Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [11300-11320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
10420γεωμορφολογικός, ή, ό γε-ω-μορ-φο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΕΩΜΟΡΦ. που σχετίζεται με τη γεωμορφολογία: ~ός: χάρτης (πβ. γεωφυσικός). ~ή: εξέλιξη. ~ό: ανάγλυφο. ~οί: σχηματισμoí (λιθόσφαιρας). ~ά: χαρακτηριστικά (= γεωμορφές). [< αγγλ. geomorphological, γαλλ. geomorphologique]
10421γεωοικονομίαγε-ω-οι-κο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. κλάδος που μελετά τη δυναμική σχέση της οικονομικής δραστηριότητας με το γεωγραφικό περιβάλλον σε τοπική ή διεθνή κλίμακα: πολιτική ~. Βλ. γεω-πολιτική, -στρατηγική. [< αγγλ. geo-economics, 1981]
10422γεωοικονομικός, ή, ό γε-ω-οι-κο-νο-μι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τη γεωοικονομία: ~ά: συμφέροντα. [< αγγλ. geoeconomic]
10423γεωπαθητικός, ή, ό γε-ω-πα-θη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την γεωπαθολογία: ~ή: ακτινοβολία (= γεωακτινοβολία)/ένταση. ~ό: στρες. ~ά: πεδία. Βλ. -παθητικός. ΣΥΝ. γεωπαθογόνος [< αγγλ. geopathic]
10424γεωπαθογόνος, ος, ο γε-ω-πα-θο-γό-νος επίθ.: γεωπαθητικός: ~οι: κόμβοι. ~ες: ακτινοβολίες/ζώνες. Βλ. -γόνος, γεω-.
10425γεωπαθολογίαγε-ω-πα-θο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Γ): μελέτη της γήινης και της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας και του τρόπου που αυτές επηρεάζουν τον άνθρωπο και το περιβάλλον του. Βλ. γεω-, ραδιαισθησία, φενγκ σούι. [< αγγλ. geopathology]
10426γεωπάρκογε-ω-πάρ-κο ουσ. (ουδ.) & γεωλογικό πάρκο: ΟΙΚΟΛ. οριοθετημένη και προστατευμένη περιοχή που περικλείει σημαντικό αριθμό γεωτόπων με γεωλογικό και ενίοτε αρχαιολογικό, οικολογικό, ιστορικό ή πολιτιστικό ενδιαφέρον, μέσα στην οποία είναι δυνατόν να αναπτυχθούν οικονομικές δραστηριότητες στα πλαίσια της αειφόρου ανάπτυξης: ~ απολιθωμένου δάσους. ~α και γεωτουρισμός/περιβαλλοντική εκπαίδευση. Βλ. δρυμός. [< αγγλ. geopark]
10427γεωπεριβάλλονγε-ω-πε-ρι-βάλ-λον ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΛ. το ανώτερο τμήμα της λιθόσφαιρας με το οποίο έρχεται σε άμεση επαφή ο άνθρωπος και το οποίο επηρεάζει τις συνθήκες ύπαρξης και ανάπτυξης της ανθρώπινης κοινωνίας. [< αγγλ. geoenvironment]
10428γεωπεριβαλλοντικός, ή, ό γε-ω-πε-ρι-βαλ-λο-ντι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με το γεωπεριβάλλον: Γεωτεχνική και ~ή Μηχανική. [< αγγλ. geoenvironmental]
10429γεωπληροφορίαγε-ω-πλη-ρο-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. γεωγραφική πληροφορία η οποία προκύπτει από την ψηφιακή αξιοποίηση γεωγραφικών δεδομένων. [< αγγλ. geoinformation]
10430γεωπληροφορικήγε-ω-πλη-ρο-φο-ρι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Γ): ΠΛΗΡΟΦ. κλάδος με αντικείμενο την ανάπτυξη και αξιοποίηση τεχνολογιών πληροφορικής για τη συλλογή, διαχείριση, μοντελοποίηση και οπτικοποίηση χωροχρονικών δεδομένων, με στόχο την αντιμετώπιση των προβλημάτων της γεωγραφίας, των γεωεπιστημών και των σχετικών κλάδων της μηχανολογίας: Εφαρμοσμένη ~. Βλ. ανθρωπογεωγραφία, Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών (ακρ. ΓΣΠ), τζι πι ες. [< αγγλ. geoinformatics]
10431γεωπληροφορικός, ή, ό γε-ω-πλη-ρο-φο-ρι-κός επίθ.: ΠΛΗΡΟΦ. που σχετίζεται με τη γεωπληροφορική: ~ός: σταθμός. ~ές: τεχνικές. ~ά: δεδομένα/συστήματα. ● Ουσ.: γεωπληροφορικός (ο/η): ειδικός στη γεωπληροφορική: ~-Τοπογράφος.
