Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [11480-11500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
10602γιόκαςγιό-κας ουσ. (αρσ.) (χαϊδευτ.): γιος: Καλώς τον ~α μου! Μπράβο, ~α μου (= καμάρι μου). (συχνά ειρων.) Τι κάνει ο ~ σου; Πβ. κανακάρης. [< μεσν. γιόκας]
10603γιόμα1γιό-μα ουσ. (θηλ.): (στο ποδόσφαιρο) γέμισμα: ~ στην αντίπαλη περιοχή. Η ομάδα παίζει με ~ες. Βλ. καμινάδα, σέντρα, σουτ.
10604γιόμα2γιό-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.) 1. το χρονικό διάστημα ανάμεσα στο πρωί και το μεσημέρι· το μεσημέρι. Βλ. απόγιομα. 2. (κατ΄επέκτ.) κολατσιό ή μεσημεριανό (φαγητό). Βλ. δεκατιανό. [< μεσν. γιόμα]
10605γιοματάριγιο-μα-τά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): βαρελίσιο κρασί ανοιγμένο πρόσφατα και κατ' επέκτ. βαρέλι. [< μεσν. γιοματάρι]
10606γιομάτος, η, ο βλ. γεμάτος
10607γιομίζωβλ. γεμίζω
10608γιορντάνιγιορ-ντά-νι ουσ. (ουδ.): ΛΑΟΓΡ. γυναικείο κόσμημα για τον λαιμό ή το μέτωπο, αποτελούμενο από μία ή περισσότερες σειρές αλυσίδων ή κορδονιών με κρεμασμένα φλουριά ή και πετράδια, το οποίο συνόδευε τις λαϊκές φορεσιές. Πβ. κολιέ, περιδέραιο. [< τουρκ. gerdan]
57384Γιορτάζεις

, α, ικο χρο-νιά-ρης επίθ. (λαϊκό): χρονιάρικος. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: χρονιάρες μέρες (προφ.): (συνήθ. για έκφραση δυσαρέσκειας προς κάτι αταίριαστο με την περίσταση) μέρες μεγάλης θρησκευτικής γιορτής που γιορτάζονται μία φορά τον χρόνο: Μη μιλάς έτσι, έρχονται/πλησιάζουν και ~ ~! Δεν ντρέπεστε να μαλώνετε ~α ~α (βλ. χριστουγεννιάτικα); ΣΥΝ. γιορτάρες μέρες

10609γιορτάζωγιορ-τά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {γιόρτα-σα, γιορτά-σει, -στηκε, γιορτάζ-οντας} 1. έχω γιορτή ή επέτειο: Πότε ~εις (: έχεις την ονομαστική σου γιορτή); ~ει τα γενέθλιά του στις ... Αυγούστου.|| ~ει τα είκοσι χρόνια του στο τραγούδι (πβ. κλείνω). ΣΥΝ. εορτάζω 2. διασκεδάζω, γλεντώ λόγω γιορτής, επετείου ή ευχάριστου γεγονότος: Πήρα πτυχίο! Θα το ~σουμε (= θα το κάψουμε)! ~σαν την επέτειο του γάμου τους/τη νίκη της ομάδας τους (πβ. πανηγυρίζω). Θα ~σω (= θα περάσω) το Πάσχα/τα Χριστούγεννα με τους δικούς μου. Δεν θα ~σουν φέτος, λόγω πένθους.γιορτάζει: (για επίσημο φορέα, τον λαό, τους πιστούς) τιμά ένα σημαντικό ιστορικό ή θρησκευτικό γεγονός με πανηγυρικές εκδηλώσεις και τελετές: Η Εκκλησία ~ τη μνήμη του Αγίου .../την Κοίμηση της Θεοτόκου. Με λαμπρή παρέλαση ~στηκε και φέτος η εθνική επέτειος. [< μεσν. γιορτάζω]
10610γιορτάρης, α, ικο γιορ-τά-ρης επίθ. (λαϊκό): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: γιορτάρες μέρες: χρονιάρες μέρες.
