Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [11460-11480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
10583γιδοβοσκόςγι-δο-βο-σκός ουσ. (αρσ.): βοσκός γιδιών. Βλ. τσέλιγκας, τσοπάνης. [< μεσν. γιδοβοσκός]
10584γιδοπρόβαταγι-δο-πρό-βα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) (περιληπτ.): αιγοπρόβατα. Βλ. βοοειδή.
10585γιδόστραταγι-δό-στρα-τα ουσ. (θηλ.) & γιδόστρατο (το) (λαϊκό): στενό, δύσβατο, χωμάτινο και ανηφορικό ορεινό μονοπάτι (από το οποίο περνούν γίδια). Πβ. κατσικόδρομος.
10586γιδοτόμαρογι-δο-τό-μα-ρο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): τομάρι κατσίκας ή τράγου.
10587γιεγιέςβλ. γεγές
10588γιενβλ. γεν
10589γιέσμανγιέσ-μαν ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & γέσμαν & γιες-μαν (ειρων.): δουλοπρεπής άνθρωπος που υποτάσσεται στις εντολές ανωτέρων ή ισχυρότερων, χωρίς να προβάλλει αντίρρηση. Πβ. αυλοκόλακας, οσφυοκάμπτης. [< αμερικ. yes-man, 1912]
10590γιέτιγιέ-τι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & γέτι: μυθικό, μεγάλων διαστάσεων ανθρωποειδές που πιστεύεται ότι ζει στις κορυφές των Ιμαλαΐων. Βλ. κρυπτοζωολογία. ΣΥΝ. χιονάνθρωπος των Ιμαλαΐων [< αγγλ. yeti, 1937, γαλλ. yéti, 1956]
10591γιλέκογι-λέ-κο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) γελέκο: αμάνικο ανδρικό κυρ. ένδυμα με λαιμόκοψη, το οποίο καλύπτει την πλάτη και το(ν) θώρακα μέχρι το ύψος της μέσης και φέρει κούμπωμα στο μπροστινό του μέρος: βελούδινο/δερμάτινο ~. Επίσημο κουστούμι με ~. Βλ. ζιλέ.|| Δημοσιογραφικό/κυνηγετικό ~.|| Προστατευτικό ~. Κίτρινο/φωσφοριζέ/φωσφορούχο ~ (ασφαλείας). ~ βαρών (: για δύτες)/εργασίας/ψύχους. Μπουφάν/σωσίβιο-~. ● Υποκ.: γιλεκάκι & (λαϊκό) γελεκάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: αλεξίσφαιρο (γιλέκο) βλ. αλεξίσφαιρος [< τουρκ. yelek]
10592γινουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΙΛΟΣ. η θηλυκή, παθητική κοσμολογική αρχή στην κινεζική δυϊστική φιλοσοφία (σε συμπληρωματική και αντιθετική σχέση με το γιανγκ), η οποία αντιπροσωπεύει το σκοτάδι, τη νύχτα, την ακινησία, την παθητικότητα, τη δεκτικότητα, την υποχωρητικότητα, τα ύπουλα συναισθήματα, το ψυχρό, το αδύναμο και το απαλό. ● ΣΥΜΠΛ.: γιν γιανγκ βλ. γιανγκ [< αγγλ.-γαλλ. yin]
