| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10400 | γεωεπιστήμες | [γεωεπιστῆμες] γε-ω-ε-πι-στή-μες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στο θηλ. γεωεπιστήμη}: επιστήμες που έχουν ως αντικείμενο μελέτης τον πλανήτη Γη. Βλ. γεω-δαισία, -λογία, -φυσική, -χημεία. [< αγγλ. geoscience, 1942, γαλλ. géosciences, 1972] | |
| 10401 | γεωθερμία | γε-ω-θερ-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΦ. (κ. με κεφαλ. Γ) κλάδος που μελετά τη γεωθερμική ενέργεια. Βλ. ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας. ΣΥΝ. γεωθερμική 2. ΓΕΩΦ. -ΟΙΚΟΛ. γεωθερμική ενέργεια: αβαθής ~ (: που αξιοποιεί τη θερμοκρασία του υπεδάφους). ~ μέσης/υψηλής/χαμηλής ενθαλπίας. Θέρμανση/ψύξη με ~. Βλ. ηλιοθερμία. [< γαλλ. géothermie, αγγλ. geothermy] | |
| 10402 | γεωθερμικός | , ή, ό γε-ω-θερ-μι-κός επίθ.: ΓΕΩΦ. που σχετίζεται με τη γεωθερμία: ~ή: δραστηριότητα/πηγή (= θερμοπηγή). ~ό: δυναμικό/πεδίο. ~οί: πόροι. ~ά: ρευστά (: ατμός με νερό). Βλ. ηλιοθερμικός.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ός: κλιματισμός. ~ή: αντλία/θέρμανση. ~οί: εναλλάκτες. ~ές: γεωτρήσεις/μονάδες (παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας). ~ά: συστήματα. ● Ουσ.: γεωθερμική (η) (κ. με κεφαλ. Γ): γεωθερμία. ● ΣΥΜΠΛ.: γεωθερμική ενέργεια: ΓΕΩΦ. -ΟΙΚΟΛ. ήπια και ανανεώσιμη μορφή ενέργειας η οποία βασίζεται στην εκμετάλλευση της θερμότητας που εκλύεται από υπόγειους και επιφανειακούς υδροφόρους ορίζοντες καθώς και από πετρώματα μικρού βάθους. Βλ. ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας. ΣΥΝ. γεωθερμία (2) [< γαλλ. géothermique, αγγλ. geothermal] | |
| 10403 | γεωκεντρικός | , ή, ό γε-ω-κε-ντρι-κός επίθ. ΑΝΤ. ηλιοκεντρικός 1. ΑΣΤΡΟΝ. που σχετίζεται με τον γεωκεντρισμό: ~ή: αντίληψη/θεωρία. ~ό: μοντέλο/πρότυπο/σύστημα (= πτολεμαϊκό). 2. που υπολογίζεται με βάση το κέντρο της Γης: ~ή: απόσταση. ~ές: συντεταγµένες. Βλ. -κεντρικός. [< γαλλ. géocentrique, αγγλ. geocentric] | |
| 10404 | γεωκεντρισμός | γε-ω-κε-ντρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΑΣΤΡΟΝ. το πτολεμαϊκό σύστημα που κυριάρχησε μέχρι την Αναγέννηση, σύμφωνα με το οποίο η Γη αποτελεί το κέντρο του Σύμπαντος, είναι ακίνητη και γύρω της περιστρέφονται ο Ήλιος, η Σελήνη και τα υπόλοιπα ουράνια σώματα. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. ηλιοκεντρισμός [< γαλλ. géocentrisme, 1955, αγγλ. geocentri(ci)sm] | |
| 10405 | γεωλογία | γε-ω-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Γ) ΓΕΩΛ. 1. επιστήμη η οποία μελετά τον τρόπο σχηματισμού, τη δομή, τη σύσταση και την εξέλιξη της Γης (ή άλλου πλανήτη) και ειδικότ. τα φυσικά φαινόμενα που συνέβησαν και συνεχίζουν να συμβαίνουν στον στερεό φλοιό της από την περίοδο σχηματισμού της μέχρι σήμερα· συνεκδ. το αντίστοιχο σχολικό ή πανεπιστημιακό μάθημα και το σχετικό βιβλίο: δυναμική/θαλάσσια/ιστορική (βλ. παλαιογεω-, στρωματο-γραφία)/οικονομική/παράκτια/τεκτονική/φυσική ~. ~ των Πετρελαίων. Βλ. -λογία, υδρο~.