10611γιορτάσιγιορ-τά-σι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): γλέντι, γιορτή. Πβ. πανηγύρι. [< μεσν. γιορτάσιν < αρχ. απαρέμφατο ἑορτάσειν]
10612γιορτασμόςβλ. εορτασμός
10613γιορταστικός, ή, ό βλ. εορταστικός
10614γιορτήγιορ-τή ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) εορτή 1. εκδήλωση με επετειακό ή ευκαιριακό χαρακτήρα και πανηγυρική συμμετοχή, συνήθ. ομαδική· κατ' επέκτ. η μέρα κατά την οποία λαμβάνει χώρα: αποχαιρετιστήρια/εθνική (: η ~ της 28ης Οκτωβρίου/της 25ης Μαρτίου· βλ. αργία)/επίσημη/λαϊκή/παιδική/σχολική/τοπική ~. Αθλητική ~ (= εκδήλωση). Η τελετή έναρξης της ~ής. Πρόσκληση σε ~. (Δι)οργανώνω/κάνω μια ~.|| (για διοργάνωση ή θεσμό:) H ~ του βιβλίου/του κρασιού/της μουσικής/της μπίρας/του ούζου. Η ~ των λουλουδιών (= Πρωτομαγιά).|| (μέρα αφιερωμένη σε κατηγορία ανθρώπων:) Η ~ της γυναίκας/των ερωτευμένων/της μητέρας/του πατέρα.|| (γλέντι:) Μετά τη νίκη ακολούθησε ~ (βλ. πανηγυρισμός). Χθες είχαμε ~ (πβ. πάρτι). Βλ. φιέστα.|| (ΑΡΧ.) Βακχικές ~ές.|| (μτφ., αναγέννηση, χαρά:) Η άνοιξη είναι η ~ της φύσης. Βλ. οικο~. 2. μέρα του εκκλησιαστικού εορτολόγιου, συμβατικά καθορισμένη, κατά την οποία τιμάται η μνήμη θρησκευτικού γεγονότος ή Αγίου και συνεκδ. η ονομαστική γιορτή: πασχαλινή/χριστουγεννιάτικη ~. H ~ της Παναγίας/των Τριών Ιεραρχών. Ανήμερα/την παραμονή της ~ής του Αγίου Δημητρίου.|| Αύριο έχει τη ~ της (= γιορτάζει). Χρόνια πολλά για τη ~ σου!γιορτές & εορτές (οι): η περίοδος των Χριστουγέννων και σπανιότ. του Πάσχα: επίδομα/ωράριο εορτών (= εορταστικό). Ενόψει των εορτών ... Το εστιατόριο λειτουργεί καθημερινά εκτός αργιών και εορτών. Πώς τα πέρασες (σ)τις ~; Οι ~ έρχονται/πέρασαν. ● Υποκ.: γιορτούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ακίνητη/σταθερή γιορτή βλ. ακίνητος, δεσποτική εορτή βλ. εορτή, θεομητορική εορτή βλ. εορτή, κινητή εορτή βλ. κινητός, ονομαστική εορτή βλ. ονομαστικός ● ΦΡ.: γιορτές/χαρές και πανηγύρια (προφ.): μεγάλη χαρά, ξεφάντωμα: Πήρε το πτυχίο του και έχουν ~ ~! Tον υποδέχτηκαν με ~ ~ (: με ενθουσιασμό). Πολύς κόσμος, φωνές ~ ~!|| Δεν έχω καμία διάθεση για ~ ~. Βλ. φανφάρα., καλές γιορτές!: ως ευχή, συνήθ. για τα Χριστούγεννα: ~ ~ και καλή χρονιά! ~ ~ με υγεία και ευτυχία!|| ~ ~ και Καλή Ανάσταση!, Κυριακή κοντή γιορτή (παροιμ.): για κάτι που θα συμβεί στο άμεσο μέλλον., μεγάλη γιορτή (μτφ.) 1. σημαντική, με ευρεία απήχηση: Η ~ ~ του Ελληνισμού/της Χριστιανοσύνης. Ο Δεκαπενταύγουστος είναι ~ ~. 