| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10276 | γεννήτρια | γεν-νή-τρι-α ουσ. (θηλ.) {γεννητρι-ών}: ΜΗΧΑΝΟΛ. μηχανή μετατροπής της μηχανικής ενέργειας σε ηλεκτρική: εφεδρική/ηλεκτρική/φωτοβολταϊκή ~. ~ συνεχούς ρεύματος (= δυναμό)/εναλλασσόμενου ρεύματος (= εναλλακτήρας). Η ισχύς/η τάση της ~ας. ~ες βενζίνης/πετρελαίου. Βλ. αεριο~, ανεμο~, ατμο~, ντιζελο~, στροβιλο~, κινητήρας. ΣΥΝ. ηλεκτρογεννήτρια ● ΣΥΜΠΛ.: γεννήτρια παλμών βλ. παλμός [< μτγν. γεννήτρια 'μητέρα', γαλλ. génératrice] | |
| 10277 | γεννοβολώ | [γεννοβολῶ] γεν-νο-βο-λώ ρ. {γεννοβολ-ά | γεννοβόλαγε, γεννοβόλ-ησε} & γεννοβολάω (λαϊκό): (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) γεννώ παιδιά το ένα μετά το άλλο: ~άει (= αραδιάζει) αβέρτα παιδιά/σαν κουνέλα. ● γεννοβολά & γεννοβολάει (μτφ.): παράγει συνεχώς και σε μεγάλη ποσότητα: Δουλειά που ~ χρήματα. Ο εγκέφαλός του ~ούσε ιδέες. | |
| 10278 | γεννοφάσκια | γεν-νο-φά-σκια ουσ. (ουδ.) (τα): κυρ. στις ● ΦΡ.: από τα γεννοφάσκια (μου/σου/του): από πολύ μικρή ηλικία και κατ' επέκτ. από τα πρώτα στάδια δημιουργίας: δημοκράτης ~ ~. Τραγουδάει ~ ~ του.|| (μτφ.) Παρακολουθούμε την πορεία του περιοδικού ~ ~ του. ΣΥΝ. από γεννησιμιού (μου/σου/του), εκ γενετής (2), στα σπάργανα/γεννοφάσκια βλ. σπάργανα | |
| 10279 | γεννώ | [γεννῶ] γεν-νώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {γενν-άς ..., -ώντας | γένν-ησα, -ήθηκα (μτχ. λόγ. γεννηθείς, -θείσα, -θέν), -ημένος} & γεννάω: (για γυναίκα ή θηλαστικό ζώο) φέρνω στη ζωή: ~ησε το δεύτερο παιδί της/δίδυμα/ένα αγόρι/ένα υγιέστατο κοριτσάκι. Έχει ~ήσει με καισαρική/πρόωρα/φυσιολογικά. Βλ. εγκυμονώ, κυοφορώ, (ξ)ανα~, ξε~.|| ~ησε η γάτα/η σκυλίτσα της. ● γεννά & γεννάει 1. (για πουλιά, ψάρια, έντομα) κάνει αβγά. 2. (μτφ.) προκαλεί, δημιουργεί: ~ ανησυχία/ελπίδες/ερωτηματικά/συγκίνηση/συναισθήματα φόβου/υποψίες. Του/της ~ήθηκε η απορία/το ενδιαφέρον/η ιδέα/η περιέργεια/η σκέψη. Η βία ~ (= παράγει) βία. Η χώρα που ~ησε τη δημοκρατία (: η Ελλάδα). Αγαπούν τη γη/τον τόπο που τους ~ησε. ● Παθ.: γεννιέμαι 1. έρχομαι στον κόσμο: ~ήθηκε στην Πάτρα. Το βρέφος/μωρό ~ήθηκε με φυσιολογικό τοκετό. ~ήθηκε κωφός/με νοητική υστέρηση/τυφλός.|| (μτφ.) Ένα αστέρι ~ιέται. Βλ. ξανα~. 2. είμαι από τη φύση μου, έχω την έμφυτη προδιάθεση: Έξυπνος/καλλιτέχνης ~ιέσαι ή γίνεσαι; ● Μτχ.: γεννημένος , η, ο 1. & (επίσ.) γεννηθείς, -θείσα, -θέν: που γεννήθηκε: ~η στη Θεσσαλονίκη το 1990. Τα εκτός γάμου ~θέντα τέκνα. 2. (προφ.) που έχει ταλέντο, ροπή προς κάτι: Είναι ~ ζωγράφος/ηγέτης/ηθοποιός/νικητής/πολιτικός/χορευτής. ~ για την επιτυχία/την περιπέτεια/το τραγούδι.|| Είναι ~οι ο ένας για τον άλλο (: ταιριάζουν πολύ). Πβ. φτιαγμένος. 3. (σπάν.