| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10359 | γεροφτιαγμένος | , η, ο γε-ρο-φτιαγ-μέ-νος επίθ. (προφ.) 1. στέρεος, ανθεκτικός, γερός: ~η: κατασκευή. ~ο: οίκημα/σκαρί. 2. (για πρόσ.) γεροδεμένος. | |
| 10360 | γερτός | , ή, ό γερ-τός επίθ. & γυρτός & (σπάν.) γειρτός (προφ.) 1. που γέρνει: ~ός: κορμός (πβ. λυγισμένος)/τοίχος (= κεκλιμένος) ~ή: πλάτη (= καμπουριαστή). Κεφάλι ~ό προς τα κάτω (= σκυφτό)/στους ώμους. ~ στην κουπαστή (= σκυμμένος). Πβ. πλαγιαστός. 2. μισάνοιχτος, μισόκλειστος: ~ό: παντζούρι. Άσε τα παράθυρα ~ά/την πόρτα ~ή. ● επίρρ.: γερτά [< μεσν. γερτός] | |
| 10361 | γέρων | βλ. γέροντας, γερόντισσα | |
| 10362 | ΓΕΣ | (το): Γενικό Επιτελείο Στρατού. | |
| 10364 | γέσμαν | βλ. γιέσμαν | |
| 10365 | γέτι | βλ. γιέτι | |
| 10366 | γεύμα | [γεῦμα] γεύ-μα ουσ. (ουδ.) 1. ποσότητα φαγητού που συνήθ. περιλαμβάνει ποικιλία τροφών και τρώγεται σε τακτά χρονικά διαστήματα: πρωινό (= πρόγευμα)/μεσημεριανό/απογευματινό/βραδινό (= δείπνο) ~. Οικογενειακό/σχολικό/υπαίθριο (βλ. μπάρμπεκιου, πικ νικ)/χριστουγεννιάτικο ~. Απλό/βασικό/ελαφρύ (πβ. δεκατιανό, κολατσιό)/ισορροπημένο/κρύο (βλ. μπουφές)/λιτό/νηστίσιμο/πλουσιοπάροχο/πρόχειρο (πβ. σνακ)/φτωχό/χορταστικό ~. Στη διάρκεια του ~ατος. Μικρά ~ατα (= μικρογεύματα). ~ατα διαίτης. Τρία ~ατα ημερησίως. Προετοιμάζω το ~. Παραλείπω ένα ~. Μην τρώτε ανάμεσα στα ~ατα. Βλ. εστίαση. 2. (ειδικότ.) μεσημεριανό φαγητό: αποχαιρετιστήριο ~. ~ γνωριμίας. ~ με φίλους/σε εστιατόριο. Πρόσκληση σε ~. 3. δεξίωση (με φαγητό): γαμήλιο/επίσημο ~. ~ αρραβώνων. Παρέθεσαν/προσέφεραν ~ προς τιμήν του ... Πβ. τραπέζι. ● ΣΥΜΠΛ.: γεύμα εργασίας & δείπνο/πρόγευμα εργασίας & επαγγελματικό γεύμα/δείπνο: στο οποίο συζητούνται επαγγελματικά ή υπηρεσιακά θέματα. [< αγγλ. working lunch, 1964, working dinner, 1970] , βαριούχο γεύμα βλ. βαριούχος, κανονικό γεύμα βλ. κανονικός, λουκούλλειο γεύμα/δείπνο βλ. λουκούλλειος [< αρχ. γεῦμα ‘γεύση, μικρή ποσότητα φαγητού για δοκιμή’, γαλλ. repas, αγγλ. meal] | |
| 10367 | γευματίζω | γευ-μα-τί-ζω ρ. (αμτβ.) {γευμάτι-σα} (επίσ.): τρώω μεσημεριανό κυρ. φαγητό: ~ ελαφρά/με την οικογένειά μου/με φίλες/στο σπίτι. Πβ. συντρώγω. Βλ. κολατσίζω, προ~. [< μεσν. γεματίζω] | |
| 10368 | γεύομαι | γεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {-τηκα (λόγ.) -θηκα} (λόγ.) 1. (μτφ.) αποκτώ ευχάριστη ή δυσάρεστη εμπειρία: ~τηκα (= απόλαυσα) πολλές χαρές στη ζωή μου. Βλ. προ~. 2. δοκιμάζω μικρή ποσότητα φαγητού ή ποτού: ~τηκα τους μεζέδες. Πβ. αγγίζω. [< αρχ. γεύομαι] | |
