| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 112 | αβροφροσύνη | [ἁβροφροσύνη] α-βρο-φρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ευγενική συμπεριφορά ή διάθεση: επαγγελματική/τυπική/υπερβολική ~. Επίδειξη/επίσκεψη/κίνηση/λόγια/πνεύμα/πράξη/χειρονομία ~ης. Με χαρακτηρισμούς ~ης ξεκίνησε η συνομιλία τους. Για λόγους ~ης αποδέχθηκα την πρόσκληση. Κάνω κάτι από ~. Χαιρετώ με ~. Πβ. αβρότητα. Βλ. -οσύνη. ΑΝΤ. αγένεια | |
| 113 | αβρόφρων | , ων, ον [ἁβρόφρων] α-βρό-φρων επίθ. {μόνο στο αρσ. και θηλ.} (σπάν.-λόγ.): που χαρακτηρίζεται από αβροφροσύνη: ~ων: άνθρωπος/ευπατρίδης. ~ων: στάση. ~ με το γυναικείο φύλο. Βλ. -φρων. | |
| 114 | άβροχος | , η, ο [ἄβροχος] ά-βρο-χος επίθ. (σπάν.): για χρονική περίοδο κατά την οποία δεν έβρεξε αρκετά ή καθόλου: ~ος: μήνας. ~ο: καλοκαίρι. Κυρ. στη ● ΦΡ.: αβρόχοις ποσί (λόγ.) (ΠΔ): χωρίς κόπο, δυσκολία ή απώλειες: Νομίζει ότι θα περάσει ~ ~ τις εξετάσεις. Ξεπέρασε τη δοκιμασία/την κρίση/το πρόβλημα ~ ~. Πβ. άκοπα, ακούραστα, εύκολα. [< αρχ. ἄβροχος] | |
| 115 | ΑΒΣΘ | (η) (παλαιότ.): Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή Θεσσαλονίκης. Σήμερα ΠΜΚΟΕ. | |
| 116 | ΑΒΣΠ | (η) (παλαιότ.): Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή Πειραιά. Σήμερα ΠΑ.ΠΕΙ. | |
| 117 | αβύθιστος | , η, ο [ἀβύθιστος] α-βύ-θι-στος επίθ.: για πλωτά μέσα που δεν βουλιάζουν (εύκολα). ΑΝΤ. βυθισμένος, καταποντισμένος. [< μεσν. αβύθιστος] | |
| 118 | αβυθομέτρητος | , η, ο [ἀβυθομέτρητος] α-βυ-θο-μέ-τρη-τος επίθ. (σπάν.): που δεν έχει μετρηθεί ή δεν είναι δυνατόν να μετρηθεί το βάθος του: ~η: λίμνη.|| (μτφ.-εμφατ.) ~η: υποκρισία. Πβ. απέραντος, απύθμενος. | |
| 119 | ΑΒΥΠ | (η): Αποθήκη Βάσεως Υλικού Πολέμου. | |
| 120 | αβυσσαλέος | , α, ο [ἀβυσσαλέος] α-βυσ-σα-λέ-ος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) πολύ μεγάλος, πολύ έντονος: ~ος: αγώνας/ανταγωνισμός/εγωισμός/έρωτας (= παράφορος, ασυγκράτητος). ~α: άγνοια/αντίθεση/απόσταση/διαφορά/επίθεση (= σφοδρή)/οργή/πλάνη/σύγκρουση. ~ο: πάθος (= αχαλίνωτο)/χάσμα (= αγεφύρωτο). ~ες: ανισότητες. Ξέσπασε ~ πόλεμος συμφερόντων. Κατατρύχεται από ~α δίψα για χρήμα. Τους χωρίζει μίσος ~ο. 2. (μτφ.) ανεξιχνίαστος, μυστήριος: ~α: γοητεία/σκέψη. ~ο: βλέμμα. ~ και ερεβώδης. Κόσμος ζοφερός, ~. Τα ~α βάθη της ύπαρξης/ψυχής. Πβ. σκοτεινός.|| ~α: σχέδια (= καταχθόνια). 3. που έχει πολύ μεγάλο βάθος σαν την άβυσσο: ~ος: γκρεμός. ~α: χαράδρα (= απύθμενη, τρίσβαθη). ~ο: ρήγμα. Τα ~α βάθη του Διαστήματος/των ωκεανών (= της αβύσσου).|| (μτφ.) ~ο: ντεκολτέ. Βλ. -αλέος. ● επίρρ.: αβυσσαλέα [< γαλλ.-αγγλ.abyssal] | |
