| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10542 | γιασεμί | για-σε-μί ουσ. (ουδ.) {γιασεμ-ιού}: ΒΟΤ. αναρριχώμενος, αειθαλής, καλλωπιστικός θάμνος (επιστ. ονομασ. Jasminum Gradiflorum) με πολύ αρωματικά, κυρ. λευκά άνθη, τα οποία χρησιμοποιούνται στην αρωματοποιία· συνεκδ. το αντίστοιχο άνθος. Βλ. αγιόκλημα, φούλι. ● Υποκ.: γιασεμάκι (το) [< μεσν. γιασεμί] | |
| 10543 | γιαταγάνι | για-τα-γά-νι ουσ. (ουδ.): ΙΣΤ. (κυρ. κατά την περίοδο της Επανάστασης του 1821) είδος σπαθιού με πλατιά και καμπυλωτή λεπίδα. Πβ. πάλα, χαντζάρι. Βλ. καριοφίλι, κουμπούρα. [< τουρκ. yatağan] | |
| 10544 | γιατάκι | για-τά-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παρωχ.) 1. στρώμα, κρεβάτι. 2. κατάλυμα, καταφύγιο. [< τουρκ. yatak] | |
| 10545 | γιατί | για-τί σύνδ. 1. για ποιο λόγο, σκοπό: (σε ευθεία ερώτηση) ~/μα ~/~ άραγε ήρθε; ~ (ενν. συμβαίνουν) όλα αυτά; -Έλα εδώ! -~;|| (σε πλάγια ερώτηση) Μπορείς να μου εξηγήσεις ~ φέρεσαι έτσι; Αναρωτιέμαι/πες μου ~ το έκανες. 2. επειδή, διότι: (σε αιτιολογική πρόταση) Εκνευρίστηκε/στενοχωρήθηκε, ~ του μίλησε άσχημα. (απειλητ.) Κάτσε καλά, ~ (= αλλιώς, διαφορετικά) σε σκότωσα! (παρενθετικά) Του είπα, ~ πού να το φανταστώ ότι δεν το 'ξερε, να ... (παρατακτικά) Δεν πρόκειται να εκδώσει το βιβλίο του· ~, βέβαια, πού θα βρει τα λεφτά; ● Ουσ.: γιατί (το) 1. λόγος, αιτία: Μη ρωτάς το ~ δεν τηλεφώνησα. Έφυγε χωρίς να ξέρω το ~. 2. ερώτημα, απορία: αναπάντητα ~. Μένει ένα μεγάλο ~. ● ΦΡ.: να (λοιπόν) γιατί ... (προφ.-εμφατ.): (ως επεξήγηση των προαναφερθέντων) αυτός είναι ο λόγος που ... : ~ ~ δεν αισιοδοξώ., δεν βλέπω (τον λόγο) γιατί βλ. βλέπω, το πώς και το γιατί βλ. πώς [< μεσν. γιατί] | |
| 10546 | γιατρειά | για-τρει-ά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. θεραπεία: ~ της αρρώστιας. Δεν υπάρχει ελπίδα ~άς. Ασθένεια χωρίς ~/που δεν έχει/δεν παίρνει ~ (= ανίατη). Πβ. ίαση. ΣΥΝ. γιάτρεμα 2. (μτφ.) ανακούφιση, παρηγοριά: ~ στον πόνο. Ο χρόνος είναι η μόνη ~ (= βάλσαμο, γιατρικό, γιατρός, φάρμακο). [< μεσν. γιατρειά] | |
| 10547 | γιάτρεμα | γιά-τρε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γιατρεύω: ~ της πληγής. ΣΥΝ. γιατρειά (1) | |
