Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [11380-11400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
10501γητειάγη-τειά ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό-λογοτ.) 1. ξόρκι, μαγγανεία: γιατροσόφια και ~ειές. Πβ. επωδή, μάγια. ΣΥΝ. γήτεμα 2. (σπάν.-μτφ.) γοητεία, έλξη. ΣΥΝ. σαγήνη [< μεσν. γητειά]
10502γήτεμαγή-τε-μα ουσ. (ουδ.) {γητέμ-ατα} (λαϊκό-λογοτ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γητεύω: φίλτρα και ~ατα. Πβ. μαγγανεία, μάγια.
10503γητευτήςγη-τευ-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. γητεύτρα} (λαϊκό-λογοτ.) 1. μάγος: ~ές αλόγων (βλ. δαμαστής). Φακίρηδες και ~ές φιδιών. 2. (μτφ.) πρόσωπο που ασκεί έντονη γοητεία. Πβ. γόης. [< μεσν. γητευτής]
10504γητεύωγη-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {γήτε-ψε κ. γήτευ-σε | σπάν. στην παθ. φωνή, γητε-μένος} (λαϊκό-λογοτ.) 1. μαγεύω: ~ει άλογα/φίδια. Βλ. δαμάζω, τιθασεύω. 2. (μτφ.) γοητεύω: Αφήγηση που ~ει τον αναγνώστη (= έλκει, θέλγει). Πολιτικός που ~ει τις μάζες (με τη ρητορεία του). Τον ~ψε (= τον έκανε να την ερωτευτεί, τον ξελόγιασε). ~μένος από την ομορφιά της φύσης (= μαγεμένος). Πβ. πλανεύω, σαγηνεύω. [< μεσν. γητεύω]
10505γι' αυτόεπίρρ.: δηλωτικό αιτίας ή σκοπού: Είμαι πολύ κουρασμένος, ~ κάνε ησυχία! Δεν ήθελα να σ' ενοχλήσω και ~/(εμφατ.) ~ και δεν σου τηλεφώνησα. Έχω πολλά σχέδια για το μέλλον, ~ χρειάζομαι τη συμπαράστασή σας. Πβ. για το(ν) λόγο αυτό, για τούτο.
10507για1 & γι’πρόθ. (συνήθ. + όν./αντων. στην αιτ.) δηλώνει 1. αιτία: Ευχαριστώ ~ το δώρο! Συγχαρητήρια ~ το πτυχίο! Μετανιώνω ~ τα λάθη μου. Σε ζηλεύουν ~ την επιτυχία σου. Θύμωσε ~ (= με) την αποτυχία μου. Φυλακίστηκε ~ χρέη (πβ. εξαιτίας, λόγω).|| Δεν πέρασε ~ δύο μονάδες (ενν. που του έλειπαν). 2. σκοπό: νομοσχέδιο ~ (= προς) ψήφιση. Πάω ~ μπάνιο/φαΐ. Διαβάζω ~ τις εξετάσεις. (σπανιότ. + ονομαστ.) Έβαλε υποψηφιότητα/πάει ~ πρόεδρος. Έκανε τα χαρτιά του ~ μόνιμος. (+ συγκρ. επίρρ.) Ήρθα από 'δω ~ πιο γρήγορα/καλά/σίγουρα. Πβ. για να.|| Δίψα/κέφι ~ ζωή. (προφ.) Πεθαίνω ~ (μια/λίγη) σοκολάτα. Τρελαίνεται ~ βιβλία. Το μηχανάκι το έχω ~ πούλημα.|| (προορισμό:) Γεννήθηκε ~ κάτι σπουδαίο. ~ ποιον είναι το γράμμα; Το πήρα/φύλαξα ~ σένα/τον εαυτό μου/πάρτη μου.|| (καταλληλότητα:) Απορρυπαντικό ~ τα πιάτα. Κρέμα ~ τα μάτια. Ποτήρια ~ κρασί (= του κρασιού). Σιρόπι ~ το βήχα. Στολή ~ καταδύσεις. Διάβαση ~ τους πεζούς. Δεν είμαι ~ τέτοια! Είναι τέλειο ~ τη δουλειά που το θέλω. Το πανί αυτό το έχω ~ τα τζάμια. 