Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [11220-11240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
10339γεροντοέρωταςγε-ρο-ντο-έ-ρω-τας ουσ. (αρσ.) (ειρων.): έρωτας ηλικιωμένου ατόμου, κυρ. άνδρα, συνήθ. για νεότερο πρόσωπο.
10340γεροντοκόρηγε-ρο-ντο-κό-ρη ουσ. (θηλ.) (μειωτ.): ανύπαντρη γυναίκα μέσης ηλικίας και κατ' επέκτ. ιδιότροπη, σεμνότυφη, πολύ συντηρητική: στριμμένη ~. Έμεινε ~ (: στο ράφι). Πβ. μεγαλοκοπέλα. Βλ. γεροντοπαλίκαρο.
10341γεροντοκορισμόςγε-ρο-ντο-κο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): δύστροπη ή σεμνότυφη συμπεριφορά: Άσε τους ~ούς και τις υστερίες! Πβ. ιδιο-ρρυθμία, -τροπία, παραξενιά.|| Πβ. σεμνοτυφία. Βλ. -ισμός.
10342γεροντοκόροςγε-ρο-ντο-κό-ρος ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): ανύπαντρος άνδρας προχωρημένης ηλικίας που έχει αποκτήσει παραξενιές. Πβ. γεροντοπαλίκαρο, εργένης, μπακούρι.
10343γεροντοκρατίαγε-ρο-ντο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): κυριαρχία των ηλικιωμένων στη δημόσια ζωή ενός τόπου, με όλα τα αρνητικά που αυτή συνεπάγεται (κυρ. συντηρητισμός): ~ στην πολιτική/πολιτιστική ζωή. Βλ. -κρατία. [< γαλλ. gérontocratie, αγγλ. gerontocracy]
10344γεροντολαγνείαγε-ρο-ντο-λα-γνεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ερωτική τάση νέου ανθρώπου προς ηλικιωμένους. Πβ. γεροντοφιλία.
10345γεροντολογίαγε-ρο-ντο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Γ): διεπιστημονική μελέτη των βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνιολογικών φαινομένων που σχετίζονται με τη γήρανση και τη γεροντική ηλικία. Βλ. γηριατρική, -λογία. [< αγγλ. gerontology, 1903, γαλλ. gérontologie, 1950]
10346γεροντολογικός, ή, ό γε-ρο-ντο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη γεροντολογία: ~ή: εταιρεία/νοσηλευτική/φροντίδα. Βλ. γηριατρικός. [< αγγλ. gerontological, γαλλ. gérontologique]
10347γεροντολόγοςγε-ρο-ντο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στη γεροντολογία. Βλ. γηρίατρος, -λόγος. [< αγγλ. gerontologist, 1941, γαλλ. gérontologue, 1965]
10348γεροντοπαλίκαρογε-ρο-ντο-πα-λί-κα-ρο ουσ. (ουδ.): ανύπαντρος άνδρας, συνήθ. μέσης ηλικίας: ορκισμένο ~. Πβ. εργένης. Βλ. γεροντοκόρη.
10349γεροντοφιλίαγε-ρο-ντο-φι-λί-α ουσ. (θηλ.): ερωτική επιθυμία που εκφράζεται από νεαρά άτομα προς ηλικιωμένους ανθρώπους. Πβ. γεροντολαγνεία. Βλ. -φιλία. [< αγγλ. gerontophilia, 1918, γαλλ. gérontophilie, 1909]
10350γεροξεκούτηςγε-ρο-ξε-κού-της ουσ. (αρσ.) (προφ.): ηλικιωμένος άνδρας με μειωμένη πνευματική διαύγεια, ο οποίος συμπεριφέρεται ανόητα, χωρίς σύνεση και αταίριαστα με την ηλικία του. Πβ. γερο-μπαμπαλής, -μπισμπίκης, -ξούρας, ξεμωραμένος, ραμολιμέντο.
10351γεροξούραςγε-ρο-ξού-ρας ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) γεροξούρης: γεροξεκούτης.
10352γεροπαράξενος, η, ο γε-ρο-πα-ρά-ξε-νος επίθ. (μειωτ.): ηλικιωμένος (ή μεσήλικας) με δύστροπο χαρακτήρα: γκρινιάρης/μονόχνοτος/στριμμένος/τσιγκούνης και ~.
