| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10481 | γηγενής | , ής, ές γη-γε-νής επίθ. (λόγ.): ντόπιος, αυτόχθων: ~ής: πληθυσμός. ~είς: κάτοικοι/λαοί.|| (ως ουσ.) Σχέσεις μεταξύ ~ών και προσφύγων. Πβ. ιθαγενής. ΑΝΤ. έποικος, νεοφερμένος.|| ~ής: πολιτισμός. ~ής: γλώσσα/παράδοση. ~ή: στοιχεία. Πβ. εγχώριος. ΑΝΤ. αλλότριος.|| (ΒΟΤ.-ΖΩΟΛ.) ~είς: ποικιλίες. ~ή: είδη. Πβ. αυτοφυής. Βλ. -γενής. ● ΣΥΜΠΛ.: γηγενής ποδοσφαιριστής: ΑΘΛ. που κατάγεται από τη χώρα της ομάδας στην οποία αγωνίζεται ή (μτφ.) που προέρχεται από την Ακαδημία Ποδοσφαίρου της ομάδας αυτής., γηγενής θερμότητα βλ. θερμότητα [< αρχ. γηγενής] | |
| 10482 | γήινος | , η, ο γή-ι-νος επίθ. 1. που σχετίζεται με τη γη (ως πλανήτη ή ως έδαφος, ξηρά): ~oς: ισημερινός (βλ. ουράνιος)/μαγνητισμός (= γεωμαγνητισμός)/φλοιός. ~η: ακτινοβολία/ατμόσφαιρα/βαρύτητα/επιφάνεια/σφαίρα (πβ. γεώσφαιρα)/τροχιά. ~ο: (μαγνητικό) πεδίο. Βλ. διαστημικός.|| ~ο και θαλάσσιο περιβάλλον. ΣΥΝ. ηπειρωτικός, χερσαίος. 2. που έχει το καφέ χρώμα του χώματος: σκιές σε ~ους τόνους/~ες αποχρώσεις. ΣΥΝ. γεώδης (2) 3. επίγειος: ο ~ κόσμος. Τα ~α αγαθά. Πβ. εγκόσμιος, κοσμικός. Βλ. πνευματ-, υλ-ικός, φθαρτός. ΑΝΤ. ουράνιος (1) 4. (μτφ., για πρόσ.) απλός, προσιτός. ● Ουσ.: γήινος, γήινη (ο/η): κάτοικος του πλανήτη Γη. ΑΝΤ. εξωγήινος (1) [< αρχ. γήινος] | |
| 10483 | γήλοφος | γή-λο-φος ουσ. (αρσ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -όφου} (λόγ.): μικρός χωμάτινος λόφος, λοφίσκος. ΣΥΝ. μαγούλα (2), τούμπα1 (4) [< αρχ. γήλοφος ‘λόφος, ύψωμα’] | |
| 10484 | γηπεδικός | , ή, ό γη-πε-δι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με το γήπεδο (συνήθ. ποδοσφαίρου): ~ές: εγκαταστάσεις/συνθήκες. Το ~ό (πρόβλημα) μιας ομάδας (: εξασφάλιση γηπέδου).|| ~ή: βία/συμπεριφορά. ~ά: συνθήματα. ~ή ατμόσφαιρα με ιαχές και κόρνες. Βλ. αγωνιστ-, οπαδ-ικός. ΑΝΤ. εξωγηπεδικός 2. που αναφέρεται σε μεγάλο οικόπεδο (χωρίς κτίσματα): ~ή έκταση εκατό στρεμμάτων. Πβ. οικοπεδικός. | |
| 10485 | γήπεδο | γή-πε-δο ουσ. (ουδ.) {γηπέδ-ου} 1. ΑΘΛ. ειδικά διαμορφωμένος χώρος, στεγασμένος ή μη, συνήθ. με κερκίδες, για τη διεξαγωγή αθλημάτων που παίζονται με μπάλα: ανοιχτό/κλειστό ~. ~ βόλεϊ/μπάσκετ/ποδοσφαίρου/τένις/χάντμπολ. Πβ. στάδιο, τερέν. Βλ. αρένα, γυμνασ-, κολυμβη-τήριο.|| (κυρ. στο ποδόσφαιρο ή το μπάσκετ) Πηγαίνω στο ~. Επεισόδια εντός και εκτός ~ου (= αγωνιστικού χώρου). Η βία στα ~α. 2. (συνεκδ.) το σύνολο των θεατών που παρευρίσκονται στη συγκεκριμένη αθλητική εγκατάσταση κατά τη διεξαγωγή ενός αγώνα: Ξεσηκώθηκε όλο το ~. 3. (προφ.) ανοιχτή, μη οικοδομημένη έκταση γης. Πβ. αλάνα, οικόπεδο. ● Υποκ.: γηπεδάκι (το) ● Μεγεθ.: γηπεδάρα (η) [< αρχ. γήπεδον ‘κομμάτι γης, οικόπεδο, κήπος’, γαλλ. terrain] | |
