| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10380 | γεφύρωμα | βλ. γεφύρωση | |
| 10381 | γεφυρώνω | γε-φυ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {γεφύρω-σα, γεφυρώ-θηκε, -μένος, γεφυρών-οντας} 1. (μτφ.) συμβάλλω ως μεσολαβητής στην εύρεση σημείων επαφής μεταξύ δύο αντιτιθέμενων πλευρών: Ο αθλητισμός ~ει τις διαφορές μεταξύ των λαών. ~θηκε το χάσμα. 2. συνδέω: (ΗΛΕΚΤΡ.-ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) ~μένος: ενισχυτής. ~μένη: λειτουργία. (ΠΛΗΡΟΦ.) ~μένο: δίκτυο. [< αρχ. γεφυρῶ, αγγλ. bridge] | |
| 10382 | γεφύρωση | γε-φύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) & γεφύρωμα (το) 1. (μτφ.) αναζήτηση κοινών σημείων μεταξύ δύο πλευρών με σκοπό τη συνεννόηση: ~ των διαφορών/των διαφωνιών/του ρήγματος στις σχέσεις ... Βλ. προγεφύρωμα. 2. σύνδεση με γέφυρα: Πβ. ζεύξη.|| (ΗΛΕΚΤΡ.-ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) ~ ενισχυτών (: τρόπος σύνδεσής τους για την αύξηση της ισχύος τους· βλ. γεφυρωτής). [< μτγν. γεφύρωσις, αγγλ. bridging] | |
| 10383 | γεφυρωτής | γε-φυ-ρω-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. στοιχείο σύνδεσης κατασκευών ή μεταφοράς (ηλεκτρικού) σήματος εντός κυκλώματος: ~ προβλήτας.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) ~ές φάσεων. 2. (σπάν.-μτφ., για πρόσ.) διαμεσολαβητής, συμφιλιωτής: ~ διαφορών. Πβ. γεφυροποιός. [< μτγν. γεφυρωτής 'αυτός που κατασκευάζει γέφυρες'] | |
| 10384 | γεω- & γεώ- | : λεξικό πρόθημα επιστημονικών τομέων και όρων με αναφορά στη γη: γεω-γραφία/~δαισία/~θερμία/~λογία/~μαγνητισμός/~μορφολογία/~οικονομία/~πολιτική/~πονία/~ραντάρ/~στρατηγική/~φυσική/~χημεία. Γεώ-φυτα. Βλ. γαιο-, γη-.|| Γεω-τεμάχιο (πβ. αγρο-). | |
| 10385 | γεωακτινοβολία | γε-ω-α-κτι-νο-βο-λί-α ουσ. (θηλ.): (στη γεωπαθολογία) η γήινη ακτινοβολία, ιδ. σε σχέση με την επίδρασή της στους ζωντανούς οργανισμούς. Πβ. γεωπαθητική ακτινοβολία. Βλ. γεω-. | |
| 10386 | γεωβιολογία | γε-ω-βι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Γ): ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. διεπιστημονική μελέτη των αλληλεπιδράσεων μεταξύ βιόσφαιρας, λιθόσφαιρας και ατμόσφαιρας. [< αγγλ. geobiology, γαλλ. géobiologie, 1955] | |
| 10387 | γεωβοτανική | γε-ω-βο-τα-νι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Γ): ΒΙΟΓΕΩΓΡ. κλάδος που μελετά την κατανομή των φυτών, την εξάπλωσή τους και τον ρόλο τους στη βιόσφαιρα. ΣΥΝ. φυτογεωγραφία [< αγγλ. geobotany, 1904, γαλλ. géobotanique] | |
| 10388 | γεωγραφία | γε-ω-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΓΡ. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Γ) επιστήμη η οποία μελετά τη διαμόρφωση και μεταβολή της επιφάνειας της Γης, δηλ. του φυσικού περιβάλλοντος, με την αλληλεπίδραση φυσικών (ανάγλυφο, βλάστηση, κλίμα) και κοινωνικο-πολιτισμικών, οικονομικών, ιδεολογικών και πολιτικών διεργασιών· συνεκδ. το αντίστοιχο (σχολικό) μάθημα ή και βιβλίο: αγροτική/αστική/γενική/ιστορική/κοινωνική/περιβαλλοντική/περιφερειακή/πληθυσμιακή/πολιτιστική ~. Βλ. ανθρωπο~, βιο~, γλωσσο~, ζωο~, παλαιο~, φυτο~, ψυχο~, -γραφία. 2. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Γ) τα φυσικά χαρακτηριστικά μιας περιοχής (βουνά, πεδιάδες, ποτάμια), τα οποία αποτελούν το αντικείμενο μελέτης της σχετικής επιστήμης: ελληνική/ευρωπαϊκή/παγκόσμια ~. Πβ. μορφολογία. 3. (σπάν.-μτφ.) διάταξη, διαρρύθμιση: η ~ του εγκεφάλου. Πβ. χάρτης. ● ΣΥΜΠΛ.: φυσική γεωγραφία 1. ΓΕΩΓΡ. κλάδος που μελετά τα φυσικά χαρακτηριστικά, τη δομή και τα φαινόμενα της γήινης επιφάνειας. Βλ. γεωμορφο-, κλιματο-λογία. 2. το σύνολο των φυσικών χαρακτηριστικών μιας περιοχής: ~ ~ τoυ βουνού., οικονομική γεωγραφία βλ. οικονομικός, πολιτική γεωγραφία βλ. πολιτικός [< μτγν. γεωγραφία, γαλλ. géographie, αγγλ. geography] | |
| 10389 | γεωγραφικός | , ή, ό γε-ω-γρα-φι-κός επίθ.: ΓΕΩΓΡ. που σχετίζεται με τη γεωγραφία: ~ός: χάρτης (βλ. άτλας)/χώρος. ~ή: ανάλυση/έκταση/ενότητα (= περιφέρεια)/κατανομή/οντότητα (π.χ. πόλη, νησί, νομός, χώρα)/περιοχή. ~ό: διαμέρισμα/στίγμα (πλοίου). ~ά: δεδομένα (= γεωδεδομένα). Βλ. ανθρωπο~, βιο~, παλαιο~. ● ΣΥΜΠΛ.: Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών (ακρ. ΓΣΠ): ΠΛΗΡΟΦ. για τη συλλογή, αποθήκευση, διαχείριση και ανάλυση γεωγραφικών δεδομένων, καθώς και την αναπαράστασή τους με τη μορφή εικόνων και χαρτών: ψηφιακή χαρτογραφία και ~ ~. Βλ. γεωπληροφορική. [< αγγλ. Geographic(al) Information Systems (GIS)] , γεωγραφικές συντεταγμένες: γεωγραφικό μήκος και πλάτος (ενός τόπου). Βλ. υψόμετρο., γεωγραφική θέση: ο προσανατολισμός ενός τόπου ως προς την ευρύτερη περιοχή., γεωγραφικό μήκος: η γωνιακή απόσταση του μεσημβρινού ενός τόπου από τον μεσημβρινό του Γκρίνουιτς: ανατολικό/δυτικό ~ ~ (: ανάλογα με το αν ο τόπος βρίσκεται στο ανατολικό ή το δυτικό ημισφαίριο). ~ ~ μηδέν (: συμπίπτει με τον πρώτο μεσημβρινό). [< γαλλ. longitude] , γεωγραφικό πλάτος: η γωνιακή απόσταση ενός τόπου από τον Ισημερινό: βόρειο/νότιο ~ ~ (: ανάλογα με το αν ο τόπος βρίσκεται στο βόρειο ή το νότιο ημισφαίριο). ~ ~ μηδέν (: συμπίπτει με τον Ισημερινό). [< γαλλ. latitude] [< μτγν. γεωγραφικός, γαλλ. géographique, αγγλ. geographic] | |
| 10390 | γεωγράφος | γε-ω-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. επιστήμονας με αντικείμενο μελέτης τη γεωγραφία: κοινωνικός ~. Βλ. -γράφος. 2. (παλαιότ.) πρόσωπο που ασχολήθηκε συστηματικά με γεωγραφικές μελέτες: Αρχαίοι Έλληνες ~οι και περιηγητές. ~οι και εξερευνητές. [< 2: μτγν. γεωγράφος, γαλλ. géographe, αγγλ. geographer] | |
| 10391 | γεωδαισία | γε-ω-δαι-σί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Γ): ΓΕΩΔ. κλάδος που μελετά τον προσδιορισμό του μεγέθους και του σχήματος της Γης (ή τμημάτων της γήινης επιφάνειας), του βαρυτικού της πεδίου, της ακριβούς θέσης σημείων (εντός συστήματος συντεταγμένων), καθώς και τη μελέτη γεωδυναμικών φαινομένων (κίνηση πόλων και φλοιού): γεωμετρική/διαστημική/δορυφορική/θαλάσσια (πβ. υδρογραφία)/φυσική ~. Βλ. τοπογραφία. [< αρχ. γεωδαισία ‘διαίρεση της γης’, γαλλ. géodésie, αγγλ. geodesy] | |