2. σειρά εκδηλώσεων με σχετική διάρκεια: η ~ ~ του αθλητισμού/της μουσικής. Βλ. ιβέντ.|| (οργανωμένη δραστηριότητα με στόχο την ευρύτερη προβολή τομέα ή κίνησης:) H ~ ~ του βιβλίου/του εθελοντισμού/του πολιτισμού. [< γαλλ. grande fête] , δεν είναι κάθε μέρα τ' Άι-Γιαννιού/Πασχαλιά/Κυριακή/γιορτή βλ. Πασχαλιά2 [< μεσν. γιορτή]
10615γιορτινός, ή, ό γιορ-τι-νός επίθ. & (λόγ.) εορτινός & εόρτιος: που σχετίζεται με γιορτή: ~ός: μήνας (κυρ. ο Δεκέμβριος). ~ή: διακόσμηση. ~ό: δείπνο/κλίμα/τραπέζι. ~ές: μέρες. ~ά: τραγούδια (π.χ. κάλαντα). Χαρούμενη και ~ή ατμόσφαιρα (πβ. εορτάσιμη). Βλ. καθημερ-, πασχαλ-ινός, χριστουγεννιάτικος. ΣΥΝ. εορταστικός ● Ουσ.: γιορτινά (τα): ενν. ρούχα: Έβαλε τα ~ του. Πβ. κυριακάτικα (τα).|| (μτφ.) Η πόλη ντύθηκε στα/φόρεσε τα ~ της (: στολίστηκε), για να υποδεχτεί τον καινούργιο χρόνο. ΑΝΤ. καθημερινά (τα) ● επίρρ.: γιορτινά
10616γιοςουσ. (αρσ.): το αρσενικό παιδί (κυρ. σε σχέση με τους γονείς του): ο μεγάλος/μικρός (= βενιαμίν)/πρωτότοκος ~ (= πρωτογιός) της οικογένειας. Θετός ~ (πβ. ψυχογιός). Δίδυμοι γιοι. Πβ. αγόρι, γιόκας, κανακάρης. Βλ. θυγατέρα, κόρη, ακριβο-, μοναχο-, παρα-γιός. ΣΥΝ. υιός ● ΣΥΜΠΛ.: γιος του ανέμου βλ. άνεμος ● ΦΡ.: από πατέρα σε γιο βλ. πατέρας, κατά μάνα κατά κύρη (κατά γιο και θυγατέρα) βλ. μάνα [< μεσν. γιος -παλαιότ. ορθογρ. γυιος]
10617γιοτουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΝΑΥΤ. κότερο, θαλαμηγός. [< αγγλ. yacht]
10618γιότινγκγιό-τινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: θαλάσσιος τουρισμός που γίνεται με ενοικιασμένα ή ιδιόκτητα γιοτ. Βλ. ιστιοπλοΐα. [< αγγλ. yachting]
10622γιου-ες-μπιουσ. (ουδ.) {άκλ.} & USB: ΠΛΗΡΟΦ. δίαυλος που επιτρέπει τη σύνδεση όλων των περιφερειακών συσκευών με τον υπολογιστή: ασύρματο ~. Διεπαφή/θύρα/καλώδιο/οδηγός/πλήμνη/συνδέσεις/υποδοχές ~. ~ στικ/υψηλής ταχύτητας. [< αγγλ. Universal Serial Bus (USB), 1994]
10632γιου-πι-εςουσ. (ουδ.) & UPS & (επίσ.) σύστημα αδιάλειπτης τροφοδοσίας: ΤΕΧΝΟΛ. περιφερειακή συσκευή τροφοδοσίας του υπολογιστή σε περίπτωση διακοπής του ηλεκτρικού ρεύματος για περιορισμένο διάστημα, ώστε να προλάβει ο χρήστης να κάνει αποθήκευση των εργασιών: κεντρικό ~. Eγκατάσταση/σύνδεση ~. Λογισμικό διαχείρισης/μονάδα ~. Πβ. σταθεροποιητής τάσης. [< αγγλ. Uninterruptible Power Supply (UPS)]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.