|| Σεληνιακή ~. 2. γεωλογική δομή, γεωλογικά χαρακτηριστικά: η ~ ενός νησιού. ~ και μορφολογία του εδάφους. ● ΣΥΜΠΛ.: περιβαλλοντική γεωλογία: μελέτη των περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ρύπανση εδάφους, νερού και ατμόσφαιρας) που συνδέονται αφενός με τις γεωλογικές διαδικασίες στο εσωτερικό και την επιφάνεια της Γης (μετακινήσεις εδαφικών μαζών, σεισμοί) και αφετέρου με ανθρωπογενείς δραστηριότητες (π.χ. βιομηχανία, απορρίμματα, λύματα): Εφαρμοσμένη και ~ ~. ~ ~-υδρογεωλογία., τεχνική γεωλογία: κλάδος που έχει ως αντικείμενο τις εφαρμογές της γεωλογίας στο πλαίσιο της μελέτης, κατασκευής και λειτουργίας των τεχνικών έργων και της επίλυσης περιβαλλοντικών προβλημάτων. ΣΥΝ. γεωτεχνική [< γαλλ. géologie, αγγλ. geology] | |
| 10406 | γεωλογικός | , ή, ό γε-ω-λο-γι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με τη γεωλογία: ~ός: κύκλος/χάρτης/χρόνος. ~ή: δομή/εποχή/ηλικία/περίοδος (βλ. Ηώκαινο, Ιουρασικό, Κρητιδικό, Μειόκαινο, Πλειστόκαινο, Τεταρτογενές)/σύσταση/τομή. ~ό: ινστιτούτο/πάρκο (= γεωπάρκο)/υπόστρωμα. ~οί: αιώνες (βλ. αρχαιο-, καινο-, μεσο-, παλαιο-ζωικός)/σχηματισμοί. ~ές: μεταβολές. ~ά: μνημεία/στρώματα/φαινόμενα (ηφαιστειακές εκρήξεις, καθιζήσεις, κατολισθήσεις, σεισμοί). Βλ. γεω-μορφολογικός, -τεχνικός, υδρο~. ● Ουσ.: Γεωλογικό (το) (προφ.): το αντίστοιχο πανεπιστημιακό τμήμα. ● επίρρ.: γεωλογικώς [-ῶς] [< γαλλ. géologique, αγγλ. geologic(al)] | |
| 10407 | γεωλόγος | γε-ω-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με αντικείμενο μελέτης τη γεωλογία. Βλ. υδρο~, ωκεανογράφος, -λόγος. [< γαλλ. géologue, αγγλ. geologist] | |
| 10408 | γεωμαγνητικός | , ή, ό γε-ω-μα-γνη-τι-κός επίθ.: ΓΕΩΦ. που σχετίζεται με τον γεωμαγνητισμό: ~ός: πόλος (= μαγνητικός). ~ό: πεδίο. ● ΣΥΜΠΛ.: γεωμαγνητική/μαγνητική καταιγίδα βλ. καταιγίδα [< γαλλ. géomagnétique, αγγλ. geomagnetic, 1904] | |
| 10409 | γεωμαγνητισμός | γε-ω-μα-γνη-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΦ. το μαγνητικό πεδίο της Γης, γήινος μαγνητισμός. [< γαλλ. géomagnétisme, 1953, αγγλ. geomagnetism, 1938] | |
| 10410 | γεωμαθηματικά | γε-ω-μα-θη-μα-τι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) (κ. με κεφαλ. Γ): ΓΕΩΛ. χρήση μαθηματικών και υπολογιστικών τεχνικών στην επιστήμη της γεωλογίας. Βλ. γεωεπιστήμες. [< αγγλ. geomathematics, 1963] | |
| 10411 | γεωμαντεία | γε-ω-μα-ντεί-α ουσ. (θηλ.): είδος μαντικής που πραγματοποιείται με την τυχαία δημιουργία σχημάτων πάνω στο έδαφος και την προσπάθεια ερμηνείας τους: κινέζικη ~. Βλ. -μαντεία. [< μτγν. γεωμαντεία, γαλλ. géomancie, αγγλ. geomancy] | |
| 10412 | γεωμεμβράνη | γε-ω-μεμ-βρά-νη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. λεπτό, αδιαπέραστο από υγρά, συμπαγές φύλλο από συνθετικό υλικό, που χρησιμοποιείται ως μέσο στεγανοποίησης (σε δεξαμενές, τεχνητές λίμνες) ή προστασίας των υδάτων από μόλυνση (σε ΧΥΤΑ, ΧΑΔΑ): ~ πολυαιθυλενίου. Βλ. γεωσυνθετικά (υλικά). [< αγγλ. geomembrane] | |
