| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10298 | γεράνι | γε-ρά-νι ουσ. (ουδ.) {γεραν-ιού}: ΒΟΤ. ανθεκτικό καλλωπιστικό θαμνώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Geranium ή Pelargonium) με παχιά και χνουδωτά φύλλα, σχεδόν στρογγυλά και συνήθ. λευκά, ροζ ή κόκκινα άνθη σε ταξιανθίες. Βλ. πελαργόνι. [< μτγν. γεράνιον] | |
| 10299 | γερανογέφυρα | γε-ρα-νο-γέ-φυ-ρα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. (κυρ. σε λιμάνια, εργοστάσια και εργοτάξια) γερανός αποτελούμενος από δύο συνήθ. μεταλλικές δοκούς, από τις οποίες κρέμεται ένα βαρούλκο ανύψωσης φορτίου και οι οποίες κινούνται με τροχούς πάνω σε σιδηροτροχιές: ηλεκτροκίνητη/κυλιόμενη ~. ~ ανάρτησης. ~ πέντε τόνων. ~ τύπου πυλώνα. Βλ. αερο-, οδο-, πεζο-, υδατο-γέφυρα. [< γερμ. Kranbrücke] | |
| 10300 | γερανός | γε-ρα-νός ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα για την ανύψωση και μεταφορά μεγάλων φορτίων, αποτελούμενο από ψηλή κάθετη δοκό στηριγμένη σε κινητή ή ακίνητη βάση και κινητό βραχίονα, ο οποίος φέρει στο άκρο του σύστημα τροχαλιών με ισχυρό μέσο ανάρτησης και συγκράτησης του φορτίου (γάντζος, μαγνήτης)· κατ΄επέκτ. γερανοφόρο όχημα: περιστρεφόμενος/φορητός ~. Χειριστής ~ού. Κινητοί/πλωτοί (= μπίγες)/τηλεσκοπικοί/υδραυλικοί ~οί. Οικοδομικοί ~οί. ~οί εμπορευματοκιβωτίων. Μπουλντόζες και ~οί. Πβ. παπαγάλος. Βλ. βαρούλκο, βίντσι, περονοφόρο, τρέιλερ, φορτωτής.|| Ο ~ της Πυροσβεστικής. Ο ~ της Τροχαίας απομάκρυνε/πήρε/σήκωσε το παράνομα σταθμευμένο αυτοκίνητο. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε κατασκευή με κινητό βραχίονα που μοιάζει με τη συγκεκριμένη ανυψωτική μηχανή: ~ μικροφώνου. ~ μεταφοράς ασθενών. 3. ΟΡΝΙΘ. ελόβιο αποδημητικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Grus grus), με γκρίζο φτέρωμα, μακρύ μαυρόασπρο λαιμό και κεφάλι (με κόκκινο το επάνω μέρος του), οξύ κωνικό ράμφος και μακριά πόδια με γαμψά νύχια. 4. ΑΡΧ. αιώρημα. 5. ΑΣΤΡΟΝ. (κ. με κεφαλ. Γ) μικρός αστερισμός του Νοτίου Ημισφαιρίου. ● Υποκ.: γερανάκι (το): στις σημ. 1,2. [< μτγν. γέρανος] | |
| 10301 | γερανοφόρος | , ος, ο γε-ρα-νο-φό-ρος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που είναι εφοδιασμένος με γερανό: ~ο: πλοίο/φορτηγό. Βλ. -φόρος. ● Ουσ.: γερανοφόρο (το): ενν. όχημα: ~ οδικής βοήθειας/της Πυροσβεστικής. Ρυμούλκηση με ~. | |
| 10302 | γεραρός | , ά, ο γε-ρα-ρός επίθ. (αρχαιοπρ.): αξιοσέβαστος, σεβάσμιος: Η ~ά Ριζάρειος Εκκλησιαστική Σχολή. [< αρχ. γεραρός] | |
| 10303 | γέρας | γέ-ρας ουσ. (ουδ.) (αρχαιοπρ.): βραβείο, αριστείο. [< αρχ. γέρας] | |
| 10304 | γέρασα | βλ. γερνώ | |
| 10305 | γέρασμα | γέ-ρα-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): γήρανση. | |
| 10307 | γερατειά | βλ. γηρατειά | |