| 10369 | γεύση | γεύ-ση ουσ. (θηλ.) 1. μία από τις πέντε βασικές αισθήσεις, κατά την οποία προσλαμβάνονται ερεθίσματα μέσω των γευστικών καλύκων: τα όργανα της ~ης (: γλώσσα, ουρανίσκος). Απώλεια της ~ης (= αγευσία). Σιρόπι ευχάριστο στη ~. 2. (ειδικότ.) η ιδιαίτερη αίσθηση που δημιουργείται στο στόμα από τη δοκιμή στερεού ή υγρού· γευστικότητα, νοστιμιά: αλμυρή/γλυκιά/ξινή/πικρή ~. Ακαθόριστη/απαλή/αρωματική/άσχημη/(μτφ.) βελούδινη/δυνατή/δυσάρεστη/έντονη/εξαιρετική/ευχάριστη/ισορροπημένη/καυτερή/μεταλλική/ξεχωριστή/όξινη/πικάντικη/πλούσια/στυφή/υπέροχη/φρουτώδης ~. Η ~ ενός φαγητού/φρούτου. (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) Βελτιωτικά/ενισχυτικά ~ης. Παγωτό με ~ βανίλια/φράουλα. Έχει ~ καμένου/μουχλιασμένου/χαλασμένου. Τυρί με έντονη/ήπια ~. Αφήνει μια παράξενη ~ στο στόμα/στα χείλη. Δεν έχει καθόλου ~ (= είναι άγευστο). Βλ. επίγευση.|| Παράδοση στη ~ (: στην καλή κουζίνα). 3. (μτφ.) εντύπωση, αίσθηση από τη βίωση μιας εμπειρίας: ~ ελευθερίας/ευτυχίας. Η γλυκιά ~ της νίκης. Η περσινή χρονιά μας άφησε πικρή ~.|| ~ από Ελλάδα/Ευρώπη/καλοκαίρι! Πήραν μια (πρώτη) ~ από την πόλη/του τι θα ακολουθήσει (= απέκτησαν μια εικόνα, μια ιδέα). Πβ. άρωμα. Βλ. πρόγευση. ● γεύσεις (οι): γευστικά εδέσματα: ανατολίτικες/εξωτικές/μεσογειακές/παραδοσιακές/πολίτικες/σπιτικές/τοπικές ~. Ποικιλία/φεστιβάλ ~εων. Πβ. κουζίνα, νοστιμιές, σπεσιαλιτέ. Βλ. γαστρονομία, γευσιγνωσία, γκουρμέ. [< 1, 2: αρχ. γεῦσις, γαλλ. goût] | |
| 10370 | γευσιγνωσία | γευ-σι-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.): δοκιμή κρασιών και άλλων ποτών ή φαγητών με σκοπό την αξιολόγηση της γεύσης, του αρώματος, της εμφάνισης και γενικότ. της ποιότητάς τους: ~ εδεσμάτων/μπίρας/τυριών. Ποτήρια ~ας. Βλ. γαστρονομία, οινογνωσία, -γνωσία. | |
| 10371 | γευσιγνώστης | γευ-σι-γνώ-στης ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. γευσιγνώστρια}: ειδικός στη γευσιγνωσία. Βλ. γαστρονόμος, γκουρμέ, οινογνώστης, σομελιέ, -γνώστης. | |
| 10372 | γευσιγνωστικός | , ή, ό γευ-σι-γνω-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη γευσιγνωσία. Βλ. γαστρονομικός. | |
