| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10457 | γεωτεκτονικός | , ή, ό γε-ω-τε-κτο-νι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που αναφέρεται στη δημιουργία των γεωλογικών σχηματισμών (ηφαίστεια, ορεινοί όγκοι, πετρώματα) ως αποτέλεσμα της κίνησης των λιθοσφαιρικών πλακών: ~ός: χάρτης. Αλπικός ~ κύκλος. Οι ~ές ζώνες. ● επίρρ.: γεωτεκτονικά [< αγγλ. geotectonic] | |
| 10458 | γεωτεμάχιο | γε-ω-τε-μά-χι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): συνεχόμενη έκταση γης με ή χωρίς κτίσματα που αποτελεί αυτοτελές και ενιαίο ακίνητο, στο οποίο ασκούνται εμπράγματα δικαιώματα. Πβ. αγροτεμάχιο, οικόπεδο. | |
| 10459 | γεωτεχνική | γε-ω-τε-χνι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Γ): ΓΕΩΛ. τεχνική γεωλογία: περιβαλλοντική/υπολογιστική ~. [< αγγλ. geotechnics, 1927] | |
| 10460 | γεωτεχνικός | , ή, ό γε-ω-τε-χνι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με τη γεωτεχνική: ~ός: σύμβουλος/σχεδιασμός/χάρτης. ~ές: κατασκευές. Μελέτη γεωλογικής-~ής καταλληλότητας οικοπέδου. Δομικά και ~ά έργα/όργανα. ● Ουσ.: γεωτεχνικός (ο/η): επιστήμονας (γεωλόγος, γεωπόνος, δασολόγος, κτηνίατρος, ιχθυολόγος) ειδικευμένος στη Γεωτεχνική: ~-Μηχανικός. ● ΣΥΜΠΛ.: γεωτεχνική μηχανική (κ. με κεφαλ. Γ, Μ): ΜΗΧΑΝ. κλάδος που ασχολείται με τις εφαρμογές της γεωλογίας στη μηχανική και ιδ. με τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ του ανώτερου φλοιού της Γης και των τεχνικών έργων. [< αγγλ. geotechnic, 1914, γαλλ. géotechnique, 1967] | |
| 10461 | γεωτεχνολογία | γε-ω-τε-χνο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Γ): ΤΕΧΝΟΛ. κλάδος που ασχολείται με την εφαρμογή επιστημονικών μεθόδων και τεχνικών της Μηχανικής στην εκμετάλλευση και αξιοποίηση των φυσικών πόρων· συνεκδ. οι σχετικές σπουδές: περιβαλλοντική ~. [< αγγλ. geotechnology, 1942] | |
| 10462 | γεώτοπος | γε-ώ-το-πος ουσ. (αρσ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -όπου}: ΟΙΚΟΛ. διακριτό τµήµα της γεώσφαιρας µε ξεχωριστό γεωλογικό και γεωμορφολογικό ενδιαφέρον. Βλ. γεωπάρκο, -τοπος. [< αγγλ. geotope, γαλλ. géotope] | |
| 10463 | γεωτουρισμός | γε-ω-του-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΛ. μορφή εναλλακτικού-περιβαλλοντικού τουρισμού που αναπτύσσεται σε περιοχές με σημαντικά γεωλογικά μνημεία, τα οποία αξιοποιούνται για την προσέλκυση επισκεπτών στα πλαίσια της αειφόρου ανάπτυξης. ΣΥΝ. γεωλογικός τουρισμός. Βλ. αγρο-, οικο-τουρισμός. [< αγγλ. geotourism] | |
| 10465 | γεωτρητικός | , ή, ό γε-ω-τρη-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τη γεώτρηση: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: έρευνα. ~ές και γεωφυσικές εργασίες. Βλ. διατρητικός. | |
| 10466 | γεωτροπισμός | γε-ω-τρο-πι-σμός ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. η κατεύθυνση που παίρνουν διάφορα φυτικά όργανα κατά την ανάπτυξή τους σε σχέση με την επιφάνεια της Γης κατ' επίδραση του βαρυτικού της πεδίου: αρνητικός (: κατακόρυφη ανάπτυξη του βλαστού, απομάκρυνσή του από το έδαφος)/θετικός (: κάθετη ανάπτυξη της ρίζας, διείσδυσή της στο έδαφος) ~. Βλ. τροπισμός. [< γαλλ. géotropisme, αγγλ. geotropism] | |