| 121 | άβυσσος | [ἄβυσσος] ά-βυσ-σος ουσ. (θηλ.) {αβύσσ-ου} 1. αμέτρητο θαλάσσιο ή γήινο βάθος: απύθμενη/αχανής ~. Βλ. βάραθρο.|| (ΩΚΕΑΝ.) Η ζώνη της ~ου.|| (μτφ.) Τον κατάπιε η ~ (= χάθηκε).|| (ΛΟΓΟΤ.) Η μαύρη ~ (= ο Άδης, η κόλαση). 2. (μτφ.) ανεξιχνίαστη, μυστηριώδης, χαοτική κατάσταση ή αχανής και χαώδης χώρος: σκοτεινή/ψυχική ~. Η ~ του ασυνείδητου/του έρωτα/του χρόνου.|| Η ~ του Διαστήματος. Πβ. χάος. 3. (μτφ.) μεγάλη διαφορά, αγεφύρωτο χάσμα: ιδεολογική/πολιτική ~. ~ απόψεων. ~ μεταξύ των γενεών/των (κοινωνικών) τάξεων. Μας χωρίζει ~. ● ΦΡ.: άβυσσος η ψυχή (του ανθρώπου)!: για ανεξήγητες, μη αναμενόμενες συμπεριφορές ή ενέργειες., στο χείλος του γκρεμού/της αβύσσου/της καταστροφής βλ. γκρεμός [< 1: μτγν. ἄβυσσος, γαλλ. abysse, αγγλ. abyss] | |
| 122 | Αγ. | βλ. άγιος | |
| 123 | αγαθά | [ἀγαθά] α-γα-θά ουσ. (ουδ.) (τα) 1. μέσα (προϊόντα ή υπηρεσίες) που ικανοποιούν υλικές κυρ. ανάγκες του ανθρώπου: ακίνητα/βασικά/βιομηχανικά/δημόσια/έμμεσα (: που συντελούν στην παραγωγή άλλων αγαθών, ΑΝΤ. άμεσα)/κινητά/υλικά ~. Αγορά/απόκτηση/διακίνηση/εισαγωγή/κόστος/πώληση/συσσώρευση ~ών. Τα ~ της Γης (: οι καρποί).|| Άφησε όλα του τα ~ (= την περιουσία) στην κόρη του. Έχασε όλα του τα ~ (: ό,τι είχε και δεν είχε).|| Πνευματικά/πολιτιστικά ~ά. 2. (μτφ.) ωφέλιμες συνέπειες, κέρδη, πλεονεκτήματα: Τα ~ της δημοκρατίας/της εργασίας/του πολιτισμού/της τεχνολογίας. ● ΣΥΜΠΛ.: άυλα αγαθά βλ. άυλος, βιοτικά αγαθά βλ. βιοτικός, ελεύθερα αγαθά βλ. ελεύθερος, επενδυτικά αγαθά βλ. επενδυτικός, καταναλωτικά αγαθά βλ. καταναλωτικός, κεφαλαιουχικά αγαθά βλ. κεφαλαιουχικός, οικονομικά αγαθά βλ. οικονομικός ● ΦΡ.: του Αβραάμ και του Ισαάκ τα αγαθά/τα καλά: πλούτη, υλικά αγαθά και γενικότ. ευτυχία: Είχαν ~ ~, δεν τους έλειπε τίποτα. Οι γονείς του τον μεγάλωσαν με όλα ~ ~. Πβ. του κόσμου τ' αγαθά.|| (ως ευχή-λαϊκό) ~ ~ να έχεις! Ο Θεός να σας δώσει ~ ~! Πβ. τα ελέη του Θεού., τα αγαθά κόποις κτώνται βλ. κόπος [< αγγλ. goods, γαλλ. biens, γερμ. Güter] | |