10593γινάτιγι-νά-τι ουσ. (ουδ.) & ινάτι (λαϊκό): πείσμα, ισχυρογνωμοσύνη· συνεκδ. ανυποχώρητη συμπεριφορά: Τον έπιασε το ~ του (= πείσμωσε). Δεν θα περάσει έτσι εύκολα το ~ του. Πβ. εγωισμός, επιμονή, πίκα.|| Άσε τα ~ια (= καμώματα)! Πβ. καπρίτσιο, τσαλίμι. ● ΦΡ.: κρατάω (κάτι) γινάτι (μτφ.): περιμένω να εκδικηθώ κάποιον που με πρόσβαλε ή με έβλαψε: Δεν τη συγχώρεσε ποτέ, της το κρατάει ακόμα ~. Πβ. μνησικακώ. ΣΥΝ. το βαστάω (σε κάποιον), το κρατάω/φυλάω (μανιάτικο), το βάζω γινάτι: το βάζω πείσμα: Το ΄βαλε ~ (: θέλει σώνει και καλά) να πετύχει!, το γινάτι βγάζει μάτι (παροιμ.): το τυφλό πείσμα βλάπτει τελικά το ίδιο το πρόσωπο που εκδηλώνει τέτοια συμπεριφορά. [< τουρκ. inat]
10595γινόμενογι-νό-με-νο ουσ. (ουδ.) {-ένου (σπάν.-προφ.) -ου}: ΜΑΘ. το εξαγόμενο του πολλαπλασιασμού: εξωτερικό/εσωτερικό ~ (διανυσμάτων). ~α κλασμάτων. Βρίσκω/υπολογίζω το ~. Βλ. πηλίκο. [< μτγν. γινόμενον]
58197Γινωμένος

, η, ο ψω-μω-μέ-νος επίθ. 1. {κυρ. στο θηλ.} (προφ.) παχουλός, στρουμπουλός, τροφαντός. 2. {συνήθ. στο αρσ.} (προφ.) γεροδεμένος, εύσωμος. 3. (λαϊκό, ιδ. για σπόρους δημητριακών) ώριμος, γινωμένος, μεστωμένος: ~α: στάχυα. Το σιτάρι είναι ~ο (ΣΥΝ. ψημένος).

10594γινωμένος

γί-νο-μαι ρ. {έγινα (λαϊκό) γίνηκα, γίνει, (λόγ.) γινόμενος, γινωμένος} & (λαϊκό) γένομαι {γενεί, γενόμενος} 1. αποκτώ μια ιδιότητα, αναπτύσσομαι, διαμορφώνομαι· μεταβάλλομαι σε κάτι διαφορετικό: Πώς ~ μέλος του φόρουμ; Μερικοί λένε ότι ο άνθρωπος γεννιέται, δεν ~εται. Πώς έγινε (= δημιουργήθηκε) το Σύμπαν; Ο ουρανός έγινε μαύρος (= μαύρισε). Εκνευρίστηκε και έγινε έξω φρενών/πυρ και μανία. Γνωριστήκαμε και γίναμε φίλοι. Τα προβλήματά του έγιναν πιο μεγάλα (= μεγάλωσαν). Τι θέλεις να γίνεις, όταν μεγαλώσεις (: για επάγγελμα); Θέλεις να γίνεις γυναίκα μου (= να με παντρευτείς); Τα αίτια της έκρηξης δεν έχουν γίνει ακόμα γνωστά (= δεν έχουν γνωστοποιηθεί). Δεν είναι πια άρρωστος, έχει γίνει καλά (= έχει γιατρευτεί, θεραπευτεί).|| Με τη δράση των ενζύμων το γάλα ~εται γιαούρτι. Πβ. αλλάζω. Βλ. ξανα~, παρα~. 2. οδηγούμαι σε μια συνήθ. αρνητική κατάσταση, καταντώ: Μη ~εσαι παιδί (= μην παιδιαρίζεις), σκέψου ώριμα. Έτσι που έγιναν (= ήρθαν) τα πράγματα, τίποτα δεν μας σώζει. Έχει γίνει έρμαιο των παθών του. Τι θα γίνουν (= απογίνουν) τα φυτά μου, αν λείψω από το σπίτι; Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς εσένα; Πβ. καταλήγω. 3. μεταβάλλομαι αριθμητικά, φτάνω σε κάποιο αριθμό: Αν γίνουμε πολλοί, θα κλείσουμε τραπέζι. Από δύο που ήμασταν γίναμε πέντε (πβ. ανέρχομαι).