| 10392 | γεωδαισιακός | , ή, ό γε-ω-δαι-σι-α-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: γεωδαισιακή (γραμμή): ΓΕΩΔ. γραμμή σύνδεσης δύο σημείων, η οποία έχει το ελάχιστο δυνατό μήκος (ένας μέγιστος κύκλος στην επιφάνεια μιας σφαίρας). [< γαλλ. ligne géodésique] | |
| 10393 | γεωδαίτης | γε-ω-δαί-της ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με αντικείμενο μελέτης τη γεωδαισία. Βλ. γεω-γράφος, -φυσικός. [< αρχ. γεωδαίτης, αγγλ. geodesist] | |
| 10394 | γεωδαιτικός | , ή, ό γε-ω-δαι-τι-κός επίθ.: ΓΕΩΔ. που σχετίζεται με τη γεωδαισία: ~ές: μέθοδοι (βλ. οπισθοτομία, ταχυμετρία)/μετρήσεις/συντεταγμένες. ~ά: όργανα (βλ. θεοδόλιχος, μετροταινία, τζι πι ες, χωροβάτης). ● ΣΥΜΠΛ.: γεωδαιτική αστρονομία: ΑΣΤΡΟΝ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο τον προσδιορισμό των γεωγραφικών συντεταγμένων μέσω της παρατήρησης των ουράνιων σωμάτων., γεωδαιτικός θόλος: ΑΡΧΙΤ. σφαιρική δομή αποτελούμενη από ένα σύνθετο πλέγμα τριγώνων και πολυγώνων. [< αγγλ. geodetic dome, 1959] , γεωδαιτικός σταθμός: ΤΟΠΟΓΡ. όργανο ψηφιακής μέτρησης γωνιών και αποστάσεων. [< γαλλ. géodésique, αγγλ. geodetic] | |
| 10395 | γεωδεδομένα | γε-ω-δε-δο-μέ-να ουσ. (ουδ.) (τα): γεωγραφικά δεδομένα. Βλ. γεωπληροφορία, γεωχωρικός. [< αγγλ. geodata] | |
| 10396 | γεώδης | , ης, ες γε-ώ-δης επίθ. {γεώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} & γαιώδης (λόγ.) 1. που προέρχεται από το έδαφος (της Γης)· που αποτελείται από χώμα: ~η: ορυκτά/υλικά. Πβ. εδαφικός, χωμάτινος. 2. (σπάν.) που έχει το χρώμα του χώματος· γήινος. Βλ. -ώδης. ● Ουσ.: γεώδες (το): ΟΡΥΚΤ. πέτρωμα με κοιλότητες μέσα στις οποίες έχουν σχηματιστεί κρύσταλλοι. [< γαλλ. géode] [< αρχ. γεώδης] | |
| 10397 | γεωδυναμική | γε-ω-δυ-να-μι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Γ): ΓΕΩΛ. κλάδος που μελετά τις δυνάμεις που προκαλούν μεταβολές στη λιθόσφαιρα (επίδραση του αέρα ή του νερού, ηφαιστειότητα, τεκτονισμός), καθώς και τα φαινόμενα που λαμβάνουν χώρα εξαιτίας τους (αιολική διάβρωση, ηφαίστεια, παγετώνες, σεισμοί): ενδογενής/εξωγενής ~. Βλ. γεω-δαισία, -τεκτονική. [< γαλλ. géodynamique, αγγλ. geodynamics] | |
| 10398 | γεωδυναμικός | , ή, ό γε-ω-δυ-να-μι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με τη γεωδυναμική: ~ά: φαινόμενα. ● ΣΥΜΠΛ.: Γεωδυναμικό Ινστιτούτο (ακρ. ΓΙ): με βασικό στόχο την παρακολούθηση και καταγραφή της σεισμικής δραστηριότητας στον ελληνικό χώρο και τις γύρω περιοχές: ~ ~ του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών. [< γαλλ. géodynamique , αγγλ. geodynamic(al)] | |
| 10399 | γεωειδές | γε-ω-ει-δές ουσ. (ουδ.) {γεωειδ-ούς} 1. ΓΕΩΔ. υποθετική, ισοδυναμική (ως προς το βαρυτικό πεδίο) επιφάνεια, η οποία ταυτίζεται με τη μέση στάθμη της θάλασσας και τη θεωρητική προέκτασή της κάτω από τις ηπείρους και από την οποία προκύπτει το ελλειψοειδές σχήμα της Γης. 2. (κατ΄επέκτ.) το αντίστοιχο σφαιρικό σχήμα, συμπιεσμένο στους πόλους και πεπλατυσμένο στον Ισημερινό, όπως εκείνο της Γης. [< γαλλ. géoïde, αγγλ. geoid] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