| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10319 | γερνάω | βλ. γερνώ | |
| 10320 | γέρνω | γέρ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {έγειρα, γείρει, γερ-μένος, γέρν-οντας} 1. παίρνω ή κάνω κάτι να πάρει πλάγια θέση, κλίση: ~ αριστερά/δεξιά/μπροστά/πίσω. Το κορμί/ο κορμός/το σώμα ~ει προς τα εμπρός. Το δέντρο/το κλαδί/το κτίριο/το σκάφος ~ει. Έγειρε από το βάρος.|| Γείρε πάνω μου/στην αγκαλιά/στον ώμο μου (πβ. ακουμπώ, σκύβω). ~μένος πάνω στο μπαστούνι του/στον τοίχο (= ακουμπισ-, στηριγ-μένος, γερτός).|| Έγειρε το κεφάλι του (με κατανόηση)/στο πλάι. Γείρε λίγο την πόρτα (= μισόκλεισε, τράβα). Πρόσεξε μη γείρεις το πιάτο και χυθεί η σούπα! 2. (λαϊκό) ξαπλώνω, πλαγιάζω: Έγειρε κι αποκοιμήθηκε. Στάσου να γείρω λίγο, να ξαποστάσω. 3. (μτφ.) κλίνω, ρέπω: Η κυβέρνηση ~ει προς την απόφαση ... ~ει (επικίνδυνα) το ισοζύγιο κατά/υπέρ ... Πβ. τείνω. ● γέρνει: (μτφ.) (για ουράνιο σώμα) δύει: Έγειρε ο ήλιος. ● ΦΡ.: η πλάστιγγα/η ζυγαριά/ο ζυγός γέρνει/κλίνει (μτφ.): (σε περίπτωση ανταγωνισμού κατά τον οποίο) αρχίζει να υπερισχύει ένα από τα αντίπαλα μέρη: ~ ~ (συντριπτικά) προς το μέρος/την πλευρά μας. ~ ~ κατά/υπέρ του κόμματος/της παράταξης/της υποψηφιότητάς του ... ~ εις βάρος τους., χεστήκαμε κι η βάρκα γέρνει βλ. χέζω [< μεσν. γέρνω] | |
| 10321 | γερνώ | [γερνῶ] γερ-νώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {γερν-άς, -ά κ. -άει ... | γέρ-ασα, -ασμένος} & γερνάω 1. γίνομαι γέρος ή εμφανίζω σημάδια γήρανσης: ~άς και ξεχνάς/παραξενεύεις! Πάει, ~ασα πια!|| ~ασε μέσα σ' ένα βράδυ/πρόωρα/πριν (απ') την ώρα του (από τη στενοχώρια).|| ~ασε σ' αυτή τη δουλειά (: έμεινε πολύ καιρό)!|| (μτφ.) Η χώρα ~άει (βλ. δημογραφικό). ΣΥΝ. γηράσκω 2. (κατ΄επέκτ.) μεγαλώνω σε ηλικία: Όσο ~ά ο άνθρωπος, μαθαίνει (πβ. ωριμάζω). ~ασες και μυαλό δεν έβαλες. ● γερνά & γερνάει 1. παλιώνει· γίνεται αναχρονιστικός, ξεπερνιέται: Το έργο του δεν θα ~άσει ποτέ. Θεωρίες που ~ασαν. 2. (για κάτι που) κάνει κάποιον να δείχνει γέρος, του προκαλεί σωματική ή ψυχική φθορά: Τον ~ασαν οι αρρώστιες/τα βάσανα (= τον τσάκισαν). ● ΦΡ.: ήμουνα νιος/νια και γέρασα βλ. νιος, ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε (/άλλαξε) το μαλλί του, μήτε τη γνώμη άλλαξε μήτε την κεφαλή του βλ. λύκος, σκοτώνουν τα άλογα, όταν γεράσουν βλ. άλογο ● βλ. γερασμένος [< μεσν. γεράζω] | |
| 10322 | γερο- & γερό-1 | : α' συνθετικό λέξεων που αναφέρεται σε ηλικιωμένο άτομο ή στα χαρακτηριστικά του, συνήθ. αρνητικά: γερό-λυκος.|| (μειωτ.) Γερο-μπαμπαλής/~μπισμπίκης/~ξεκούτης/~παράξενος.|| (πριν από κύρια ονόματα με ενωτικό:) γερο-Δήμος/~-Νικόλας. Βλ. προτακτικός. ● βλ. γεροντο-, γηρο- & γηρ- [< μεσν. γερο-] | |
| 10323 | γερο-2 | : α' συνθετικό μετοχών παθητικού παρακειμένου με τη σημασία του γερού: γερο-δεμένος/~φτιαγμένος. | |
| 10324 | γερο-3 | βλ. γυρο- | |
| 10325 | γεροδεμένος | , η, ο γε-ρο-δε-μέ-νος επίθ. 1. αθλητικός, γυμνασμένος και κατ' επέκτ. δυνατός: ~ος: άντρας. Πβ. σωματώδης.|| ~ο: σώμα. ~α: μπράτσα. Πβ. σφιχτός. 2. (σπάν.) γερός, στερεός: ~η: κατασκευή. Πβ. σταθερός. ΣΥΝ. γεροφτιαγμένος (1) | |
| 10326 | γεροκομείο | βλ. γηροκομείο | |
