| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10460 | γεωτεχνικός | , ή, ό γε-ω-τε-χνι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με τη γεωτεχνική: ~ός: σύμβουλος/σχεδιασμός/χάρτης. ~ές: κατασκευές. Μελέτη γεωλογικής-~ής καταλληλότητας οικοπέδου. Δομικά και ~ά έργα/όργανα. ● Ουσ.: γεωτεχνικός (ο/η): επιστήμονας (γεωλόγος, γεωπόνος, δασολόγος, κτηνίατρος, ιχθυολόγος) ειδικευμένος στη Γεωτεχνική: ~-Μηχανικός. ● ΣΥΜΠΛ.: γεωτεχνική μηχανική (κ. με κεφαλ. Γ, Μ): ΜΗΧΑΝ. κλάδος που ασχολείται με τις εφαρμογές της γεωλογίας στη μηχανική και ιδ. με τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ του ανώτερου φλοιού της Γης και των τεχνικών έργων. [< αγγλ. geotechnic, 1914, γαλλ. géotechnique, 1967] | |
| 10461 | γεωτεχνολογία | γε-ω-τε-χνο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Γ): ΤΕΧΝΟΛ. κλάδος που ασχολείται με την εφαρμογή επιστημονικών μεθόδων και τεχνικών της Μηχανικής στην εκμετάλλευση και αξιοποίηση των φυσικών πόρων· συνεκδ. οι σχετικές σπουδές: περιβαλλοντική ~. [< αγγλ. geotechnology, 1942] | |
| 10462 | γεώτοπος | γε-ώ-το-πος ουσ. (αρσ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -όπου}: ΟΙΚΟΛ. διακριτό τµήµα της γεώσφαιρας µε ξεχωριστό γεωλογικό και γεωμορφολογικό ενδιαφέρον. Βλ. γεωπάρκο, -τοπος. [< αγγλ. geotope, γαλλ. géotope] | |
| 10463 | γεωτουρισμός | γε-ω-του-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΛ. μορφή εναλλακτικού-περιβαλλοντικού τουρισμού που αναπτύσσεται σε περιοχές με σημαντικά γεωλογικά μνημεία, τα οποία αξιοποιούνται για την προσέλκυση επισκεπτών στα πλαίσια της αειφόρου ανάπτυξης. ΣΥΝ. γεωλογικός τουρισμός. Βλ. αγρο-, οικο-τουρισμός. [< αγγλ. geotourism] | |
| 10465 | γεωτρητικός | , ή, ό γε-ω-τρη-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τη γεώτρηση: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: έρευνα. ~ές και γεωφυσικές εργασίες. Βλ. διατρητικός. | |
| 10466 | γεωτροπισμός | γε-ω-τρο-πι-σμός ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. η κατεύθυνση που παίρνουν διάφορα φυτικά όργανα κατά την ανάπτυξή τους σε σχέση με την επιφάνεια της Γης κατ' επίδραση του βαρυτικού της πεδίου: αρνητικός (: κατακόρυφη ανάπτυξη του βλαστού, απομάκρυνσή του από το έδαφος)/θετικός (: κάθετη ανάπτυξη της ρίζας, διείσδυσή της στο έδαφος) ~. Βλ. τροπισμός. [< γαλλ. géotropisme, αγγλ. geotropism] | |
| 10467 | γεωτρύπανο | γε-ω-τρύ-πα-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άνου}: ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα με το οποίο γίνονται γεωτρήσεις: πλωτό ~. Βλ. εκσκαφέας, κομπρεσέρ, τρυπάνι. [< γαλλ. tarière] | |
| 10468 | γεωύφασμα | γε-ω-ύ-φα-σμα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. φύλλο από συνθετικό υλικό με ποικίλες χρήσεις (διαχωρισμός στρώσεων από ανόμοια υλικά, φιλτράρισμα, αποστράγγιση, μηχανική προστασία, ενίσχυση-σταθεροποίηση υλικών): (μη) υφαντό ~. ~ πολυπροπυλενίου. Βλ. γεωσυνθετικά (υλικά). [< αγγλ. geotextile, γαλλ. géotextile, 1977] | |