| 10486 | γηπεδούχος | , α/ος, ο [γηπεδοῦχος] γη-πε-δού-χος επίθ.: ΑΘΛ. που αγωνίζεται στο γήπεδό του, εντός έδρας: ~ος: ομάδα. ~ο: σωματείο. Βλ. -ούχος1.|| (ως ουσ.) Νίκη της/του ~ου/των ~ων. Βλ. εκτός έδρας. ΑΝΤ. φιλοξενούμενος (2) | |
| 10487 | γηραιός | , ά, ό γη-ραι-ός επίθ. (λόγ.): ηλικιωμένος, γέρος: ~ός: καθηγητής (πβ. γεραρός, σεβάσμιος). (ειρων.) ~ές κυρίες. Βλ. υπέργηρος. ● ΣΥΜΠΛ.: γηραιά Αλβιών/Αλβιόνα (επίσ.-συχνά ειρων.): η Μεγάλη Βρετανία., η γηραιά ήπειρος βλ. ήπειρος [< αρχ. γηραιός] | |
| 10488 | γηραλέος | , α, ο γη-ρα-λέ-ος επίθ. & γεραλέος (λόγ.-μειωτ.): γέρος, γερασμένος: Στην εικόνα παρουσιάζεται ~ με λευκά γένια. Πβ. γηραιός, ηλικιωμένος. ΑΝΤ. νεαρός, νέος.|| ~ο: σώμα. ΣΥΝ. γέρικος. ΑΝΤ. νεανικός. Βλ. -αλέος. [< αρχ. γηραλέος, μτγν. γεραλέος] | |
| 10489 | γήρανση | γή-ραν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. προοδευτική φθορά του οργανισμού με την πάροδο της ηλικίας: βιολογική/ορμονική/πνευματική/πρόωρη/φυσιολογική ~. ~ του δέρματος/των κυττάρων/του σώματος. Σημάδια ~ης. Επιβράδυνση/καταπολέμηση της ~ης. Πβ. γέρασμα, γηρασμός. Βλ. αντι~, φωτο~. 2. (μτφ.) φθορά λόγω παλαιότητας: ~ του κτιρίου/του συστήματος. ● ΣΥΜΠΛ.: γήρανση πληθυσμού & δημογραφική/πληθυσμιακή γήρανση: ΔΗΜΟΓΡ. συνεχής αύξηση της αναλογίας των ηλικιωμένων ατόμων ως προς τον συνολικό πληθυσμό με ταυτόχρονη μείωση του ποσοστού των παιδιών και συρρίκνωση των παραγωγικών ηλικιών. Πβ. δημογραφικό (πρόβλημα). Βλ. υπογεννητικότητα., δείκτης γήρανσης: ΔΗΜΟΓΡ. αναλογία (επί τοις εκατό) του πληθυσμού άνω των εξήντα πέντε ετών προς τον πληθυσμό με ηλικία μέχρι δεκατεσσάρων ετών. Βλ. δείκτης γεννητικότητας., ενεργός γήρανση: (στην Ευρωπαϊκή Ένωση) αύξηση της μέσης ηλικίας απασχόλησης στην αγορά εργασίας, με ταυτόχρονη εξειδικευμένη αξιοποίηση της απασχόλησης των ηλικιωμένων., τεχνητή γήρανση: ΤΕΧΝΟΛ. (κυρ. στη μεταλλουργία) θερμική επεξεργασία για την αύξηση της ανθεκτικότητας υλικού. [< αγγλ. artificial ageing, 1930] [< αρχ. γήρανσις] | |
| 10490 | γήρας | [γῆρας] γή-ρας ουσ. (ουδ.) {γήρ-ατος} (επίσ.): το τελευταίο εξελικτικό στάδιο ενός οργανισμού κατά το οποίο εκδηλώνεται βιολογική φθορά, γηρατειά: πρόωρο ~. Ωριµότητα και ~. Οι ασθένειες (βλ. Αλτσχάιμερ, γεροντική άνοια)/τα προβλήματα/τα σημάδια του ~ατος. Επιβράδυνση του ~ατος. Ασφάλιση ~ατος. Πέθανε σε βαθύ ~. ΣΥΝ. γεράματα ΑΝΤ. νεότητα (1), νιάτα (1), νιότη ● ΣΥΜΠΛ.: σύνταξη γήρατος: η οποία χορηγείται σε άτομα λόγω συμπλήρωσης συγκεκριμένου ορίου ηλικίας με παράλληλη ικανοποίηση σχετικών προϋποθέσεων ασφαλιστικής εισφοράς: επικουρική/μειωμένη/πλήρης ~ ~. Δικαιούχοι ~ης ~. ● ΦΡ.: (το γήρας) ου γαρ έρχεται μόνον βλ. ου [< αρχ. γῆρας] | |