| 10327 | γεροκομώ | βλ. γηροκομώ | |
| 10328 | γερόλυκος | γε-ρό-λυ-κος ουσ. (αρσ.): μεγάλης ηλικίας άτομο, με επιτυχή πορεία, μεγάλη πείρα και αναγνωρισμένη αξία σε κάποιο χώρο (αθλητικό, επαγγελματικό, καλλιτεχνικό): ~οι της ροκ. Βλ. βετεράνος, θαλασσόλυκος. | |
| 10329 | γερομπαμπαλής | γε-ρο-μπα-μπα-λής ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): γεροξεκούτης, ξεμωραμένος. Πβ. γεροξούρας, ραμολιμέντο, χούφταλο. | |
| 10330 | γερομπισμπίκης | γε-ρο-μπι-σμπί-κης ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): γέρος ξεμωραμένος ή σπανιότ. ιδιόρρυθμος, ιδιότροπος. Πβ. γερο-ξεκούτης, -ξούρας, -παράξενος, παλιόγερος. | |
| 10331 | γεροντάματα | γε-ρο-ντά-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό): γηρατειά. | |
| 10332 | γέροντας, γερόντισσα | γέ-ρο-ντας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ες, -όντων (λαϊκό) -άδες, -άδων κ. γερ-όντοι, -όντων} 1. (συνήθ. δηλωτικό σεβασμού) γέρος, ηλικιωμένος. Πβ. γιαγιά, παππούς. ΑΝΤ. νεαρός (1) 2. ΕΚΚΛΗΣ. & (λόγ.) γέρων (κ. με κεφαλ. Γ): προσωνυμία κυρ. ηλικιωμένων και σεβάσμιων μοναχών και κληρικών: μακαριστός/ταπεινός ~. Οι ~ες του Αγίου Όρους. Πβ. ηγούμενος. ● γέροντες (οι): ΙΣΤ. δημογέροντες, προεστοί. ● Υποκ.: γεροντάκι (το) & γεροντάκος (ο): στη σημ. 1. [< μεσν. γέροντας] | |
| 10333 | γεροντία | γε-ρο-ντί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Γ): ΕΚΚΛΗΣ. το σώμα που διοικεί μια Μονή με επικεφαλής τον καθηγούμενο. Πβ. ηγουμενοσυμβούλιο. [< αρχ. γεροντία] | |
| 10334 | γεροντικός | , ή, ό γε-ρο-ντι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους ηλικιωμένους: ~ός: πληθυσμός. ~ή: ηλικία/κατάθλιψη. ~ό: πείσμα. ~οί: έρωτες (πβ. γεροντοέρωτας). ~ές: ιδιοτροπίες/παραξενιές. Πβ. γεροντίστικος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ός: καταρράκτης. Βλ. προ~. ΑΝΤ. νεανικός (1) ● Ουσ.: Γεροντικό (το): ΕΚΚΛΗΣ. βιβλίο μοναχών και ερημιτών με διηγήσεις από την ασκητική ζωή, ρήσεις και παραινέσεις προς τους πιστούς: Μέγα ~. ~ του Αγίου Όρους. Συναξάρια και ~ά. [< μεσν. γεροντικόν (βιβλίον)] ● ΣΥΜΠΛ.: γεροντική άνοια βλ. άνοια [< αρχ. γεροντικός] | |
| 10335 | γερόντιο | γε-ρό-ντι-ο ουσ. (ουδ.) & γερόντι (μειωτ.): γέρος, γέροντας. Πβ. γεροντάκι, γεροξεκούτης. ● γερόντια (τα) (νεαν. αργκό): για ηλικιωμένους γονείς. [< αρχ. γερόντιον] | |
| 10336 | γεροντισμός | γε-ρο-ντι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. οι παραξενιές και οι ιδιοτροπίες των ηλικιωμένων ατόμων. Βλ. γεροντοκορισμός. 2. ΙΑΤΡ. παθολογική πρόωρη εμφάνιση συμπτωμάτων γήρανσης. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. gérontisme] | |
| 10337 | γεροντίστικος | , η, ο γε-ρο-ντί-στι-κος επίθ. (προφ.-μειωτ.): που αποτελεί γνώρισμα των γέρων: ~η: νοοτροπία. ~ο: ντύσιμο (= ντεμοντέ, συντηρητικό). ~ες: παραξενιές. Πβ. γεροντικός. Βλ. -ίστικος. [< μεσν. γεροντίστικος] | |
| 10338 | γεροντο- | : λεξικό πρόθημα που αναφέρεται σε ηλικιωμένο άτομο: (μειωτ.) ~έρωτας/~κόρη/~κρατία/~παλίκαρο.|| (ΙΑΤΡ.) ~λογία. ● βλ. γερο- & γερό-1, γηρο- & γηρ- [< αρχ. γεροντ(ο)- , διεθν. geront(o)-] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