| 10413 | γεωμετρία | γε-ω-μέ-τρης ουσ. (αρσ.): μαθηματικός που ειδικεύεται στη γεωμετρία. Βλ. -μέτρης. [< αρχ. γεωμέτρης ‘αυτός που εφαρμόζει τη γεωμετρία’, γαλλ. géomètre, αγγλ. geometer] | |
| 10414 | γεωμετρία | γε-ω-με-τρί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Γ): ΓΕΩΜ. επιστήμη η οποία ερευνά τις ιδιότητες και τις σχέσεις που έχουν τα σημεία, οι γραμμές, τα σχήματα ή τα στερεά στον χώρο· συνεκδ. το αντίστοιχο σχολικό ή πανεπιστημιακό μάθημα και το σχετικό βιβλίο: αλγεβρική/διαφορική/ελλειπτική/επίπεδη/ευκλείδεια/μετρική/προβολική ~. Βλ. επιπεδο-, στερεο-μετρία. ● ΣΥΜΠΛ.: αναλυτική γεωμετρία: που μελετά τα γεωμετρικά σχήματα με τη βοήθεια της άλγεβρας., παραστατική γεωμετρία: που εξετάζει τις ιδιότητες ενός στερεού σώματος βάσει της απεικόνισής του σε ένα ή περισσότερα επίπεδα. [< αρχ. γεωμετρία, γαλλ. géométrie, αγγλ. geometry] | |
| 10415 | γεωμετρικός | , ή, ό γε-ω-με-τρι-κός επίθ. 1. ΓΕΩΜ. που σχετίζεται με τη γεωμετρία: ~ή: απεικόνιση/διάταξη/παράσταση/περιγραφή/σειρά. ~ές: κατασκευές/σχέσεις. ~ά: όργανα (γνώμονας, διαβήτης, μοιρογνωμόνιο, χάρακας)/σχήματα (κύκλος, ορθογώνιο, τετράγωνο, τραπέζιο, τρίγωνο)/σώματα (κύβος, κύλινδρος, κώνος, πυραμίδα). Βλ. μαθηματικός. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. που σχετίζεται με τη γεωμετρική τέχνη: ~ά: αγγεία/είδωλα. Βλ. πρωτο~. 3. (κατ' επέκτ.) συμμετρικός: ~ός: σχεδιασμός. ~ή: διάταξη. ● επίρρ.: γεωμετρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: γεωμετρική εποχή/περίοδος & γεωμετρικοί χρόνοι: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. περίοδος που εκτείνεται από τον 11ο μέχρι τον 8ο αι. π.Χ.· κατ' επέκτ. ο πολιτισμός της συγκεκριμένης εποχής., γεωμετρική τέχνη: ΑΡΧΑΙΟΛ. η τέχνη της γεωμετρικής περιόδου, η οποία χαρακτηρίζεται από αυστηρές μορφές, γεωμετρικά και γραμμικά σχέδια καθώς και αρμονική διαίρεση των μερών των αγγείων., γεωμετρική πρόοδος βλ. πρόοδος, γεωμετρικός τόπος βλ. τόπος ● ΦΡ.: με γεωμετρική πρόοδο βλ. πρόοδος [< 1: αρχ. γεωμετρικός 2,3: γαλλ. géometrique] | |
| 10416 | γεωμετρικότητα | γε-ω-με-τρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συμμετρία: αυστηρή/λιτή ~. ~ του χώρου. Βλ. -ότητα. | |
| 10417 | γεώμηλο | γε-ώ-μη-λο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ΒΟΤ. πατάτα. [< γαλλ. pomme de terre] | |
| 10418 | γεωμορφές | γε-ω-μορ-φές ουσ. (θηλ.) (οι): ΓΕΩΜΟΡΦ. φυσικοί σχηματισμοί της γήινης επιφάνειας. Βλ. βουνό, λόφος. | |
| 10419 | γεωμορφολογία | γε-ω-μορ-φο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Γ) 1. ΓΕΩΜΟΡΦ. κλάδος που μελετά το γήινο ανάγλυφο, καθώς και τις ενδογενείς (ηφαιστειότητα, τεκτονισμός) και εξωγενείς (επίδραση αέρα, νερού) δυνάμεις που επιδρούν στη διαμόρφωσή του: εφαρμοσμένη/παράκτια/περιβαλλοντική/υποθαλάσσια ~. 2. (κατ΄επέκτ.) η μορφολογία μιας περιοχής: ~ του εδάφους. H ~ του τόπου ορίζεται από λίμνες και ψηλά βουνά. [< αγγλ. geomorphology, γαλλ. géomorphologie, 1939] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