| 10548 | γιατρεύω | για-τρεύ-ω ρ. (μτβ.) {γιάτρε-ψα, γιατρεύ-τηκα, -οντας, γιατρε-μένος} 1. αποκαθιστώ την υγεία κάποιου, θεραπεύω: Γιατροί/φάρμακα που ~ουν αρρώστους (= τους κάνουν καλά)/ασθένειες. ~τηκε από τα τραύματά του (πβ. ανα-λαμβάνω, -νήφω, -ρρώνω). Η πληγή ~τηκε (= επουλώθηκε) γρήγορα/πλήρως. Πβ. ιάται. 2. (μτφ.) ανακουφίζω, απαλύνω: Λόγια που ~ουν. Μόνο ο χρόνος θα ~ψει τις πληγές. Πβ. καταπραΰνω. Βλ. παρηγορώ. [< μεσν. γιατρεύω] | |
| 10549 | γιατρικό | για-τρι-κό ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. φάρμακο (συνήθ. σκεύασμα της λαϊκής, πρακτικής ιατρικής): ~ για τα εγκαύματα. ~ά από βότανα (= ιάματα). Πβ. γιατροσόφια. 2. (μτφ.) καθετί που ανακουφίζει από ψυχικό πόνο: ~ για τη θλίψη/τη μοναξιά. Βρίσκει καταφύγιο και ~ (= παρηγοριά) στα βιβλία της. ΣΥΝ. βάλσαμο (1), γιατρειά (2) [< μεσν. γιατρικόν] | |
| 10550 | γιάτρισσα | γιά-τρισ-σα ουσ. (θηλ.) & γιάτραινα & γιατρέσσα (λαϊκό) 1. ΕΚΚΛΗΣ. (κ. με κεφαλ. Γ) προσωνυμία της Θεοτόκου που γιατρεύει τους αρρώστους και όσους υποφέρουν: Παναγιά η ~. 2. (παλαιότ.) θεραπεύτρια: η ~ και η μαμή του χωριού. Βλ. γιατροσόφια. | |
| 10551 | γιατρός | για-τρός ουσ. (αρσ. + θηλ.), (επίσ.) ιατρός, (λαϊκό) γιατρίνα (η) 1. επιστήμονας που έχει σπουδάσει ιατρική: ειδικευόμενος/νοσοκομειακός/στρατιωτικός ~. Εφημερεύοντες ~οί. Γενικός ~. ~ καρδιολόγος/χειρουργός. ~ εργασίας (βλ. ιατρική της εργασίας). ~οί όλων των ειδικοτήτων. ~οί και ασθενείς/νοσηλευτές. Ποιος ~ σε βλέπει (= σε κουράρει); Πάω στον ~ό (: για να με εξετάσει).|| ~οί του Κόσμου/Χωρίς Σύνορα (: μη κυβερνητικές οργανώσεις). ΣΥΝ. ιατρός 2. (μτφ.) γιατρικό, βάλσαμο: Ο χρόνος είναι (ο καλύτερος) ~ (: επουλώνει τον ψυχικό πόνο). ● ΣΥΜΠΛ.: αγροτικός γιατρός βλ. αγροτικός, θεράπων/θεράποντας (γ)ιατρός βλ. θεράπων, κλινικός γιατρός βλ. κλινικός, οικογενειακός γιατρός βλ. οικογενειακός ● ΦΡ.: ένα μήλο την ημέρα το(ν) γιατρό τον κάνει πέρα βλ. μήλο, πρέπει να σε δει/να σε κοιτάξει γιατρός! βλ. βλέπω [< μεσν. γιατρός] | |
| 10552 | γιατροσόφια | για-τρο-σό-φια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. γιατροσόφι} 1. (κυρ. παλαιότ.) σκευάσματα (π.χ. από βότανα), συνταγές ή πρακτικές που χρησιμοποιούνταν στη λαϊκή ιατρική για θεραπευτικούς σκοπούς: ~ για τα καψίματα/τον πονοκέφαλο/τον πυρετό/τα τσιμπήματα. Τα ~ της γιαγιάς (: πρακτικά ~). (μειωτ.) Μην περιμένεις να γίνεις καλά με ~. Πβ. γιατρικό, ματζούνι. Βλ. φάρμακο. 