| 10469 | γεωφυσική | γε-ω-φυ-σι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Γ): ΓΕΩΦ. επιστήμη που μελετά τις φυσικές ιδιότητες της Γης (ατμόσφαιρα, γεωθερμία, γεωμαγνητισμός, γήινο βαρυτικό πεδίο, γήινος ηλεκτρισμός, σεισμικότητα, ηφαιστειότητα): Εφαρμοσμένη/Μαθηματική/Περιβαλλοντική ~. Βλ. γεω-λογία, -χημεία. [< γαλλ. géophysique, αγγλ. geophysics] | |
| 10470 | γεωφυσικός | γε-ω-φυ-σι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με αντικείμενο μελέτης τη γεωφυσική. [< γαλλ. géophysicien, 1944, αγγλ. geophysicist, 1903] | |
| 10471 | γεωφυσικός | , ή, ό γε-ω-φυ-σι-κός επίθ. 1. ΓΕΩΜΟΡΦ. που αφορά τη μορφολογία της Γης: ~ός: χάρτης (πβ. γεωμορφολογικός). ~ό: ανάγλυφο. 2. ΓΕΩΦ. που σχετίζεται με τη γεωφυσική: ~ό: περιβάλλον. ~ές: μέθοδοι/μετρήσεις. [< γαλλ. géophysique, αγγλ. geophysical] | |
| 10472 | γεώφυτα | γε-ώ-φυ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -ύτων}: ΒΟΤ. κοινή ονομασία φυτών που διαθέτουν όργανα (βολβούς, κονδύλους, ριζώματα) κάτω από το έδαφος. Βλ. ασφόδελος, καρότο, κρεμμύδι, κυκλάμινο, πατάτα, τουλίπα. [< γαλλ. géophytes] | |
| 10473 | γεώφωνο | γε-ώ-φω-νο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονικό όργανο που ανιχνεύει δονήσεις στο έδαφος και το υπέδαφος: σεισμικό ~. ~ για ανίχνευση κοιτασμάτων πετρελαίου. Βλ. αισθητήρας, υδρόφωνο. [< αγγλ. geophone, 1919, γαλλ. géophone, 1962] | |
| 10474 | γεωχημεία | γε-ω-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Γ): ΓΕΩΧ. επιστήμη με αντικείμενο τη χημική σύσταση του φλοιού της Γης και τις μεταβολές που αυτός υφίσταται: αναλυτική/θαλάσσια/οργανική/περιβαλλοντική ~. ~ αερίων/εδαφών/ιζημάτων/πετρωμάτων/υδάτων. Βλ. γεω-λογία, -φυσική, πετροχημεία. [< γαλλ. géochimie, αγγλ. geochemistry, 1902] | |
| 10475 | γεωχημικός | , ή, ό γε-ω-χη-μι-κός επίθ.: ΓΕΩΧ. που σχετίζεται με τη γεωχημεία: ~ή: ανάλυση. ~ές: ανωμαλίες. Βλ. βιο~. [< γαλλ. géochimique, αγγλ. geochemical] | |
| 10476 | γεωχημικός | γε-ω-χη-μι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στη γεωχημεία. [< γαλλ. géochemiste, αγγλ. geochemist, 1918] | |
| 10477 | γεωχρονολόγηση | γε-ω-χρο-νο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) & γεωχρονολογία: ΓΕΩΛ. χρήση επιστημονικών μεθόδων για τον προσδιορισμό της ηλικίας των πετρωμάτων, απολιθωμάτων, ιζημάτων της Γης ή άλλων πλανητών: απόλυτη/σχετική ~. Βλ. ραδιοχρονολόγηση. [< αγγλ. geochronology, γαλλ. géochronologie, περ. 1950] | |
| 10478 | γεωχωρικός | , ή, ό γε-ω-χω-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο: ~ά: δεδομένα. Εθνική Υποδομή ~ών Πληροφοριών. | |
| 10479 | γη | [γῆ] ουσ. (θηλ.) 1. ΑΣΤΡΟΝ. (κ. με κεφαλ. Γ) ο τρίτος από τον Ήλιο πλανήτης του ηλιακού συστήματος, ο οποίος βρίσκεται ανάμεσα στον Άρη και την Αφροδίτη και χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη ζωής: ατμόσφαιρα/βιοποικιλότητα/δημιουργία/διάμετρος/δομή/επιφάνεια/εσωτερικό/ηλικία/ημισφαίρια/θερμοκρασία/κέντρο/κλίμα/μάζα/μανδύας/περιστροφή/πόλοι/πόροι (βλ. ορυκτός πλούτος)/πυρήνας/σύσταση/σφαιρικότητα/σχήμα (βλ. ελλειψοειδής)/τροχιά/φλοιός της Γης. Το βαρυτικό/μαγνητικό πεδίο της Γης. Η απόσταση του Ήλιου από τη ~. Αστροναύτης/διαστημόπλοιο/δορυφόρος που επέστρεψε στη ~. Οι εύκρατες/πολικές/τροπικές ζώνες της Γης. Ο δορυφόρος της Γης (: η Σελήνη). (Παγκόσμια) Ημέρα της Γης. Καταστροφή του πλανήτη Γη. Πβ. γήινη σφαίρα, υδρόγειος. 