3. τόπο (κυρ. κατεύθυνση): Μόλις έφυγε ~ τον σταθμό. Το τρένο ταξιδεύει ~ (= προς) Θεσσαλονίκη. Πηγαίνουν ~ (= κατά) τη θάλασσα.|| (+ επίρρ.) ~ πού το 'βαλες; Αλλού γι΄αλλού.|| (σπανιότ. + γεν., ελλειπτ.:) Έφυγε πριν λίγο ~ της μητέρας του (ενν. το σπίτι). 4. αναφορά: ~ μένα (= σε ό,τι με αφορά) το ζήτημα έχει λήξει. Όσο ~ σένα, θα τα πούμε αργότερα. Ποια είναι η γνώμη σου/τι πιστεύεις γι' αυτό (= σχετικά με); ~ τι (= περί τίνος) πρόκειται; ~ (= κατά) τον γράφοντα, το θέμα είναι πρωτότυπο. Έμαθες τίποτα ~ τον ανιψιό σου; Έκανε εκπομπή ~ τους μετανάστες. Αρκετά ~ σήμερα! Δεν είναι εύκολο ~ εκείνον να το αποδεχτεί (= δεν του είναι εύκολο). Δεν είναι άξιοι ~ πρόκριση.|| (σύγκριση:) Είναι πολύ ώριμη ~ (= σε σχέση με) την ηλικία της. ~ αρχάριος καλά τα πήγε. 5. χρόνο: Τον ψάχναμε ~ (= επί) ώρες (: διάρκεια). ~ πρώτη φορά νιώθει δικαιωμένος. Στο φύλαξα ~ του χρόνου/όταν θα το χρειαστείς.|| (+ επίρρ.) ~ πότε μιλάς; ~ τότε που χαθήκαμε. ~ αύριο βλέπουμε/έχει ο Θεός. 6. ωφέλεια· ζημιά: δωρεά ~ (= προς) το ίδρυμα. Τηλεμαραθώνιος ~ τους σεισμοπαθείς (πβ. υπέρ). Συμβιβασμός ~ το κοινό συμφέρον (πβ. χάριν). Εγώ το λέω ~ το καλό σου. Όλα αυτά τα κάνω ~ σένα (= για χάρη σου/για το χατίρι σου). Θυσιάστηκε ~ τα παιδιά της. Πολέμησαν ~ την ελευθερία/την πατρίδα. Ζούμε ο ένας ~ τον άλλο.|| Πρόστιμο ~ τους παραβάτες. 7. αξία, αντίτιμο· ανταπόδοση· εξίσωση, συσχετισμό: Αγόρασε μετοχές ~ (= προς) δέκα ευρώ τη μία. Έδωσε την εταιρεία ~ πέντε εκατομμύρια (πβ. έναντι). Τι ζητάς γι' αυτό το τραπέζι; Το πούλησε ~ ένα κομμάτι ψωμί.|| Πώς να σε ξεπληρώσω ~ τη βοήθειά σου;|| Δουλεύω/κάνω/τρώω ~ τρεις (: όσο τρία άτομα μαζί). 8. αντικατάσταση: Θα απαντήσω εγώ ~ σένα (= στη θέση σου). Αντί ~ κλιματιστικό χρησιμοποιεί ανεμιστήρα. Μου δώσανε ντομάτες θερμοκηπίου ~ υπαίθριες. 9. γενικευμένη αναφορά (με επανάληψη του ουσ. ή του επιρρ. για έμφαση): Δεν έμεινε δέντρο ~ δέντρο από τη φωτιά. Είμαι πέρα ~ πέρα (= πλήρως) ικανοποιημένος από ... Τα έδωσε όλα ~ όλα. Ντιπ ~ ντιπ (= εντελώς) βλάκας. 10. πραγματική ή υποθετική ιδιότητα: Τον έχει/παίρνει μαζί του ~ γούρι/ξεναγό/παρέα. Έχω/χρησιμοποιώ το σαλόνι ~ γραφείο. Δεν κάνει ~ δάσκαλος. Δεν μοιάζεις ~ άρρωστος/ξένος (= με ξένο). Μας τον σύστησε ~ θείο του. Τον περάσαμε ~ γιατρό. Περνιέται ~ αυθεντία (: θεωρείται, χωρίς να είναι). Τον είχαμε/νομίζαμε ~ έντιμο άνθρωπο. Πβ. σαν, ως.