2. (μτφ.-μειωτ.) ανεπαρκή, πρόχειρα μέτρα, μέσα ή ενέργειες για την αντιμετώπιση ενός προβλήματος, τα οποία στηρίζονται συνήθ. στην εμπειρία και την πρακτική και δεν έχουν επιστημονική βάση: Η ανεργία δεν αντιμετωπίζεται/γιατρεύεται/ξορκίζεται με ~. Πβ. ημίμετρα. [< μεσν. (γ)ιατροσόφι] | |
| 10553 | γιατρουδάκος | για-τρου-δά-κος ουσ. (αρσ.) & γιατρουδάκι (το) (ειρων.-μειωτ.): γιατρός συνήθ. νέος και άπειρος. Βλ. -άκος, μεγαλογιατρός. | |
| 10554 | γιάφκα | γιάφ-κα ουσ. (θηλ.): μυστικός χώρος τον οποίο χρησιμοποιούν τα μέλη παράνομης οργάνωσης, κυρ. τρομοκρατικής, για τις συναντήσεις, τον συντονισμό της δράσης και τη φύλαξη του οπλισμού τους: ~ με όπλα, ρουκέτες και χειροβομβίδες. Πβ. άντρο, κρησφύγετο, κρυψώνα, λημέρι, ορμητήριο. [< ρωσ. javka] | |
| 10555 | Γιαχβέ | βλ. Ιεχωβά | |
| 10556 | γιαχνί | για-χνί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό κατσαρόλας, συνήθ. με κρέας τσιγαρισμένο σε πολύ λάδι, με πατάτες, σάλτσα ντομάτας και μυρωδικά· ο αντίστοιχος τρόπος μαγειρέματος: Σιγοβράζουμε το ~.|| (κυρ. ως επίθ.) Γίγαντες/κολοκυθάκια/μπακαλιάρος/μπάμιες/πατάτες (πβ. μπλουμ)/σαλιγκάρια/φασολάκια ~. Βλ. τσιγαριστός. [< τουρκ. yahni] | |
| 10557 | γιαχνιστός | , ή, ό για-χνι-στός επίθ.: ΜΑΓΕΙΡ. μαγειρεμένος γιαχνί: ~ές: πατάτες. ~ά: χόρτα.|| (ως ουσ.) Τα ~ά και τα πλακί (ενν. φαγητά). | |
| 10558 | γιαχωβάς | βλ. ιεχωβάς | |
| 10559 | γίββωνας | γίβ-βω-νας ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) γίβωνας: ΖΩΟΛ. ανθρωποειδής μονογαμικός πίθηκος της ΝΑ Ασίας (οικογ. Hylobatidae) με λεπτό σώμα, μακριά δυνατά χέρια και χωρίς ουρά, ο οποίος ζει πάνω σε δέντρα. Βλ. γορίλας, ουρακοτάγκος, χιμπατζής. [< γαλλ. gibbon] | |
| 10560 | γιγα- | & γκιγκα- (σύμβ. G): ΦΥΣ. α' συνθετικό μονάδων μέτρησης που αντιπροσωπεύει το πολλαπλάσιο κατά ένα δισεκατομμύριο: ~βόλτ/~μπάιτ/~χέρτζ. Βλ. κιλο-, μεγα-. [< διεθν. giga- ] | |
| 10561 | γιγαμπάιτ | γι-γα-μπά-ιτ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & (προφ.) γκίγκα (σύμβ. GB): ΠΛΗΡΟΦ. μονάδα μέτρησης χωρητικότητας της μνήμης ίση με 230 μπάιτ ή 1.024 μεγαμπάιτ. Βλ. κιλομπάιτ. [< αμερικ. gigabyte, 1975, γαλλ. gigaoctet, 1983] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