| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10522 | γιάνκης | γιάν-κης ουσ. (αρσ.) {-ηδες} (κ. με κεφαλ. Γ): (μειωτ.) Αμερικανός. [< αμερικ. yankee] | |
| 10523 | Γιάννης | Γιάν-νης κύριο όν. (αρσ.): κοινό ανδρικό όνομα. ● ΦΡ.: ακόμη δεν τον είδαμε (και) Γιάννη τον βαφτίσαμε/τον εβγάλαμε (παροιμ.): για βιαστική και επιπόλαιη εξαγωγή συμπερασμάτων ή διατύπωση γνώμης σε θέμα με αβέβαιη έκβαση., Γιάννης κερνά(ει), Γιάννης πίνει (παροιμ.): για ενέργειες που αποσκοπούν σε προσωπικό όφελος με καταχρηστική εκμετάλλευση της ισχυρής ή πλεονεκτικής θέσης που έχει κάποιος., όχι Γιάννης, Γιαννάκης & δεν είναι Γιάννης, είναι Γιαννάκης: για κάτι που επιχειρείται να παρουσιαστεί ως διαφορετικό, ενώ στην πραγματικότητα δεν διαφέρει καθόλου ή διαφέρει ελάχιστα. Πβ. άλλαξε ο Μανολιός κι έβαλε/και φόρεσε τα ρούχα (του) αλλιώς., πότε ο Γιάννης δεν μπορεί, πότε ο κώλος του πονεί (παροιμ.): για πρόσωπο που φέρνει διαρκώς δικαιολογίες, προκειμένου να μην κάνει κάτι ή να αποφύγει μια υποχρέωση., σπίτι χωρίς Γιάννη προκοπή δεν κάνει (παροιμ.): ως έπαινος των ικανοτήτων κάποιου με το συγκεκριμένο όνομα., -Τι κάνεις, Γιάννη; -Κουκιά σπέρνω (παροιμ.): για ασυνεννοησία μεταξύ προσώπων., τι 'χες Γιάννη, τι 'χα πάντα! (παροιμ.): για αρνητική κατάσταση που επαναλαμβάνεται ή μένει στάσιμη, χωρίς να αλλάζει προς το καλύτερο., να σε κάψω Γιάννη (μου), να σ' αλείψω λάδι/μέλι βλ. μέλι, σαράντα πέντε Γιάννηδες, ενός κοκόρου γνώση βλ. κόκορας, φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό το Γιάννη βλ. θεριό [< μεσν. Γιάννης]Σ | |
| 10524 | Γιαννιτσιώτης, Γιαννιτσιώτισσα | Γιαν-νι-τσιώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τα Γιαννιτσά. | |
| 10525 | Γιαννιώτης, Γιαννιώτισσα | Γιαν-νιώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τα Γιάννενα (Ιωάννινα). [< μεσν. Γιαννινιώτης] | |
| 10526 | γιαννιώτικος | , η, ο γιαν-νιώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τα Γιάννενα (Ιωάννινα) ή/και τους Γιαννιώτες. | |
| 10527 | γιάντες | γιά-ντες ουσ. (ουδ. + θηλ.) (το/οι) {άκλ.} (παλαιότ.): παιχνίδι μνήμης για δύο παίκτες που παιζόταν με το διχαλωτό κοκαλάκι από το στήθος του κοτόπουλου. [< τουρκ. yâdes] | |
| 10528 | γιαουρτάς | για-ουρ-τάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-παλαιότ.): παρασκευαστής και πλανόδιος πωλητής γιαουρτιού. Βλ. -άς, γαλατάς. | |
| 10529 | γιαούρτι | για-ούρ-τι ουσ. (ουδ.) {γιαουρτ-ιού} & (επίσ.) γιαούρτη (η): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γαλακτοκομικό προϊόν με κρεμώδη υφή, υπόξινη γεύση και υψηλή θρεπτική αξία, το οποίο παράγεται από την πήξη νωπού γάλακτος που έχει υποστεί ζύμωση μέσω της προσθήκης οξυγαλακτικών βακτηρίων (Lactobacillus bulgaricus και Streptococcus thermophilus): αγελαδινό/βιολογικό/ζωντανό/κατσικίσιο/παραδοσιακό/πρόβειο/στραγγιστό ~. Άπαχο ~/~ με χαμηλά λιπαρά (0% ή 2%)/~ διαίτης. ~ πλήρες. ~ σακούλας. ~ με δημητριακά/μέλι (και καρύδια)/φρούτα. ~ σε πήλινο. Ένα κεσεδάκι/κυπελλάκι ~. Πέτσα ~ιού. Επιδόρπια/προβιοτικό ρόφημα ~ιού. Καλλιέργεια ~ης. Βλ. αριάνι, γαλακτική ζύμωση, ξινόγαλο, τυρί.