|| (προληπτικά:) Πάει ~ καθηγητής πανεπιστημίου. ● ΦΡ.: για γέλια και για κλάματα βλ. γέλιο, για δεύτερη φορά βλ. δεύτερος, για καλό και για κακό βλ. καλό, για λέγε/πες βλ. λέω, για λογαριασμό (κάποιου) βλ. λογαριασμός, για μισό/για ένα λεπτό βλ. λεπτό, για πάντα βλ. πάντα, για πότε βλ. πότε, για τα καλά βλ. καλά, για τα μάτια του κόσμου βλ. μάτι, για τα πανηγύρια βλ. πανηγύρι, για την ψυχή της μάνας μου βλ. ψυχή, για την ώρα βλ. ώρα, για το θεαθήναι βλ. θεαθήναι, για το τίποτα βλ. τίποτα, για τον φόβο των Ιουδαίων βλ. Ιουδαίος, Ιουδαία, για ψύλλου πήδημα βλ. ψύλλος, είναι για τα σίδερα βλ. σίδερο, ικανός για όλα βλ. ικανός, μια (και) για πάντα βλ. πάντα, ο χρόνος δουλεύει/εργάζεται για/υπέρ/σε βάρος μας βλ. χρόνος, πάμε γι' άλλα βλ. πηγαίνω & πάω [< μεσν. για]
10508για2μόρ. (ως επιφών.) δηλώνει 1. (+ προστ.) προτροπή: (παρακίνηση:) ~ προσπάθησε ξανά!|| (ενδιαφέρον:) ~ δες/σκέψου/φαντάσου! (ειρων.) (~) να δούμε τώρα πώς θα ξεμπλέξει!|| (επίπληξη:) ~ στάσου, πήρες φόρα! ~ σύνελθε, επιτέλους/σε παρακαλώ!|| (απειλητ.) ~ μαζέψου λίγο/πρόσεχε τα λόγια σου! 2. (+ αιτ.) επίκληση στα θεία σε περίπτωση δυσάρεστης έκπληξης ή για αποτροπή: ~ (τ') όνομα του Θεού (και της Παναγίας)! Μη/Όχι, ~ το(ν) Θεό! [< μεσν. για]
10509για3σύνδ. διαζευκτικός (λαϊκό-διαλεκτ.): ή: Θα φύγουμε σήμερα ~ αύριο; Θα έρθεις μαζί μας ~ (= ή μήπως) δεν μπορείς; [< τουρκ. ya]
10510για4σύνδ. ερωτημ. (+ δεν) (λαϊκό-διαλεκτ.): γιατί: ~ δε μ' αφήνεις ήσυχη; Βγες, ~ (= αλλιώς, διαφορετικά) θα σε βγάλω εγώ. [< σύντμηση του ερωτημ. γιατί]
10511για5μόρ. (λαϊκό-διαλεκτ.): λέγεται βεβαιωτικά ή για να δηλωθεί δυσπιστία, ειρωνεία: Δεν θα φύγω ~! Βλ. ντε.|| ~ τι μας λες! Πβ. καλέ, μωρέ. [< τουρκ. ya!]
10512γιαβάς-γιαβάςγια-βάς επίρρ. (λαϊκό): σιγά-σιγά: ~ ~, όλα θα γίνουν! (ειρων.) ~ ~ (πάνε) τα έργα! [< τουρκ. yavaş]
10513γιαβρίγια-βρί ουσ. (ουδ.): μόνο στη ● ΦΡ.: γιαβρί μου/γιαβρούμ (λαϊκό-οικ.): (για να εκφραστεί στοργή σε μικρό παιδί) μωρό μου: Μην κλαις, ~! Πβ. ψυχή/ψυχούλα μου! [< τουρκ. yavru]
10514γιαγιάγια-γιά ουσ. (θηλ.) {γιαγι-άδες (σπανιότ.) γιαγι-ές} 1. η μητέρα του πατέρα ή της μητέρας κάποιου: η ~ και τα εγγόνια της. Τα παραμύθια/οι συμβουλές της ~ιάς. Βλ. παππούς, προ~.|| Οι (παραδοσιακές) συνταγές της ~ιάς. Τα γιατροσόφια των ~άδων μας. 2. (προφ.) συνήθ. ως ευγενική προσφώνηση για πολύ ηλικιωμένη γυναίκα: Κάθισε, ~, μη στέκεσαι! Βλ. μπάμπω. ● Υποκ.: γιαγιάκα (η), γιαγιούλα (η) ● ΦΡ.: αν η γιαγιά μου είχε καρούλια, (θα ήταν πατίνι/τρόλεϊ/τρένο) βλ. καρούλι [< λ. νηπιακή]