| 10373 | γευστικός | , ή, ό γευ-στι-κός επίθ. 1. που έχει ευχάριστη γεύση: ~ό: κρασί. ~οί: μεζέδες/πειρασμοί. ~ές: συνταγές. ~ά: γλυκά/φαγητά. Πβ. εύγευστος, νόστιμος. ΑΝΤ. άγευστος (1), άνοστος (1) 2. που σχετίζεται με τη γεύση: ~ή: απόλαυση/δοκιμή (= γευσιγνωσία)/ευχαρίστηση/πανδαισία. ~οί: συνδυασμοί. ~ές: επιλογές/ιδιότητες/προτιμήσεις. Βλ. ακουστ-, απτ-, οπτ-, οσφρητ-ικός. ● επίρρ.: γευστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: γευστικοί κάλυκες βλ. κάλυκας [< αρχ. γευστικός] | |
| 10374 | γευστικότητα | γευ-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του γευστικού: η ~ των τροφίμων/του φαγητού. Το αλάτι βελτιώνει τη/προσδίδει ~. Πβ. γεύση, νοστιμιά. Βλ. -ότητα. | |
| 10375 | γέφυρα | γέ-φυ-ρα ουσ. (θηλ.) {γεφυρ-ών} 1. κατασκευή που συνδέει περιοχές, οι οποίες χωρίζονται από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια (ποταμούς, διώρυγες, δρόμους, σιδηροδρομικές γραμμές) και δημιουργεί πέρασμα για πεζούς και οχήματα: ανισόπεδη/κινητή/κρεμαστή (βλ. αερο~)/μεταλλική/ξύλινη/περιστρεφόμενη/πέτρινη (πβ. γεφύρι)/πλωτή/σιδηροδρομική/σταθερή/τοξωτή ~. ~ διάβασης/μεταφοράς/σήμανσης (: περνάει πάνω από αυτοκινητόδρομο και φέρει οδικές πινακίδες). ~ από σκυρόδεμα. Η ~ (ζεύξης) Ρίου-Αντιρρίου. ~ες και σήραγγες. Βλ. κοιλαδο~, οδο~, πεζο~, υδατο~.|| ~ φόρτωσης (φορτηγών πλοίων) Πβ. γερανο~.|| (μτφ.) Η ~ της ομορφιάς (= πασαρέλα). 2. (μτφ.) μέσο επαφής, σύνδεσης: ~ ειρήνης/πολιτισμού/συνεργασίας/σωτηρίας/φιλίας. Ενεργειακή ~ μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η κυβέρνηση ρίχνει ~ για συναινετική λύση. Στήνουμε/χτίζουμε ~ες εμπιστοσύνης. 3. ΙΑΤΡ. προσθετική κατασκευή (σταθερή ή κινητή) για αναπλήρωση ενός ή περισσότερων δοντιών, η οποία υποστηρίζεται από τα διπλανά φυσικά ή τεχνητά δόντια ή τις ρίζες: οδοντική ~. Βλ. στεφάνη. 4. ΝΑΥΤ. υπερυψωμένη πλατφόρμα, συνήθ. πάνω από το κατάστρωμα, όπου στεγάζεται ο θάλαμος διακυβέρνησης μηχανοκίνητου σκάφους: ~ ναυσιπλοΐας. Αξιωματικός ~ας. Ο πλοίαρχος βρίσκεται στη ~. 5. ΓΥΜΝ. άσκηση κατά την οποία το σώμα από ύπτια θέση παίρνει τοξοειδές σχήμα, στηριζόμενο στις παλάμες και τα πέλματα: Κάνω ~. 6. ΜΟΥΣ. σταθερό υποστήριγμα που ανασηκώνει ελαφρά τις χορδές μουσικού οργάνου, ώστε να είναι τεντωμένες. ΣΥΝ. καβαλάρης (2) 7. ΗΛΕΚΤΡ. συσκευή για τη μέτρηση ηλεκτρικών μεγεθών (αντιστάσεων, συχνοτήτων): κύκλωμα ~ας. Βλ. γαλβανόμετρο. 8. ΠΛΗΡΟΦ. υπολογιστής που συνδέει μεταξύ τους δύο δίκτυα του ίδιου ή διαφορετικού πρωτοκόλλου: ~ δικτύου. 