γίνεται 1. πραγματοποιείται, συμβαίνει: Η δειγματοληψία ~ από επίσημη Αρχή (πβ. διεξάγεται, συντελείται). ~ονται έρευνες/μελέτες/πειράματα/προγράμματα επιμόρφωσης/σχέδια. Έγινε επεισόδιο/καβγάς/μάχη/πόλεμος/σεισμός/φασαρία. Τι θα γίνει άραγε, πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα; Πβ. λαμβάνει χώρα. Βλ. ξε~. 2. δημιουργείται, κατασκευάζεται· ετοιμάζεται· (για καρπό) ωριμάζει: Η μπίρα ~ από κριθάρι. Τα παιχνίδια γίνονται από ανακυκλώσιμα υλικά.|| Το φαγητό ~.|| Τα σύκα δεν έχουν γίνει ακόμη (βλ. γινωμένος). 3. (απρόσ. + να) είναι εφικτό, μπορεί να συμβεί: Δεν ~ να έρθω σήμερα, γιατί θα λείπω. ~ να συναντηθούμε λίγο αργότερα;|| Απίστευτο; Κι όμως, ~. Αυτό δεν ~, ξέχασέ το! 4. (απρόσ. + να) είναι δυνατόν: Δεν ~ να φταίω πάντα εγώ! Πώς ~ να είσαι τόσο αδιάφορη; (: πώς μπορείς να ...).|| Δεν ~ (= δεν πρέπει) να μιλάς έτσι! ● ΦΡ.: γίνομαι θέατρο/(δημόσιο) θέαμα/τσίρκο/νούμερο (μτφ.-προφ.): γελοιοποιούμαι, εκτίθεμαι δημόσια: Σταμάτα να γίνεσαι ~! ΣΥΝ. γίνομαι ρεζίλι/ρεντίκολο (των σκυλιών)/ρόμπα (ξεκούμπωτη), δεν γίνεται τίποτα 1. δεν μπορεί να προκύψει καλό αποτέλεσμα: Με γκρίνια/χωρίς δουλειά ~ ~. 2. δεν είναι δυνατόν να δοθεί λύση σε ένα πρόβλημα: Λυπάμαι, κύριέ μου, ~ ~ για την υπόθεσή σας!, δεν έγινε (και) τίποτα (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάτι δεν είναι σοβαρό, άξιο σημασίας: Κοιτάξτε να τα βρείτε, ~ ~. Πβ. δεν χάθηκε/δεν χάλασε/δεν θα χαλάσει (κι) ο κόσμος., δεν ξέρεις τι σου γίνεται (προφ.): είσαι σε πλήρη σύγχυση, έχεις παντελή άγνοια: ~ ~, τα 'χεις χαμένα πια!|| ~ ~ από υπολογιστές. Στη χημεία δεν ξέρω τι μου ~. Πβ. έχω (μαύρα/βαθιά) μεσάνυχτα., έγινε! (προφ.-εμφατ.): εντάξει: -Θα τα πούμε το βράδυ. -~!, έγινε/γίνεται το έλα να δεις (προφ.): για μεγάλη φασαρία, αναστάτωση, σύγχυση. ΣΥΝ. έγινε κόλαση/της κολάσεως, και τι έγινε/και τι μ' αυτό; (προφ.): για δήλωση αδιαφορίας, για να υποτιμηθεί κάτι: Δεν πήγες καλά στο τεστ αλλά ~ ~; Πβ. ε, και; (ε) κι έπειτα/ύστερα; και λοιπόν; ΣΥΝ. τι σημασία έχει;, κουβέντα/λόγος να γίνεται & σε κουβέντα να βρισκόμαστε (συχνά ειρων.): για άσκοπη συζήτηση: Δεν καταλήξαμε κάπου, απλά ~ ~., ό,τι έγινε έγινε & (λόγ.) ο γέγονε γέγονε (ΚΔ): συγκαταβατικά για κάτι αρνητικό που φαίνεται ανεπανόρθωτο ή δύσκολα αναστρέψιμο: ~ ~, από εδώ και πέρα να δούμε τι θα κάνουμε ... Καλώς ή κακώς ~ ~ και δεν αλλάζει. ΣΥΝ. ό,τι έγινε/γίνεται δεν ξεγίνεται, ό,τι και να γίνει/ό,τι κι αν γίνει: ό,τι και να συμβεί, σε οποιαδήποτε περίπτωση: ~ ~, εμείς δεν το βάζουμε κάτω., πώς γίνεται/έγινε να .../και ...; (προφ.): πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει: ~ ~ να μην μπορείς να βρεις μια δουλειά; Πώς έγινε και κάναμε το ίδιο λάθος;, τι γίνεται/τι έγινε; & τι γίνεσαι; (προφ.): τι κάνεις; πώς είσαι; ~ ~, είσαι καλά; (οικ.) Τι μου γίνεσαι;, τι θα γίνει; (προφ.): για δήλωση αγανάκτησης, εκνευρισμού: ~ ~ (επιτέλους/τέλος πάντων), θα μας αφήσετε ήσυχους;, τι να γίνει;: για δήλωση συγκατάβασης, συμβιβασμού: ~ ~, δεν μπορείς να τα έχεις όλα. ~ ~, ό,τι έγινε δεν αλλάζει., ως μη γενόμενο(ς)/γενόμενη (λόγ.): σαν να μην έχει γίνει: Απέκρυψε το γεγονός και το θεώρησε ως μη γενόμενο., (γίνεται) της ανωμαλίας βλ. ανωμαλία, (κάποιος) γίνεται χαλί να τον πατήσεις βλ. χαλί, γίναμε από δυο χωριά (χωριάτες) βλ. χωριό, γίναμε μαντάρα βλ. μαντάρα, γίναμε/θα γίνουμε βίδες βλ. βίδα, γίνεται (μεγάλος/πολύς) ντόρος βλ. ντόρος, γίνεται σαλάτα βλ. σαλάτα, γίνεται της κακομοίρας βλ. κακομοίρης, γίνεται της τρελής/μουρλής/παλαβής βλ. τρελός, γίνεται το σώσε βλ. σώσε, γίνεται/γίναμε μύλος βλ. μύλος, γίνομαι άλλος άνθρωπος βλ. άνθρωπος, γίνομαι άνθρωπος/κάνω κάποιον άνθρωπο βλ. άνθρωπος, γίνομαι αντιληπτός βλ. αντιληπτός, γίνομαι ένα (με κάποιον/κάτι) βλ. ένα, γίνομαι θηρίο βλ. θηρίο, γίνομαι κακός βλ. κακός, γίνομαι κώλος βλ. κώλος, γίνομαι λιώμα βλ. λιώμα, γίνομαι μπίλιες (με κάποιον) βλ. μπίλια, γίνομαι μπουρλότο βλ. μπουρλότο, γίνομαι πύραυλος βλ. πύραυλος, γίνομαι ρεζίλι/ρεντίκολο (των σκυλιών)/ρόμπα (ξεκούμπωτη) βλ. ρεζίλι, γίνομαι σκυλί βλ. σκυλί, γίνομαι/είμαι βάρος/φόρτωμα (σε κάποιον) βλ. βάρος, γίνομαι/είμαι κομμάτια βλ. κομμάτι, γίνομαι/είμαι περδίκι βλ. περδίκι, γίνομαι/είμαι πίτα βλ. πίτα, γίνομαι/είμαι σταφίδα βλ. σταφίδα, γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι βλ. στουπί, γίνομαι/είμαι τύφλα/τάπα στο μεθύσι βλ. τύφλα, δεν υπάρχει/δεν γίνεται/δεν χωράει (καμία) σύγκριση βλ. σύγκριση, έγινα ο ίσκιος/η σκιά κάποιου βλ. ίσκιος, έγινα/γίνομαι θυσία για κάποιον βλ. θυσία, έγινε βούκινο βλ. βούκινο, έγινε διπλός/διπλάσιος βλ. διπλός, έγινε καπνός βλ. καπνός, έγινε κάρβουνο βλ. κάρβουνο, έγινε λαγός βλ. λαγός, έγινε Λούης βλ. Λούης, έγινε πραγματικότητα βλ. πραγματικότητα, έγινε/είναι