10515γιαίνωγιαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έγιανα, γιάνει, συνήθ. στο θ. του αορίστου} (λαϊκό) 1. γιατρεύω: (μτφ.) Ο χρόνος θα γιάνει τον πόνο. 2. γιατρεύομαι: (για πληγή) Θα γιάνει από μόνη της (= θα κλείσει, θα θρέψει). (για πρόσ.) Έκανε καιρό να γιάνει (= να αναρρώσει). [< μεσν. γιαίνω]
10516γιακουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. βοοειδές (επιστ. ονομασ. Bos grunniens) με μακρύ τρίχωμα και θυσανωτή ουρά που ζει στο Θιβέτ και χρησιμοποιείται κυρ. για μεταφορά φορτίων. Βλ. υποζύγιο. [< αγγλ.-γαλλ. yak]
10517γιακαράνταβλ. τζακαράντα
10518γιακάςγια-κάς ουσ. (αρσ.): τμήμα ενδύματος, (ελαφρά) υπερυψωμένο και συνήθ. γυριστό προς τα έξω, το οποίο αγκαλιάζει τον λαιμό: ανεβασμένος/γούνινος/γυριστός (βλ. ζιβάγκο)/κλασικός/όρθιος/ψηλός ~. ~ πόλο. Ο ~ της ζακέτας/της μπλούζας/του πουκαμίσου/του σακακιού. Σηκώνω τον ~ά του παλτό. Πβ. κολάρο, περιλαίμιο. ● Υποκ.: γιακαδάκι (το) ● ΦΡ.: αρπάζω/πιάνω κάποιον από τον γιακά/τον λαιμό/τα πέτα βλ. αρπάζω [< τουρκ. yaka]
10519γιαλαντζίγια-λα-ντζί επίθ. {άκλ.} (λαϊκό-ειρων.): ψεύτικος, δήθεν: ~ υποσχέσεις (= μαϊμού, μούφα). ~ επαναστάτες (πβ. του γλυκού νερού). ΑΝΤ. ορίτζιναλ ● ΣΥΜΠΛ.: ντολμαδάκια/ντολμάδες γιαλαντζί: ΜΑΓΕΙΡ. που δεν έχουν κιμά. Βλ. γιαπράκια, σαρμάδες, ορφανός. [< τουρκ. yalancι (dolma)]
10520γιαλόςγια-λός ουσ. (αρσ.) (λογοτ.): ακτή, παραλία. Πβ. αιγιαλός. ● ΦΡ.: βάρκα γιαλό (ειρων.): για να δηλωθεί τράνταγμα, ταρακούνημα· πάνω-κάτω: Το αυτοκίνητο πήγαινε ~ ~., γιαλό-γιαλό: κατά μήκος της ακρογιαλιάς, σε ρηχά θαλασσινά νερά: Η βαρκούλα πάει ~ ~. ΣΥΝ. κόστα-κόστα, ή στραβός είν' ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε (ειρων.): μοναδικοί υπεύθυνοι για μια δυσάρεστη κατάσταση είμαστε εμείς οι ίδιοι και όχι η κατάσταση., κάνε το καλό και ρίξ' το στο γιαλό (παροιμ.): ως προτροπή για ανιδιοτελή προσφορά, χωρίς να περιμένει κανείς αντάλλαγμα. [< μεσν. γιαλός]
10521γιανγκουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΙΛΟΣ. η αρσενική, ενεργός κοσμολογική αρχή στην κινεζική δυϊστική φιλοσοφία (σε συμπληρωματική και αντιθετική σχέση με το γιν), η οποία αντιπροσωπεύει την κίνηση, την επιθετικότητα, την πρωτοβουλία, τη δημιουργικότητα, την τόλμη, το φως, τη λαμπρότητα, τη φωτιά, το θερμό και το σκληρό. ● ΣΥΜΠΛ.: γιν γιανγκ: σύμβολο που αποτελείται από έναν κύκλο, ο οποίος διαιρείται σε δύο καμπυλωτά μέρη, ένα λευκό που συμβολίζει την ενέργεια γιανγκ και ένα μαύρο που αντιστοιχεί στην ενέργεια γιν. Βλ. ταό. [< αγγλ.-γαλλ. yang]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.