| 10467 | γεωτρύπανο | γε-ω-τρύ-πα-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άνου}: ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα με το οποίο γίνονται γεωτρήσεις: πλωτό ~. Βλ. εκσκαφέας, κομπρεσέρ, τρυπάνι. [< γαλλ. tarière] | |
| 10468 | γεωύφασμα | γε-ω-ύ-φα-σμα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. φύλλο από συνθετικό υλικό με ποικίλες χρήσεις (διαχωρισμός στρώσεων από ανόμοια υλικά, φιλτράρισμα, αποστράγγιση, μηχανική προστασία, ενίσχυση-σταθεροποίηση υλικών): (μη) υφαντό ~. ~ πολυπροπυλενίου. Βλ. γεωσυνθετικά (υλικά). [< αγγλ. geotextile, γαλλ. géotextile, 1977] | |
| 10469 | γεωφυσική | γε-ω-φυ-σι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Γ): ΓΕΩΦ. επιστήμη που μελετά τις φυσικές ιδιότητες της Γης (ατμόσφαιρα, γεωθερμία, γεωμαγνητισμός, γήινο βαρυτικό πεδίο, γήινος ηλεκτρισμός, σεισμικότητα, ηφαιστειότητα): Εφαρμοσμένη/Μαθηματική/Περιβαλλοντική ~. Βλ. γεω-λογία, -χημεία. [< γαλλ. géophysique, αγγλ. geophysics] | |
| 10470 | γεωφυσικός | γε-ω-φυ-σι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με αντικείμενο μελέτης τη γεωφυσική. [< γαλλ. géophysicien, 1944, αγγλ. geophysicist, 1903] | |
| 10471 | γεωφυσικός | , ή, ό γε-ω-φυ-σι-κός επίθ. 1. ΓΕΩΜΟΡΦ. που αφορά τη μορφολογία της Γης: ~ός: χάρτης (πβ. γεωμορφολογικός). ~ό: ανάγλυφο. 2. ΓΕΩΦ. που σχετίζεται με τη γεωφυσική: ~ό: περιβάλλον. ~ές: μέθοδοι/μετρήσεις. [< γαλλ. géophysique, αγγλ. geophysical] | |
| 10472 | γεώφυτα | γε-ώ-φυ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -ύτων}: ΒΟΤ. κοινή ονομασία φυτών που διαθέτουν όργανα (βολβούς, κονδύλους, ριζώματα) κάτω από το έδαφος. Βλ. ασφόδελος, καρότο, κρεμμύδι, κυκλάμινο, πατάτα, τουλίπα. [< γαλλ. géophytes] | |
| 10473 | γεώφωνο | γε-ώ-φω-νο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονικό όργανο που ανιχνεύει δονήσεις στο έδαφος και το υπέδαφος: σεισμικό ~. ~ για ανίχνευση κοιτασμάτων πετρελαίου. Βλ. αισθητήρας, υδρόφωνο. [< αγγλ. geophone, 1919, γαλλ. géophone, 1962] | |
| 10474 | γεωχημεία | γε-ω-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Γ): ΓΕΩΧ. επιστήμη με αντικείμενο τη χημική σύσταση του φλοιού της Γης και τις μεταβολές που αυτός υφίσταται: αναλυτική/θαλάσσια/οργανική/περιβαλλοντική ~. ~ αερίων/εδαφών/ιζημάτων/πετρωμάτων/υδάτων. Βλ. γεω-λογία, -φυσική, πετροχημεία. [< γαλλ. géochimie, αγγλ. geochemistry, 1902] | |
| 10475 | γεωχημικός | , ή, ό γε-ω-χη-μι-κός επίθ.: ΓΕΩΧ. που σχετίζεται με τη γεωχημεία: ~ή: ανάλυση. ~ές: ανωμαλίες. Βλ. βιο~. [< γαλλ. géochimique, αγγλ. geochemical] | |
| 10476 | γεωχημικός | γε-ω-χη-μι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στη γεωχημεία. [< γαλλ. géochemiste, αγγλ. geochemist, 1918] | |
| 10477 | γεωχρονολόγηση | γε-ω-χρο-νο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) & γεωχρονολογία: ΓΕΩΛ. χρήση επιστημονικών μεθόδων για τον προσδιορισμό της ηλικίας των πετρωμάτων, απολιθωμάτων, ιζημάτων της Γης ή άλλων πλανητών: απόλυτη/σχετική ~. Βλ. ραδιοχρονολόγηση. [< αγγλ. geochronology, γαλλ. géochronologie, περ. 1950] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