σμπαράλια βλ. σμπαράλια, έχω γίνει λάστιχο βλ. λάστιχο, κάνω (κάποιον) Τούρκο/γίνομαι Τούρκος βλ. Τούρκος, Τουρκάλα, κάνω (κάποιον)/γίνομαι βαπόρι/μπαρούτι βλ. βαπόρι, κάνω (κάτι)/(κάτι) γίνεται στάχτη βλ. στάχτη, κάνω κάποιον/γίνομαι μούσκεμα/παπί/λούτσα βλ. μούσκεμα, κάνω κάποιον/γίνομαι μπαλάκι βλ. μπαλάκι, κομμάτια/τσιμέντο να γίνει βλ. κομμάτι, μένω/γίνομαι στήλη άλατος βλ. στήλη, μου γίνεται/έγινε τσιμπούρι βλ. τσιμπούρι, ντέφι να γίνει βλ. ντέφι, ό,τι έγινε/γίνεται δεν ξεγίνεται βλ. ξεγίνεται, ό,τι θέλει ας γίνει/ας γίνει ό,τι θέλει βλ. θέλω, όπερ και εγένετο βλ. όπερ, πες το κι έγινε βλ. λέω, το αίμα νερό δεν γίνεται βλ. αίμα, το πάθημα (γίνεται/μου έγινε/να σου γίνει) μάθημα βλ. πάθημα, χώμα είμαστε και χώμα θα γίνουμε βλ. χώμα ● βλ. γινωμένος [< μτγν. γίνομαι]

10596γινωμένος, η, ο γι-νω-μέ-νος επίθ. (προφ.) 1. (συνήθ. για καρπό) ώριμος και κατ' επέκτ. μαλακός, ζουμερός: ~ες: μπανάνες/ντομάτες. ~α: σύκα. Πβ. μεστός. ΑΝΤ. άγουρος.|| ~ο: ζυμάρι/προζύμι (= φουσκωμένο). ΑΝΤ. αγίνωτος (1) 2. φτιαγμένος, καμωμένος: στεφάνι ~ο από άνθη. ● βλ. γίνομαι
10597γιογιό1γιο-γιό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (οικ.): μικρό δοχείο για ούρηση και αφόδευση των παιδιών. Πβ. καθίκι, ουροδοχείο. Βλ. πάπια. [< λ. νηπιακή]
10598γιογιό2γιο-γιό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & γιο-γιο 1. παιχνίδι που αποτελείται από δύο δίσκους συνδεδεμένους με κεντρικό άξονα, γύρω από τον οποίο με την ώθηση του χεριού τυλίγεται και ξετυλίγεται σχοινί, κάνοντάς το να ανεβοκατεβαίνει. Βλ. σβούρα. 2. {ως επίθ.} (μτφ.) που παρουσιάζει αυξομείωση: (για το σωματικό βάρος:) δίαιτα/φαινόμενο ~.|| Μετοχή ~. [< γαλλ. yoyo, yo-yo, 1931]
10599γιόγκαγιό-γκα ουσ. (θηλ.): ινδικό φιλοσοφικό σύστημα που στοχεύει στην απελευθέρωση της ψυχής από το σώμα και στην ένωσή της με το απόλυτο μέσα από μια σειρά πνευματικών και σωματικών πρακτικών· οι αντίστοιχες ασκήσεις: Κάνω ~. Βλ. ασάνα, αυτοσυγκέντρωση, διαλογισμός. [< γαλλ.-αγγλ. yoga]
10600γιόγκιγιό-γκι ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ο μυημένος στη γιόγκα. Βλ. βραχμάνος, γκουρού. [< αγγλ. yogi]
10601γιοκεπιφών. (προφ.): τέλος, τίποτα, καθόλου: εισιτήρια ~ (: τελείωσαν, εξαντλήθηκαν)! Λεφτά ~! Ρεύμα ~ (: κόπηκε)! Πβ. καπούτ, πάπαλα, τέρμα. [< τουρκ. yok]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.