2. έδαφος, χώμα: άγονη/αμμώδης/άνυδρη/γόνιμη/εύφορη ~. Η καλλιέργεια/οι καρποί/η φροντίδα της γης.|| Γλώσσα γης (: τμήμα ξηράς που εισχωρεί στη θάλασσα). 3. τόπος, περιοχή: αττική/ελληνική/θρακική/κρητική/πατρική ~. ~ των προγόνων. Βλ. πατρίδα.|| (μτφ.) Μάνα-/μητέρα-~ (: η κοινή μητέρα, η πηγή ζωής). 4. εδαφική έκταση, κτήμα: αγροτική/αξιοποιήσιμη/γεωργική/δασική/δημόσια/έρημη/κοινόχρηστη/κρατική/οικοδομήσιμη ~. Εκτάσεις/κομμάτι/στρέμμα/τεμάχιο/χρήση γης. Αγοράζω/κατέχω ~. Αναδασώνουν την καμένη ~. Αναδασμός/αναδιανομή/απαλλοτρίωση/αξία/διάθεση/διαχείριση/ενοικίαση/ιδιοκτησία (= γαιοκτησία)/κατάληψη/καταπάτηση/πώληση της γης. Πβ. γαίες. Βλ. αγροτεμάχιο, χωράφι.|| Δύο/λίγα μέτρα γης (: ο τάφος). 5. ανθρωπότητα, κόσμος, οικουμένη: πολίτες της Γης (πβ. κοσμοπολίτης). Οι ισχυροί/τα κράτη/οι λαοί/ο πληθυσμός της γης.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Επί γης ειρήνη (: ο επίγειος κόσμος). ● ΣΥΜΠΛ.: Γη της Επαγγελίας (ΠΔ) (μτφ.): χώρα ή περιοχή που προσφέρει πλούτο και ευδαιμονία: Μετανάστες που αναζητούν τη ~ ~., γενέθλια γη βλ. γενέθλιος, η Ώρα της Γης βλ. ώρα, θηραϊκή γη βλ. θηραϊκός, καμένη γη βλ. καίω, μαγνητικός άξονας της Γης βλ. άξονας, μαύρη γη βλ. μαύρος, ξένη γη βλ. ξένος, Χάρτα της Γης βλ. χάρτα ● ΦΡ.: γη και ύδωρ (μτφ.-λόγ.): για να δηλωθεί απόλυτη υποταγή, ολοκληρωτική παράδοση: Δίνει ~ ~, για να κερδίσει την εύνοια των άλλων. , όπου γης: σε οποιοδήποτε μέρος της Γης, σε όλο τον κόσμο, οπουδήποτε: οι Έλληνες ~ ~ (= οι απανταχού Έλληνες)., όπου γης (και) πατρίς & (σπάν.) όπου γη (και) πατρίς: όταν κάποιος αισθάνεται σαν πατρίδα του τον εκάστοτε τόπο διαμονής του· κατ' επέκτ. για την ικανότητα προσαρμογής σε νέο τόπο: Πάντα υπήρξε πολίτης του κόσμου· ~ ~., όσο απέχει ο ουρανός από τη γη: για πολύ μεγάλη απόσταση ή κυρ. τεράστια διαφορά., πατάω (γερά) στη γη (μτφ.): αντιμετωπίζω την πραγματικότητα με ρεαλισμό: ~ ~ και έχω επίγνωση των δυνατοτήτων μου. ΑΝΤ. πετάει/ζει/βρίσκεται στα σύννεφα, άνοιξε η γη και τον κατάπιε/λες και τον κατάπιε η γη/σαν να τον κατάπιε η γη βλ. καταπίνω, απανταχού της Γης/της οικουμένης βλ. απανταχού, από προσώπου γης/από το πρόσωπο της γης βλ. πρόσωπο, γης Μαδιάμ βλ. Μαδιάμ, για όλο το χρυσάφι του κόσμου βλ. χρυσάφι, η γη/το έδαφος χάνεται/φεύγει/υποχωρεί/γλιστράει/τρίζει κάτω από τα πόδια μου βλ. έδαφος, κινώ γη και ουρανό βλ. κινώ, ν' ανοίξει/ν' άνοιγε η γη (και) να με καταπιεί βλ. ανοίγω, ο ομφαλός της Γης βλ. ομφαλός, σε όλα τα μήκη και (τα) πλάτη (της Γης) βλ. μήκος, στην άκρη/στα/ως τα πέρατα του κόσμου/της γης βλ. κόσμος, στον ουρανό το(ν) γύρευα/έψαχνα (και) στη γη το(ν) βρήκα βλ. γυρεύω, το αλάτι/το άλας της γης/της ζωής βλ. άλας ● βλ. γαία [< αρχ. γῆ] | |
| 10480 | γη- & γή- | (σπάν.): το ουσιαστικό γη ως α' συνθετικό: γη-γενής. Γή-λοφος/~πεδο. Βλ. γαιο-, γεω-. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