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Σάλτσα ~ιού. Κεμπάπ/ντολμαδάκια με ~. Βλ. τζατζίκι. ● Υποκ.: γιαουρτάκι (το) ● ΦΡ.: όποιος καεί/κάηκε στον/με τον χυλό, φυσάει και το γιαούρτι βλ. χυλός, παίρνω κάποιον με τις λεμονόκουπες/τις ντομάτες/τα γιαούρτια/τ' αβγά βλ. παίρνω [< βλάχικο yaurt < τουρκ. yoğurt] | |
| 10530 | γιαουρτλού | για-ουρ-τλού ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό της ανατολίτικης κουζίνας που φτιάχνεται από κεμπάπ, σουτζουκάκια ή ψιλοκομμένο κρέας πάνω σε ψημένη πίτα με γιαούρτι και σάλτσα ντομάτας: ~ πολίτικο. [< τουρκ. yoğurtlu] | |
| 10531 | γιαουρτόπιτα | για-ουρ-τό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. γλυκό του ταψιού με βασικό συστατικό το γιαούρτι: ~ σιροπιαστή. Βλ. -πιτα. | |
| 10532 | γιαούρτωμα | για-ούρ-τω-μα ουσ. (ουδ.) {γιαουρτώμ-ατος | -ατα} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γιαουρτώνω: γιουχαΐσματα και ~ατα. Δέχτηκε/έφαγε ~ (από διαδηλωτή). Βλ. μπουγέλωμα.Α | |
| 10533 | γιαουρτώνω | για-ουρ-τώ-νω ρ. (μτβ.) {γιαούρτω-σα, -θηκε, -μένος} (προφ.): πετώ γιαούρτι σε κάποιον ως ένδειξη έντονης αποδοκιμασίας. Βλ. αλευρώνω, παίρνω κάποιον με τις λεμονόκουπες/τις ντομάτες/τα γιαούρτια/τ' αβγά. | |
| 10534 | γιάπης | γιά-πης ουσ. (αρσ.) {-ηδες | σπανιότ. θηλ. γιάπισσα} (ειρων.): νεαρής συνήθ. ηλικίας στέλεχος ή υπάλληλος μεγάλης επιχείρησης ο οποίος κυκλοφορεί καλοντυμένος και χαρακτηρίζεται από υπέρμετρη επαγγελματική φιλοδοξία, τάσεις κοινωνικής επίδειξης και υλιστικό τρόπο ζωής: χρηματιστές και ~ηδες. [< αμερικ. ακρ. yuppie < Young urban professional + ie, κατά το hippie, 1980] | |
| 10535 | γιαπί | για-πί ουσ. (ουδ.) {-ιά} (προφ.): μισοτελειωμένη οικοδομή, συνήθ. στο στάδιο των μπετών· γενικότ. οίκημα ή χώρος ατακτοποίητος, ανοργάνωτος: Το νοσοκομείο έμεινε ~.|| (μειωτ.) Εγώ δεν μένω σ' αυτό το ~. Πβ. αχούρι, μπάχαλο. Βλ. καρα~. [< τουρκ. yapι] | |
| 10536 | γιάπικος | , η, ο γιά-πι-κος επίθ. (προφ.-ειρων.): που σχετίζεται με τους γιάπηδες. Βλ. κυριλέ. | |
| 10537 | γιαπράκια | για-πρά-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. γιαπράκι} (διαλεκτ.): ΜΑΓΕΙΡ. (κυρ. στη μακεδονική και μικρασιατική κουζίνα) ντολμάδες με κιμά. Βλ. ντολμαδάκια/ντολμάδες γιαλαντζί. ΣΥΝ. σαρμάδες [< τουρκ. yaprak] | |
| 10538 | γιαπωνέζικος | , η, ο βλ. ιαπωνικός | |
| 10539 | Γιαπωνέζος, Γιαπωνέζα | βλ. Ιάπωνας | |
| 10540 | γιάρδα | γιάρ-δα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} & (λόγ.) υάρδα: ΜΕΤΡΟΛ. (στο βρετανικό και αμερικανικό σύστημα) μονάδα μήκους ίση με 0,914 μέτρα. Βλ. ίντσα, πόδι. [< αγγλ. yard] | |
| 10541 | γιαρμάς | γιαρ-μάς ουσ. (αρσ.) {-άδες} & (προφ.) γερμάς: ποικιλία μεγάλου ροδάκινου με μαλακή, αρωματική κίτρινη σάρκα· καταχρ. ροδάκινο. Βλ. νεκταρίνι. [< τουρκ. yarma] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