡ. το ποσοστό των γεννήσεων ζώντων παιδιών σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, συνήθ. έτος, και τόπο, ως προς το σύνολο του πληθυσμού: σταθερή/υψηλή ~. ~ και γονιμότητα. Ενίσχυση/μείωση της ~ας. Συντελεστής ~ας. Χαμηλή ~ και δημογραφική γήρανση. Βλ. γαμηλιότητα, υπερ~, υπο~, -ότητα. ΑΝΤ. θνησιμότητα 2. (σπάν.-λόγ.) ικανότητα αναπαραγωγής. ● ΣΥΜΠΛ.: δείκτης γεννητικότητας: αριθμός γεννήσεων σε πληθυσμό 1.000 κατοίκων μιας χώρας: αδρός/χαμηλός ~ ~. Ο ~ ~ έχει πέσει κάτω από ... Βλ. δείκτης γήρανσης. [< γαλλ. taux de natalité ] [< 1: γαλλ. natalité 2: γαλλ. génitalité]
10273γεννήτοραςγεν-νή-το-ρας ουσ. (αρσ.) (λόγ.) & (λογιότ.) γεννήτωρ 1. πρόσωπο που παράγει απογόνους, ο γονέας (κυρ. με αναφορά στον πατέρα). 2. (μτφ.) για οποιονδήποτε ή οτιδήποτε αποτελεί τον θεμελιωτή, δημιουργό μιας κατάστασης: ~ του νεοελληνικού θεάτρου. Ο Θεός ως ~ του κόσμου. 3. ζώο (κυρ. αρσενικό) που προορίζεται για αναπαραγωγή. Πβ. επιβήτορας. Βλ. -τορας. [< αρχ. γεννήτωρ, γαλλ. géniteur]
10274γεννητούριαγεν-νη-τού-ρια ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): γέννηση μωρού: (ευχετ.) Καλά ~! Έχουμε/περιμένουμε ~ στην οικογένεια. Πβ. γέννα, τοκετός. [< μεσν. γεννητούρια]
10275γεννήτραγεν-νή-τρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): γενέτειρα, κοιτίδα: ~ της μουσικής.|| (ως επίθ.) Εγκαταλείπουν τη ~ γη τους. [< μεσν. γεννήτρα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.