10353γέροςγέ-ρος ουσ. (αρσ.) {συγκρ. γεροντ-ότερος} 1. ηλικιωμένος άνδρας, κυρ. άνω των εβδομήντα ετών, που παρουσιάζει συμπτώματα και χαρακτηριστικά βιολογικής φθοράς: σοφός ~. Είναι ~ και άρρωστος. ~οι μόνοι και αβοήθητοι. Πβ. γέροντας, παππούς. Βλ. παλιό-, πορνό-γερος.|| (ως επίθ.) Δεν έχω πολλές αντοχές, είμαι και ~ άνθρωπος. Είναι ~ για τέτοια δουλειά.|| Νιώθω πολύ ~ (πβ. γερασμένος). ΑΝΤ. νεαρός, νεαρή, νέος (1) 2. (προφ.) (συνήθ. + κτητ. αντων.) χαρακτηρισμός ηλικιωμένου άνδρα από τη σύζυγο ή τα παιδιά του· (στον πληθ.) οι γονείς: Μου τα 'λεγε ο ~ (= πατέρας) μου, αλλά εγώ δεν τον άκουγα.|| Πάω να δω τι κάνουν οι ~οι (μου). Πβ. γερόντια. ● Υποκ.: γεράκος (ο) ● ΦΡ.: (τώρα στα γεράματα), μάθε γέρο γράμματα βλ. γεράματα ● βλ. γριά [< μεσν. γέρος]
10354γερός, ή, ό γε-ρός επίθ. 1. (για πρόσ.) που σφύζει από υγεία: ~ός: οργανισμός (πβ. ακμαίος, εύρωστος). ~ή: καρδιά/κράση. ~ό: μωρό. ~ά: δόντια/χέρια. Πβ. δυνατός, ρωμαλέος. Βλ. ολόγερος.|| (σε χαιρετισμό) Τι κάνεις; ~ή, δυνατή; ~οί να 'μαστε, να ξαναπάμε! ΣΥΝ. υγιής (1) ΑΝΤ. ανήμπορος, άρρωστος (1), ασθενής 2. που έχει αντοχή, που είναι ασφαλής, στερεός ή που δεν έχει πάθει ζημιά, δεν έχει φθαρεί: ~ή: κατασκευή. ~ό: αυτοκίνητο/νόμισμα (= ισχυρό)/σκοινί. ~ά: θεμέλια/παπούτσια. Πβ. ανθεκτικός.|| ~ά: καρύδια (ΑΝΤ. κούφια)/μήλα (ΑΝΤ. σάπια). 3. (επιτατ.) που έχει μεγάλες ικανότητες σε κάτι: ~ός: επιστήμονας. ~ή: μνήμη. ~ό: μυαλό. Σταυρόλεξο για ~ούς λύτες. Είναι ~ στη Φυσική. ΣΥΝ. δυνατός (2), καλός (5) 4. (επιτατ.) έντονος, μεγάλος: ~ός: τσακωμός (πβ. ξεγυρισμένος). ~ή: βροχή (= σφοδρή)/δόση/(αργκό) μπάζα. ~ό: γλέντι/καθάρισμα (= βαθύ, καλό)/κρυολόγημα/μεθύσι/φιλοδώρημα/χαστούκι (= δυνατό). ~ά: λεφτά.|| (ΑΘΛ.) ~ή: άμυνα. ● ΣΥΜΠΛ.: γερά/ατσάλινα νεύρα βλ. νεύρα, γερό κόκαλο βλ. κόκαλο, γερό ποτήρι βλ. ποτήρι, γερό σκαρί βλ. σκαρί, γερό/γρήγορο πιρούνι βλ. πιρούνι, γερό/μεγάλο πορτοφόλι βλ. πορτοφόλι ● ΦΡ.: στα γερά (προφ.-επιτατ.): πάρα πολύ, σοβαρά: Μάλωσαν/τσακώθηκαν ~ ~. Τον έπιασε και του τις έβρεξε ~ ~. Πβ. για τα καλά., γερό στομάχι βλ. στομάχι, ένα (γερό) χέρι ξύλο βλ. χέρι, έχει (γερές) πλάτες βλ. πλάτη, έχει (γερό/μεγάλο) δόντι βλ. δόντι ● βλ. γερά [< μτγν. γερός, αρχ. ὑγιηρός]
10355γερουνδιακόγε-ρουν-δι-α-κό ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΜΜ. ρηματικό επίθετο της λατινικής γλώσσας, σχηματιζόμενο από το θέμα του ενεστώτα του ρήματος με την προσθήκη της κατάληξης -ndus (αρσ.), -nda (θηλ.), -ndum (ουδ.). Βλ. -τέος. [< νεολατ. (modus) gerundivus]
10356γερούνδιογε-ρούν-δι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} ΓΡΑΜΜ. 1. ρηματικός τύπος (κατάλ. -οντας/-ώντας) με επιρρηματική λειτουργία, ο οποίος εκφράζει ενέργεια που συμβαίνει παράλληλα με την ενέργεια του ρήματος της πρότασης: π.χ. τρέχοντας/γελώντας. Βλ. μετοχή. 2. ρηματικό ουσιαστικό της λατινικής γλώσσας που διαθέτει τις τέσσερις πλάγιες πτώσεις του ενικού (με καταλήξεις -ndi, -ndo, -ndum, -ndo) και αντιστοιχεί στο έναρθρο απαρέμφατο της αρχαίας Ελληνικής· κατ' επέκτ. ρηματικό ουσιαστικό: εµπρόθετο ~ του σκοπού. [< νεολατ. gerundium]
10357γερουσίαγε-ρου-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΠΟΛΙΤ. (κ. με κεφαλ. Γ) νομοθετικό σώμα ορισμένων σύγχρονων Δημοκρατιών· συνεκδ. το κτίριο όπου αυτό στεγάζεται: η αμερικανική/γαλλική/ιταλική ~. Τα μέλη/ο πρόεδρος της ~ας. Ψήφισμα της ~ας. Η ~ απέρριψε/ενέκρινε νομοσχέδιο/πρόταση για ... Βλ. Άνω Βουλή, κογκρέσο. 2. (μτφ.-ειρων.) σύνολο από ηλικιωμένους ή μεσήλικες: Έφυγαν οι νεολαίοι κι έμεινε η ~. 3. ΑΡΧ. (κ. με κεφαλ. Γ) πολιτικό σώμα με νομοθετική κυρ. δραστηριότητα: η ~ της Σπάρτης. Βλ. Σύγκλητος. [< 1: ιταλ. parlamento, γαλλ. sénat, αγγλ. senate 3: αρχ. γερουσία]
10358γερουσιαστήςγε-ρου-σι-α-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ή (λόγ.) -ού}: μέλος της Γερουσίας: (στις ΗΠΑ:) Αμερικανός/δημοκρατικός/ρεπουμπλικάνος ~. Ομογενείς ~ές. Βλ. βουλευτής. [< μτγν. γερουσιαστής, γαλλ. sénateur, αγγλ. senator]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.