-μτφ.) που προέρχεται, προκαλείται: Δεισιδαιμονία ~η από άγνοια. ● ΦΡ.: δεν γεννήθηκα χθες (προφ.): έχω πείρα από τη ζωή: Ξέρω την αγορά, ~ ~., σ' έχω γεννήσει & τον/την έχω γεννήσει (οικ.): για κάποιον που γνωρίζουμε πολύ καλά: Εμένα δεν μπορείς να μου κρυφτείς, εγώ ~ ~!, αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννούν οι κότες βλ. κακάρισμα, γεννά το μυαλό του βλ. μυαλό, γεννούν και τα κοκόρια (κάποιου) βλ. κοκόρι, δεν είναι/δεν υπάρχει/δεν τίθεται/δεν υφίσταται/δεν γεννάται/δεν μπαίνει θέμα/ζήτημα βλ. θέμα, η κότα έκανε/γέννησε τ' αβγό ή το αβγό την κότα; βλ. κότα, όπως τον/την γέννησε η μάνα του/της βλ. μάνα, ούτε η μάνα που τον γέννησε βλ. μάνα [< αρχ. γεννῶ] | |
| 10280 | γενοβέζικος | , η, ο γε-νο-βέ-ζι-κος επίθ. & (σπάν.) γενουάτικος: ΙΣΤ. που σχετίζεται με τη Γένοβα ή/και τους Γενοβέζους. | |
| 10281 | γένοιτο | γέ-νοι-το ρ. (αρχαιοπρ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: ο μη γένοιτο: πράγμα που μακάρι να μη συμβεί: Αν, ~ ~, τα πράγματα δεν πάνε καλά, τι θα κάνεις; Πβ. Θεός φυλάξοι!, χτύπα/να χτυπήσω ξύλο! [< αρχ. γένοιτο] | |
| 10282 | γενοκτονία | γε-νο-κτο-νί-α ουσ. (θηλ.): έγκλημα που συνίσταται στη συστηματική, μαζική και εκτεταμένη εξόντωση φυλετικής, εθνικής ή θρησκευτικής ομάδας. Βλ. διωγμός, εθνοκάθαρση, εκκαθαρίσεις, ολοκαύτωμα, -κτονία. [< αγγλ. genocide, 1944, γαλλ. génocide, 1945] | |
| 10283 | γενοκτονικός | , ή, ό γε-νο-κτο-νι-κός επίθ. (επίσ.) & (λόγ.) γενοκτόνος, α/ος, ο: που έχει ως στόχο τη γενοκτονία: ~ή: επίθεση/πολιτική. | |
| 10284 | Γένομαι, γενόμενος | βλ. γίνομαι | |
| 10286 | γένος | γέ-νος ουσ. (ουδ.) {γέν-ους | -η, -ών} 1. σύνολο ανθρώπων με κοινή οικογενειακή καταγωγή, γενιά: αρχοντικό/ένδοξο ~.|| Το ~ ... (: το επώνυμο του πατέρα, για παντρεμένη γυναίκα). Βλ. σόι.|| (ΙΣΤ.) Αριστοκρατικό ~. Πβ. οικογένεια. Βλ. φατρία. 2. φυλή, έθνος· σπάν. το φύλο: το ~ των Ελλήνων. Το ελληνικό ~. Ελληνίδα (σ)το ~. Βλ. εθνότητα, ράτσα, φάρα.|| (ειδικότ., κυρ. με κεφαλ. Γ) Το σκλαβωμένο/υπόδουλο ~ (: ο Ελληνισμός επί Τουρκοκρατίας). Ο ξεσηκωμός του ~ους. Αγώνες/απελευθέρωση/ευεργέτες του ~ους. Η μεγάλη του ~ους Σχολή.|| Το ~ των ανθρώπων (= η ανθρωπότητα).|| Φυσικό ~. Το ~ των ανδρών/των γυναικών. 3. ΓΡΑΜΜ. & γραμματικό γένος: γραμματική κατηγορία του ονόματος που ρυθμίζει κυρ. τις σχέσεις συμφωνίας ανάμεσα στο όνομα και το ρήμα ή τους ονοματικούς προσδιορισμούς: το ~ των αντωνυμιών/άρθρων/επιθέτων/μετοχών/ουσιαστικών. Βλ. αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο. 4. ΒΙΟΛ. υποδιαίρεση της ταξινόμησης των ζωντανών οργανισμών: ~ ζώων/φυτών. Βλ. είδος, οικογένεια, υπο~. 5. ΦΙΛΟΣ. (στη Λογική) έννοια που στο εύρος της περιλαμβάνει άλλες στενότερες, τα είδη που υπάγονται σε αυτή: Το "δέντρο" είναι έννοια ~ους σε σχέση με το "πεύκο". Βλ. βάθος. ΑΝΤ. πλάτος (4) 6. ΜΟΥΣ. (στη βυζαντινή μουσική) διάφορη διάταξη των διαστημάτων στη σύσταση ενός τετράχορδου ή το σύνολο των ήχων που ακολουθούν τα ίδια ή συγγενικά διαστήματα στις κλίμακές τους: το διατονικό, το χρωματικό και το εναρμόνιο ~. ● ΣΥΜΠΛ.: λογοτεχνικά γένη/είδη βλ. λογοτεχνικός, το ανθρώπινο είδος/γένος βλ. είδος ● ΦΡ.: εν γένει & ενγένει (λόγ.): γενικά: Ο νόμος δεν καλύπτει ~ ~ όλες τις επιχειρήσεις. Πβ. κατά (γενικό) κανόνα.|| Η ~ ~ (= γενικότερη) διαδικασία/κατάσταση/λειτουργία/συμπεριφορά/συνεργασία. [< γαλλ. en général] [< αρχ. γένος, γαλλ. genre, αγγλ. genus] | |
