| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10440 | γεωργικός | , ή, ό γε-ωρ-γι-κός επίθ.: ΓΕΩΡΓ. που σχετίζεται με τη γεωργία: ~ός: εκσυγχρονισμός/οικισμός/πληθυσμός/συνεταιρισμός. ~ή: ανάπτυξη/απόδοση/βιομηχανία/βιοποικιλότητα/δραστηριότητα/εντομολογία/ζώνη/επανάσταση (πβ. νεολιθική ~)/μετεωρολογία/μηχανική/οικονομία/παραγωγή/περιοχή/πολιτική/τεχνολογία/υδραυλική (βλ. άρδευση)/χημεία. ~ό: εισόδημα. ~οί: δασμοί/σύμβουλοι. ~ές: εκμεταλλεύσεις/εκτάσεις/εργασίες/καλλιέργειες. ~ά: απόβλητα/εργαλεία/μηχανήματα/προϊόντα/φάρμακα. ~ και κηπουρικός/φυτοκομικός εξοπλισμός. Πβ. αγροτικός. Βλ. κτηνοτροφικός. ● ΣΥΜΠΛ.: γεωργικά φάρμακα βλ. φάρμακο, γεωργικός ελκυστήρας βλ. ελκυστήρας [< αρχ. γεωργικός, αγγλ. agricultural] | |
| 10441 | γεωργοκτηνοτροφικός | , ή, ό γε-ωρ-γο-κτη-νο-τρο-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Βλ. αγροτικός. | |
| 10442 | γεωργοκτηνοτρόφος | γε-ωρ-γο-κτη-νο-τρό-φος ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ασκεί παράλληλα το επάγγελμα του γεωργού και του κτηνοτρόφου. Βλ. αγρότης. | |
| 10443 | γεωργοοικονομολόγος | γε-ωρ-γο-οι-κο-νο-μο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΟΙΚΟΝ. επιστήμονας ειδικευμένος στον τομέα της αγροτικής οικονομίας: γεωπόνος-~. | |
| 10444 | γεωργός | γε-ωρ-γός ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με τη γεωργία: Ο ~ θερίζει/καλλιεργεί/σπέρνει το χωράφι. Πβ. αγρότης, καλλιεργητής. Βλ. κτηνοτρόφος. [< αρχ. γεωργός] | |
| 10445 | γεωσκώληκας | γε-ω-σκώ-λη-κας ουσ. (αρσ.) & γαιοσκώληκας: ΖΩΟΛ. είδος σκουληκιού (επιστ. ονομασ. Oligochaeta lumbricus) με μακρόστενο σώμα χωρισμένο σε δακτυλίους, το οποίο ζει στο χώμα και τρέφεται με νεκρή οργανική ύλη, συντελώντας στην ανανέωση και τον εμπλουτισμό του εδάφους. Πβ. σκουληκαντέρα. Βλ. αποικοδομητής, κομποστοποίηση. [< γαλλ. ver de terre] | |
| 10446 | γεωστατική | γε-ω-στα-τι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Γ): ΓΕΩΛ. κλάδος που μελετά τη στατική της Γης. [< γαλλ. géostatique, αγγλ. geostatics] | |
| 10447 | γεωστατικός | , ή, ό γε-ω-στα-τι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με την πίεση που ασκείται από το βάρος υπερκείμενου βράχου ή παρεμφερούς μάζας: ~ή: καταπόνηση (πρανών). ~ό: πεδίο. ~ά: φορτία. ● ΣΥΜΠΛ.: γεωστατική τροχιά: ΑΣΤΡΟΝ. κυκλική τροχιά στο επίπεδο του Ισημερινού, στην οποία ένας τηλεπικοινωνιακός δορυφόρος που περιστρέφεται με την ίδια γωνιακή ταχύτητα με τη Γη, φαίνεται πως παραμένει ακίνητος. [< αγγλ. geostationary orbit, 1961] | |
| 10448 | γεωστατιστική | γε-ω-στα-τι-στι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Γ): ΣΤΑΤΙΣΤ. εφαρμογή στατιστικών τεχνικών σε γεωχωρικά δεδομένα: εφαρμοσμένη ~. [< αγγλ. geostatistics, γαλλ. géostatistique] | |
| 10449 | γεωστρατηγική | γε-ω-στρα-τη-γι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Γ): κυβερνητική πολιτική η οποία χαράσσεται βάσει του ενδιαφέροντος που παρουσιάζει μια γεωγραφική περιοχή ως προς τα συμφέροντα (οικονομικά και στρατιωτικά) και την ασφάλεια του κράτους: Η ~ μελετά συσχετισμούς δυνάμεων σε διεθνές επίπεδο. Βλ. γεω-οικονομία, -πολιτική. [< αγγλ. geostrategy, 1944, γαλλ. géostratégie, περ. 1965] | |
