Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [11300-11320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
10417γεώμηλογε-ώ-μη-λο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ΒΟΤ. πατάτα. [< γαλλ. pomme de terre]
10418γεωμορφέςγε-ω-μορ-φές ουσ. (θηλ.) (οι): ΓΕΩΜΟΡΦ. φυσικοί σχηματισμοί της γήινης επιφάνειας. Βλ. βουνό, λόφος.
10419γεωμορφολογίαγε-ω-μορ-φο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Γ) 1. ΓΕΩΜΟΡΦ. κλάδος που μελετά το γήινο ανάγλυφο, καθώς και τις ενδογενείς (ηφαιστειότητα, τεκτονισμός) και εξωγενείς (επίδραση αέρα, νερού) δυνάμεις που επιδρούν στη διαμόρφωσή του: εφαρμοσμένη/παράκτια/περιβαλλοντική/υποθαλάσσια ~. 2. (κατ΄επέκτ.) η μορφολογία μιας περιοχής: ~ του εδάφους. H ~ του τόπου ορίζεται από λίμνες και ψηλά βουνά. [< αγγλ. geomorphology, γαλλ. géomorphologie, 1939]
10420γεωμορφολογικός, ή, ό γε-ω-μορ-φο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΕΩΜΟΡΦ. που σχετίζεται με τη γεωμορφολογία: ~ός: χάρτης (πβ. γεωφυσικός). ~ή: εξέλιξη. ~ό: ανάγλυφο. ~οί: σχηματισμoí (λιθόσφαιρας). ~ά: χαρακτηριστικά (= γεωμορφές). [< αγγλ. geomorphological, γαλλ. geomorphologique]
10421γεωοικονομίαγε-ω-οι-κο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. κλάδος που μελετά τη δυναμική σχέση της οικονομικής δραστηριότητας με το γεωγραφικό περιβάλλον σε τοπική ή διεθνή κλίμακα: πολιτική ~. Βλ. γεω-πολιτική, -στρατηγική. [< αγγλ. geo-economics, 1981]
10422γεωοικονομικός, ή, ό γε-ω-οι-κο-νο-μι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τη γεωοικονομία: ~ά: συμφέροντα. [< αγγλ. geoeconomic]
10423γεωπαθητικός, ή, ό γε-ω-πα-θη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την γεωπαθολογία: ~ή: ακτινοβολία (= γεωακτινοβολία)/ένταση. ~ό: στρες. ~ά: πεδία. Βλ. -παθητικός. ΣΥΝ. γεωπαθογόνος [< αγγλ. geopathic]
10424γεωπαθογόνος, ος, ο γε-ω-πα-θο-γό-νος επίθ.: γεωπαθητικός: ~οι: κόμβοι. ~ες: ακτινοβολίες/ζώνες. Βλ. -γόνος, γεω-.
10425γεωπαθολογίαγε-ω-πα-θο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Γ): μελέτη της γήινης και της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας και του τρόπου που αυτές επηρεάζουν τον άνθρωπο και το περιβάλλον του. Βλ. γεω-, ραδιαισθησία, φενγκ σούι. [< αγγλ. geopathology]
10426γεωπάρκογε-ω-πάρ-κο ουσ. (ουδ.) & γεωλογικό πάρκο: ΟΙΚΟΛ. οριοθετημένη και προστατευμένη περιοχή που περικλείει σημαντικό αριθμό γεωτόπων με γεωλογικό και ενίοτε αρχαιολογικό, οικολογικό, ιστορικό ή πολιτιστικό ενδιαφέρον, μέσα στην οποία είναι δυνατόν να αναπτυχθούν οικονομικές δραστηριότητες στα πλαίσια της αειφόρου ανάπτυξης: ~ απολιθωμένου δάσους. ~α και γεωτουρισμός/περιβαλλοντική εκπαίδευση. Βλ. δρυμός. [< αγγλ. geopark]
10427γεωπεριβάλλονγε-ω-πε-ρι-βάλ-λον ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΛ. το ανώτερο τμήμα της λιθόσφαιρας με το οποίο έρχεται σε άμεση επαφή ο άνθρωπος και το οποίο επηρεάζει τις συνθήκες ύπαρξης και ανάπτυξης της ανθρώπινης κοινωνίας. [< αγγλ. geoenvironment]