| 124 | αγαθιάρης | , α, ικο [ἀγαθιάρης] α-γα-θιά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.): που χαρακτηρίζεται από αφέλεια και ευπιστία: (για πρόσ.) απονήρευτος/χαζούλης και ~. Βλ. -ιάρης. ΣΥΝ. αγαθός (2) | |
| 125 | αγαθιάρικος | , η, ο [ἀγαθιάρικος] α-γα-θιά-ρι-κος επίθ. (προφ.): που αναφέρεται στον αγαθιάρη: ~ο: ύφος. | |
| 126 | αγαθό | [ἀγαθό] α-γα-θό ουσ. (ουδ.) 1. ό,τι έχει κυρ. πνευματική ή ηθική σημασία, αδιαπραγμάτευτη αξία: κοινωνικό/μορφωτικό/πολιτιστικό ~. Το ~ της δημοκρατίας/ειρήνης/ελευθερίας/ζωής. Η υγεία είναι το πολυτιμότερο ~. 2. ΦΙΛΟΣ. το καλό, κάθε υπέρτατη αξία: Το απόλυτο ~. Στη σωκρατική φιλοσοφία κυρίαρχη θέση έχει η κατάκτηση του ~ού. Αρετές που στοχεύουν στο ~.|| (ΘΕΟΛ.) Το ύψιστο χριστιανικό ~ είναι η αγάπη. ● ΣΥΜΠΛ.: έννομα αγαθά βλ. έννομος ● ΦΡ.: επ' αγαθώ [ἐπ' ἀγαθῷ] (επίσ.): προς όφελος, για το καλό: Η συνεργασία θα αποβεί ~ ~ της εταιρείας. Διακρατικές διαβουλεύσεις ~ ~ της χώρας. Πβ. επ' ωφελεία. [< αρχ. ἀγαθόν] | |
| 127 | αγαθο- & αγαθό- | & αγαθ-: το επίθετο αγαθός ή το ουσιαστικό αγαθό ως α' συνθετικό λέξεων: αγαθό-πιστος/~ψυχος. Βλ. καλό-.|| Αγαθο-εργία/~ποιός.|| Αγαθ-οσύνη.|| (συχνά μειωτ.) Αγαθ-ιάρης. | |
| 128 | αγαθοεργία | [ἀγαθοεργία] α-γα-θο-ερ-γί-α ουσ. (θηλ.): προσφορά βοήθειας προς όφελος του κοινωνικού συνόλου· φιλανθρωπική πράξη: Δωρεά ως ένδειξη ~ας. Επιδίδεται σε ~ες. Ευεργεσίες και ~ες. Δαπάνησε την περιουσία της/διέθεσε τα χρήματά του σε κάθε είδους ~ες. Πβ. ευποιία. Βλ. ελεημοσύνη, ηθική ικανοποίηση. [< αρχ. ἀγαθοεργία] | |
| 129 | αγαθοεργός | , ή/ός, ό [ἀγαθοεργός] α-γα-θο-ερ-γός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με την αγαθοεργία, φιλανθρωπικός, ευεργετικός: ~ός: σκοπός. ~ή/~ός: αδελφότητα/δράση. ~ό: ίδρυμα (ΣΥΝ. ευαγές)/κατάστημα (: άσυλο ανιάτων, γηρο-, πτωχο-κομείο, ορφανοτροφείο)/σωματείο. Νοσοκομείο ~ού πρωτοβουλίας. ΣΥΝ. αγαθοποιός [< μτγν. ἀγαθοεργός] | |
| 130 | αγαθοποιία | [ἀγαθοποιία] α-γα-θο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): αγαθοεργία. Βλ. -ποιία. [< μτγν. ἀγαθοποιΐα] | |
| 131 | αγαθοποιός | , ός, ό [ἀγαθοποιός] α-γα-θο-ποι-ός επίθ. (λόγ.): που έχει ευεργετικό αποτέλεσμα, που ενεργεί ευεργετικά: ~ός: ρόλος. ~ός: δράση/φύση. ~ό: έργο/πνεύμα. Πβ. αγαθοεργός. Βλ. -ποιός. ΑΝΤ. κακοποιός (2) [< μτγν. ἀγαθοποιός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