| 10450 | γεωστρατηγικός | , ή, ό γε-ω-στρα-τη-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη γεωστρατηγική: ~ός: έλεγχος/ρόλος. ~ή: ανάλυση/θέση (της χώρας)/κρίση/σύνθεση. ~οί: άξονες. ~ές: βλέψεις/εξελίξεις/ισορροπίες. ~ά: οφέλη/συμφέροντα. (Έργο/περιοχή) εξαιρετικής/σημαντικής/υψηλής ~ής σημασίας. Η Μεσόγειος ως ενιαίος ~ χώρος. ● επίρρ.: γεωστρατηγικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αγγλ. geostrategic(al), γαλλ. géostratégique] | |
| 10451 | γεωστροφικός | , ή, ό γε-ω-στρο-φι-κός επίθ.: ΜΕΤΕΩΡ. που σχετίζεται με τη δύναμη που ασκείται λόγω της περιστροφής της Γης: ~ός: άνεμος. ~ές: ροές. ~ά: ρεύματα. [< αγγλ. geostrophic, 1916] | |
| 10452 | γεωσύγκλινο | γε-ω-σύ-γκλι-νο ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΛ. εκτεταμένη και επιμήκης λεκάνη του γήινου φλοιού όπου αναπτύσσεται ιζηματογένεση ή και μαγματική δραστηριότητα: αλπικό ~. ~ και ηφαιστειότητα/ορογένεση. [< γαλλ. géosynclinal , αγγλ. geosynclinal] | |
| 10453 | γεωσυνθετικός | , ή, ό γε-ω-συν-θε-τι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: γεωσυνθετικά (υλικά): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. υλικά υψηλής αντοχής τα οποία χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση γεωτεχνικών προβλημάτων, επιτελώντας διάφορες λειτουργίες (αποστράγγιση, διαχωρισμό, διήθηση, ενίσχυση, προστασία). Βλ. γεω-μεμβράνη, -ύφασμα. [< αγγλ. geosynthetic] | |
| 10454 | γεώσφαιρα | γε-ώ-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. η γήινη σφαίρα και ειδικότ. το στερεό τμήμα της (φλοιός και μανδύας). Βλ. ατμό-, βιό-, λιθό-, υδρό-σφαιρα. [< γαλλ. géosphère, αγγλ. geosphere] | |
| 10455 | ΓΕΩΤ.Ε.Ε. | (το): Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας. | |
| 10456 | γεωτεκτονική | γε-ω-τε-κτο-νι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Γ): ΓΕΩΛ. τεκτονική των λιθοσφαιρικών πλακών. Βλ. γεωδυναμική. [< γερμ. Geotektonik, γαλλ. géotectonique, αγγλ. geotectonics] | |
| 10457 | γεωτεκτονικός | , ή, ό γε-ω-τε-κτο-νι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που αναφέρεται στη δημιουργία των γεωλογικών σχηματισμών (ηφαίστεια, ορεινοί όγκοι, πετρώματα) ως αποτέλεσμα της κίνησης των λιθοσφαιρικών πλακών: ~ός: χάρτης. Αλπικός ~ κύκλος. Οι ~ές ζώνες. ● επίρρ.: γεωτεκτονικά [< αγγλ. geotectonic] | |
| 10458 | γεωτεμάχιο | γε-ω-τε-μά-χι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): συνεχόμενη έκταση γης με ή χωρίς κτίσματα που αποτελεί αυτοτελές και ενιαίο ακίνητο, στο οποίο ασκούνται εμπράγματα δικαιώματα. Πβ. αγροτεμάχιο, οικόπεδο. | |
| 10459 | γεωτεχνική | γε-ω-τε-χνι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Γ): ΓΕΩΛ. τεχνική γεωλογία: περιβαλλοντική/υπολογιστική ~. [< αγγλ. geotechnics, 1927] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