10428γεωπεριβαλλοντικός, ή, ό γε-ω-πε-ρι-βαλ-λο-ντι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με το γεωπεριβάλλον: Γεωτεχνική και ~ή Μηχανική. [< αγγλ. geoenvironmental]
10429γεωπληροφορίαγε-ω-πλη-ρο-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. γεωγραφική πληροφορία η οποία προκύπτει από την ψηφιακή αξιοποίηση γεωγραφικών δεδομένων. [< αγγλ. geoinformation]
10430γεωπληροφορικήγε-ω-πλη-ρο-φο-ρι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Γ): ΠΛΗΡΟΦ. κλάδος με αντικείμενο την ανάπτυξη και αξιοποίηση τεχνολογιών πληροφορικής για τη συλλογή, διαχείριση, μοντελοποίηση και οπτικοποίηση χωροχρονικών δεδομένων, με στόχο την αντιμετώπιση των προβλημάτων της γεωγραφίας, των γεωεπιστημών και των σχετικών κλάδων της μηχανολογίας: Εφαρμοσμένη ~. Βλ. ανθρωπογεωγραφία, Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών (ακρ. ΓΣΠ), τζι πι ες. [< αγγλ. geoinformatics]
10431γεωπληροφορικός, ή, ό γε-ω-πλη-ρο-φο-ρι-κός επίθ.: ΠΛΗΡΟΦ. που σχετίζεται με τη γεωπληροφορική: ~ός: σταθμός. ~ές: τεχνικές. ~ά: δεδομένα/συστήματα. ● Ουσ.: γεωπληροφορικός (ο/η): ειδικός στη γεωπληροφορική: ~-Τοπογράφος.
10432γεωπολιτικήγε-ω-πο-λι-τι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Γ): ΠΟΛΙΤ. ο συνδυασμός των γεωγραφικών, δημογραφικών, οικονομικών και πολιτικών παραγόντων που επηρεάζουν μια περιοχή ή ένα έθνος και διαμορφώνουν την εξωτερική πολιτική του· η μελέτη της σχέσης τους· η σχετική κυβερνητική πολιτική: η ~ του πετρελαίου. Άμυνα/διεθνείς ανταγωνισμοί και ~. Η ~ των ακριτικών περιοχών. Βλ. γεω-οικονομία, -στρατηγική. [< γερμ. Geopolitik, 1924, γαλλ. géopolitique, 1924, αγγλ. geopolitics, 1904]
10433γεωπολιτικός, ή, ό γε-ω-πο-λι-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τη γεωπολιτική: ~ός: κίνδυνος/ρόλος/χάρτης. ~ή: ανάλυση/αστάθεια/διάσταση/θέση/σημασία/στρατηγική. ~ό: παιχνίδι. ~οί: συσχετισμοί. ~ές: ανακατατάξεις/ανατροπές/εντάσεις/θεωρίες/ισορροπίες. ~ά: οφέλη/παιχνίδια/συμφέροντα. ● επίρρ.: γεωπολιτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. géopolitique,1924, αγγλ. geopolitical, 1902]
10434γεωπονίαγε-ω-πο-νί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Γ): ΓΕΩΠ. επιστήμη που έχει ως αντικείμενο όλες τις θεωρητικές γνώσεις και πρακτικές μεθόδους που απαιτούνται για τη συστηματική καλλιέργεια της γης, με σκοπό την παραγωγή και βελτίωση των φυτικών και ζωικών προϊόντων: ~ και αγροτική ανάπτυξη. Εφαρµογές βιοτεχνολογίας στη ~. Βλ. ζωοτεχνία. ΣΥΝ. Γεωπονική (2) [< μτγν. γεωπονία 'καλλιέργεια της γης', γαλλ. géoponie, αγγλ. geoponics]
10435γεωπονικός, ή, ό γε-ω-πο-νι-κός επίθ.: ΓΕΩΠ. που σχετίζεται με τη γεωπονία: ~ός: κλάδος. ~ή: βιοτεχνολογία/επιστήμη. ~ό: Πανεπιστήμιο. ~ές: επιχειρήσεις. ~οί και κτηνιατρικοί έλεγχοι. ● Ουσ.: Γεωπονική (η) 1. ενν. Σχολή. 2. γεωπονία. [< μτγν. γεωπονικός, γαλλ. géoponique, αγγλ. geoponic]
10436γεωπόνοςγε-ω-πό-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με αντικείμενο μελέτης τη γεωπονία: Τεχνολόγος ~. Αγρότες και ~οι. [< μτγν. γεωπόνος 'γεωργός', γαλλ. géopone]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.