9. (μτφ.) μεταβατικό κομμάτι (μουσικό, σχολιαστικό, διαλογικό), το οποίο συνδέει τα μέρη ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού συνήθ. προγράμματος: μουσική ~. 10. ΑΝΑΤ. τμήμα του εγκεφαλικού στελέχους που ενώνει τον προμήκη μυελό με τον μεσεγκέφαλο· γενικότ. τμήμα ιστού που συνδέει δύο μέρη ενός οργάνου. ● Υποκ.: γεφυράκι (το), γεφυρούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: γέφυρα επικοινωνίας (μτφ.): μέσο που διευκολύνει την επικοινωνία: ~ ~ και γνωριμίας. Η γλώσσα της μουσικής ως ~ ~ μεταξύ των λαών. Το διαδίκτυο είναι η ~ ~ των νέων. ~ ~ με τον απανταχού Ελληνισμό. Έχει κόψει κάθε ~ ~ μαζί τους., καλωδιωτή γέφυρα: που αποτελείται από έναν ή περισσότερους πυλώνες, οι οποίοι στηρίζουν με καλώδια το οδόστρωμα., φυσική γέφυρα: ΓΕΩΜΟΡΦ. τοξοειδής σχηματισμός από βράχο ή κομμάτι γης που ενώνει δύο περιοχές. ● ΦΡ.: κόβει/γκρεμίζει τις γέφυρες (μτφ.): διακόπτει κάθε επαφή, επικοινωνία: ~ ~ με το παρελθόν. ~ουν ~ του διαλόγου/της συνεννόησης. Πβ. κόβω (τους) δεσμούς. [< αρχ. γέφυρα, γαλλ. pont, αγγλ. bridge] | |
| 10376 | γεφύρι | γε-φύ-ρι ουσ. (ουδ.) {γεφυρ-ιού} & γιοφύρι (λαϊκό): παραδοσιακή γέφυρα: ξύλινο/πέτρινο/τοξωτό ~. ● ΦΡ.: της Άρτας το γεφύρι & το γεφύρι της Άρτας: για έργο που καθυστερεί να ολοκληρωθεί, συνήθ. εξαιτίας αλλεπάλληλων προβλημάτων: Η διάνοιξη της οδού κατάντησε σαν ~ ~. [< μτγν. γεφύριον, μεσν. γιοφύρι] | |
| 10377 | γεφυροπλάστιγγα | γε-φυ-ρο-πλά-στιγ-γα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ζυγιστικό όργανο βαρέων οχημάτων με μορφή πλατφόρμας: ~ εργοστασίου/σιδηροδρόμου/τελωνείου. [< γερμ. Brückenwaage] | |
| 10378 | γεφυροποιία | γε-φυ-ρο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατασκευή γεφυρών και ο αντίστοιχος κλάδος της αρχιτεκτονικής. Βλ. -ποιία. [< μεσν. γεφυροποιία] | |
| 10379 | γεφυροποιός | γε-φυ-ρο-ποι-ός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ., κυρ. για πολιτικό ή διπλωμάτη) πρόσωπο που δρα διαμεσολαβητικά και συμβιβαστικά μεταξύ δύο αντιμαχόμενων πλευρών, προσπαθώντας να επιτύχει τη συμφιλίωση και την επίλυση των διαφορών τους: Παίζει τον ρόλο του ~ού. Ενωτικός και ~. Πβ. γεφυρωτής, διαμεσολαβητής, ειρηνοποιός, συμφιλιωτής. Βλ. μεσάζων. 2. μηχανικός ή τεχνίτης που κατασκευάζει γέφυρες. Βλ. -ποιός. [< μτγν. γεφυροποιός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