| 10491 | γηράσκω | γη-ρά-σκω ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): γερνώ. Κυρ. στη ● ΦΡ.: γηράσκω αεί διδασκόμενος (αρχαιοπρ.): όσο γερνώ μαθαίνω περισσότερα, αποκτώ μεγαλύτερη πείρα. [< αρχ. γηράσκω] | |
| 10492 | γηρασμός | γη-ρα-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): γήρανση. ΣΥΝ. γέρασμα | |
| 10493 | γηρατειά | γη-ρα-τειά ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) γερατειά (τα) ΑΝΤ. νιάτα 1. γεροντική ηλικία: πικρά/πρόωρα ~. Ασθένειες των ~ών. Δεν φοβάται τα ~. ΣΥΝ. γεράματα, γήρας 2. (συνεκδ.) ηλικιωμένοι, γέροι: τα δραστήρια/περήφανα/τιμημένα ~. [< μεσν. γηρατειά, γερατειά] | |
| 10494 | γηριατρική | γη-ρι-α-τρι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Γ): ΙΑΤΡ. κλάδος με αντικείμενο τη διάγνωση, θεραπεία και πρόληψη των ασθενειών της γεροντικής ηλικίας, καθώς και τα ειδικά προβλήματα των γηρατειών: ~ και παρηγορητική ιατρική. Βλ. γεροντολογία, ψυχο~, -ιατρική. [< αγγλ. geriatrics, 1909, γαλλ. gériatrie, 1915] | |
| 10495 | γηριατρικός | , ή, ό γη-ρι-α-τρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη γηριατρική: ~ή: κλινική/μονάδα/φροντίδα. ~ά: ιδρύματα.|| ~ή Νοσηλευτική/Ογκολογία. Βλ. γεροντολογικός, -ιατρικός. [< αγγλ. geriatric, 1926, γαλλ. gériatrique] | |
| 10496 | γηρίατρος | γη-ρί-α-τρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ειδικευμένος στη γηριατρική: γεροντολόγος-~. Βλ. -ίατρος. [< αγγλ. geriatrician, 1926, γαλλ. gériatre] | |
| 10497 | γηρο- & γηρ- | (επίσ.): λεξικό πρόθημα που αναφέρεται στα γηρατειά: γηρο-κομώ/~ψυχολογία. Γηρ-ιατρική. ● βλ. γερο- & γερό-1, γεροντο- | |
| 10498 | γηροκομείο | [γηροκομεῖο] γη-ρο-κο-μεί-ο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.-προφ.) γεροκομείο: ίδρυμα στέγασης, ιατρικής-ψυχολογικής παρακολούθησης και περίθαλψης ηλικιωμένων ατόμων: δημοτικό/εκκλησιαστικό ~. Οι τρόφιμοι του ~ου. Ίδρυση ~ων και ορφανοτροφείων (βλ. κοινωνική πρόνοια, φιλανθρωπικό ίδρυμα). Βλ. -κομείο, οικοτροφείο. ΣΥΝ. οίκος ευγηρίας [< μτγν. γηροκομεῖον] | |
| 10499 | γηροκόμος | γη-ρο-κό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που αναλαμβάνει με αμοιβή την κατ' οίκον φροντίδα ηλικιωμένου ατόμου. Βλ. αποκλειστική αδελφή/νοσοκόμα, εσωτερική, -κόμος. [< αρχ. γηροκόμος] | |
| 10500 | γηροκομώ | [γηροκομῶ] γη-ρο-κο-μώ ρ. (μτβ.) {γηροκομ-είς ... | γηροκόμ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, σπάν. μεσοπαθ.} & (προφ.) γεροκομώ: αναλαμβάνω τη φροντίδα ανήμπορου ηλικιωμένου ατόμου, συνήθ. συγγενούς. Βλ. -κομώ. [< μτγν. γηροκομῶ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