| 10308 | γέρικος | , η, ο γέ-ρι-κος επίθ. (προφ.) 1. που χαρακτηρίζει τη γεροντική ηλικία: ~η: μνήμη/μορφή/φωνή. ~ο και ρυτιδιασμένο πρόσωπο. Πβ. γερασμένος. ΑΝΤ. νεανικός (2) 2. που είναι πολλών ετών: ~η: βελανιδιά/ελιά. ~ο: άλογο/ζώο. ΑΝΤ. νεαρός (1) 3. (μτφ.) παλιός, ξεπερασμένος: ~ο: σκαρί. Πβ. πεπαλαιωμένος, πολυκαιρισμένος.|| ~ες: ιδέες (= αναχρονιστικές, απαρχαιωμένες, παρωχημένες· ΑΝΤ. νέες). | |
| 10309 | γέρμα | γέρ-μα ουσ. (ουδ.) (λογοτ.) 1. ηλιοβασίλεμα, δύση. Πβ. λιόγερμα. ΑΝΤ. χάραμα (1) 2. (μτφ.) τέλος (χρονικής περιόδου): στο ~ του εικοστού αιώνα/του καλοκαιριού/της μέρας. Είναι στο ~ της ζωής (= γηρατειά)/καριέρας του (= λυκόφως). | |
| 10310 | γερμανικός | , ή, ό γερ-μα-νι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τη Γερμανία ή/και τους Γερμανούς: ~ές: χώρες (: με γλώσσα και πολιτισμό ~ό).|| (ΙΣΤ.) Η ~ή Κατοχή (1941-44· βλ. ναζιστ-, χιτλερ-ικός). 2. (μτφ.) που μοιάζει με Γερμανό ως προς τον χαρακτήρα και τη νοοτροπία: ~ή: οργάνωση/πειθαρχία. ● Ουσ.: Γερμανικά (τα) & (επίσ.) Γερμανική (η): η γερμανική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. ● ΣΥΜΠΛ.: γερμανικές γλώσσες: ΓΛΩΣΣ. κλάδος της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας γλωσσών στον οποίο ανήκουν τα Αγγλικά, Γερμανικά, Γοτθικά (και άλλες παλαιές γλώσσες), Ολλανδικά, Δανικά, Σουηδικά, Νορβηγικά, Ισλανδικά. Βλ. τευτονικός. [< γαλλ. langues germaniques ] , γερμανικό (νούμερο) 1. (στρατ. αργκό) σκοπιά δύο με τέσσερις τα ξημερώματα. 2. (κατ΄επέκτ.) δύσκολη υπηρεσία, υπερωρία ή ξενύχτι., γερμανική/ελβετική ακρίβεια βλ. ακρίβεια1, γερμανικός ποιμενικός βλ. ποιμενικός [< μτγν. γερμανικός] | |
| 10311 | γερμάνιο | γερ-μά-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. σκληρό αργυρόλευκο χημικό στοιχείο (σύμβ. Ge, Ζ 32), που ανήκει στα μεταλλοειδή και χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως ημιαγωγός (στα τρανζίστορ), αλλά αντικαταστάθηκε αργότερα από το πυρίτιο (σιλικόνη). Βλ. -άνιο. [< γαλλ. germanium, γερμ. Germanium < μεσν. λατ. Germania] | |
| 10312 | γερμανομαθής | , ής, ές βλ. -μαθής | |
| 10313 | γερμανός | γερ-μα-νός ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. μεταναστευτικό ψάρι (επιστ. ονομασ. Siganus rivulatus, Siganus luridus) με δηλητηριώδες ραχιαίο πτερύγιο, το οποίο σε κατάσταση φόβου εμφανίζει κηλίδες στο σώμα. | |
| 10314 | Γερμανός, Γερμανίδα | Γερ-μα-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Γερμανία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει τη γερμανική υπηκοότητα. [< μτγν. Γερμανός] | |
| 10315 | γερμανοτραφής | , ής, ές βλ. -τραφής | |
| 10316 | γερμανοτσολιάς | γερ-μα-νο-τσο-λιάς ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. μέλος των Ταγμάτων Ασφαλείας που συνεργάστηκε με τις γερμανικές δυνάμεις Κατοχής στην Ελλάδα· κατ' επέκτ. προδότης. Πβ. ταγματασφαλίτης. Βλ. δωσίλογος, χαφιές. | |
| 10317 | γερμανόφωνος | , η, ο βλ. -φωνος | |
| 10318 | γερμάς | βλ. γιαρμάς |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