| 10287 | γενόσημα | γε-νό-ση-μα ουσ. (ουδ.) (τα): ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακα που κυκλοφορούν νόμιμα και παρουσιάζουν βιοϊσοδυναμία με πρωτότυπα σκευάσματα που η πατέντα τους έχει λήξει. Πβ. αντίγραφο. [< γαλλ. (médicament) générique, αμερικ. generics, 1967] | |
| 10288 | γενότυπος | βλ. γονότυπος | |
| 10289 | γεντιανή | γε-ντι-α-νή ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ονομασία ποωδών φυτών (οικογ. Gentianaceae) που φύονται σε ορεινές περιοχές, διαθέτουν κίτρινα, κόκκινα, μοβ ή μπλε άνθη και σαρκώδη ρίζα και έχουν δράση τονωτική, καθαρτική, θεραπευτική (από τσιμπήματα και δαγκώματα) και αντιπυρετική: ~ η κίτρινη (: για την παρασκευή ορεκτικών). [< αρχ. γεντιανή, γαλλ. gentiane, αγγλ. gentian] | |
| 10290 | γενώ | βλ. γίνομαι | |
| 10291 | γένωμα | γέ-νω-μα ουσ. (ουδ.) {γενώμ-ατος} (σπάν.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. γονιδίωμα. [< γερμ. Genom] | |
| 10293 | γερά | γε-ρά επίρρ.: δυνατά ή σταθερά, στέρεα: Βάστα/κράτα ~! Σφίξε ~ το σκοινί! (προφ.) ~ με τσαμπουκά. Πάμε ~ για τη νίκη! ● ΦΡ.: πατάω (γερά) στη γη βλ. γη, πατώ/στέκομαι γερά/καλά (στα πόδια μου) βλ. πατώ ● βλ. γερός | |
| 10294 | γεράκι | γε-ρά-κι ουσ. (ουδ.) {γερακ-ιού} & γέρακας (ο), γερακίνα (η) 1. ΟΡΝΙΘ. ονομασία διαφόρων ημερόβιων αρπακτικών πτηνών (οικογ. Falconidae) με μακριά ουρά, κοντό γαμψό ράμφος, μακριά δάκτυλα, μυτερές και στενές φτερούγες και οξύτητα όρασης, τα οποία μπορούν να εκπαιδευτούν στο κυνήγι: μεταναστευτικό ~. Πβ. κιρκινέζι, ξεφτέρι, πετρίτης, σαΐνι, ψαλιδιάρης. Βλ. αετός, γύπας, χρυσογέρακας.|| Έχει μάτι ~ιού (= οξύτατη όραση). 2. (μτφ.) άπληστος, άρπαγας, κερδοσκόπος: τα ~ια της αγοράς. Πβ. αετονύχης. ΣΥΝ. κοράκι (2) 3. (μτφ.) φιλοπόλεμος στρατηγός ή πολιτικός: τα ~ια του Πενταγώνου. ΑΝΤ. περιστερά (1) [< μεσν. γεράκιν 3: αγγλ. hawk] | |
| 10295 | γερακίσιος | , ια, ιο γε-ρα-κί-σιος επίθ.: που σχετίζεται με το γεράκι ή έχει τα χαρακτηριστικά του: ~ια: μύτη (= γαμψή). ~ιο: βλέμμα (: διαπεραστικό, οξυδερκές). ~ια: μάτια (= οξεία όραση). Βλ. αετίσιος, -ίσιος. | |
| 10296 | γεραλέος | , α, ο βλ. γηραλέος | |
| 10297 | γεράματα | γε-ρά-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): γηρατειά: Είχε καλά ~. Έζησε μέχρι/ως τα βαθιά ~. ΣΥΝ. γήρας ● ΦΡ.: (τον) πήραν τα γεράματα: άρχισε να γερνά: Δεν σε πήραν και τα ~!, (τώρα στα γεράματα), μάθε γέρο γράμματα (παροιμ.): είναι δύσκολο σε μεγάλη ηλικία να αποκτήσει κάποιος γνώσεις ή δεξιότητες ή γενικότ. να αλλάξει τρόπο ζωής. [< μεσν. γηράματα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