10432γεωπολιτικήγε-ω-πο-λι-τι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Γ): ΠΟΛΙΤ. ο συνδυασμός των γεωγραφικών, δημογραφικών, οικονομικών και πολιτικών παραγόντων που επηρεάζουν μια περιοχή ή ένα έθνος και διαμορφώνουν την εξωτερική πολιτική του· η μελέτη της σχέσης τους· η σχετική κυβερνητική πολιτική: η ~ του πετρελαίου. Άμυνα/διεθνείς ανταγωνισμοί και ~. Η ~ των ακριτικών περιοχών. Βλ. γεω-οικονομία, -στρατηγική. [< γερμ. Geopolitik, 1924, γαλλ. géopolitique, 1924, αγγλ. geopolitics, 1904]
10433γεωπολιτικός, ή, ό γε-ω-πο-λι-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τη γεωπολιτική: ~ός: κίνδυνος/ρόλος/χάρτης. ~ή: ανάλυση/αστάθεια/διάσταση/θέση/σημασία/στρατηγική. ~ό: παιχνίδι. ~οί: συσχετισμοί. ~ές: ανακατατάξεις/ανατροπές/εντάσεις/θεωρίες/ισορροπίες. ~ά: οφέλη/παιχνίδια/συμφέροντα. ● επίρρ.: γεωπολιτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. géopolitique,1924, αγγλ. geopolitical, 1902]
10434γεωπονίαγε-ω-πο-νί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Γ): ΓΕΩΠ. επιστήμη που έχει ως αντικείμενο όλες τις θεωρητικές γνώσεις και πρακτικές μεθόδους που απαιτούνται για τη συστηματική καλλιέργεια της γης, με σκοπό την παραγωγή και βελτίωση των φυτικών και ζωικών προϊόντων: ~ και αγροτική ανάπτυξη. Εφαρµογές βιοτεχνολογίας στη ~. Βλ. ζωοτεχνία. ΣΥΝ. Γεωπονική (2) [< μτγν. γεωπονία 'καλλιέργεια της γης', γαλλ. géoponie, αγγλ. geoponics]
10435γεωπονικός, ή, ό γε-ω-πο-νι-κός επίθ.: ΓΕΩΠ. που σχετίζεται με τη γεωπονία: ~ός: κλάδος. ~ή: βιοτεχνολογία/επιστήμη. ~ό: Πανεπιστήμιο. ~ές: επιχειρήσεις. ~οί και κτηνιατρικοί έλεγχοι. ● Ουσ.: Γεωπονική (η) 1. ενν. Σχολή. 2. γεωπονία. [< μτγν. γεωπονικός, γαλλ. géoponique, αγγλ. geoponic]
10436γεωπόνοςγε-ω-πό-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με αντικείμενο μελέτης τη γεωπονία: Τεχνολόγος ~. Αγρότες και ~οι. [< μτγν. γεωπόνος 'γεωργός', γαλλ. géopone]
10437γεώραμαβλ. γαιόραμα
10438γεωραντάργε-ω-ρα-ντάρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΓΕΩΦ. μέθοδος ανίχνευσης του υπεδάφους βασισμένη στην εκπομπή και λήψη ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων, με σκοπό τον εντοπισμό και τη χαρτογράφηση υπόγειων δικτύων και γεωλογικών ή ανθρωπογενών δομών καθώς και τον μη καταστροφικό έλεγχο δομικών στοιχείων κατασκευών: κεραίες (του) ~. Προσδιορισμός του βάθους του υδροφόρου ορίζοντα με ~. Το οδόστρωμα ερευνήθηκε με ~. Βλ. διασκόπηση. [< αγγλ. georadar]
10439γεωργίαγε-ωρ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΡΓ. πρωτογενής τομέας της οικονομίας ο οποίος συνδέεται με τη συστηματική καλλιέργεια της γης για την παραγωγή προϊόντων, με σκοπό την κάλυψη κυρ. διατροφικών αναγκών των ανθρώπου: αρδευόμενη/εντατική/επιστημονική/επιχειρηματική/ολοκληρωμένη/παραδοσιακή/συμβατική/συμβολαιακή ~. Εκ(βιο)μηχάνιση της ~ας. Βλ. αλιεία, δασοπονία, δενδροκομία, κηπουρική, κτηνοτροφία. ● ΣΥΜΠΛ.: βιολογική/βιώσιμη/οικολογική/οργανική γεωργία/καλλιέργεια: ΓΕΩΠ. μέθοδος παραγωγής προϊόντων που αποκλείει ή αποφεύγει τη χρήση συνθετικών ουσιών (φυτοφαρμάκων) και τις γενετικές τροποποιήσεις και ακολουθεί παραδοσιακές γεωργικές πρακτικές (αμειψισπορά) ή σύγχρονες που δεν επιβαρύνουν το περιβάλλον. Πβ. βιο-δυναμική, -καλλιέργεια. Βλ. αειφορία, φυσική καλλιέργεια. [< αγγλ. organic farming] [< αρχ. γεωργία ‘καλλιέργεια, αγροτική εκμετάλλευση’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.