| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10619 | γιουάν | γιου-άν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: η κινεζική νομισματική μονάδα. [< κινέζ. Yuan ‘στρογγυλός’] | |
| 10620 | γιουβαρλάκια | γιου-βαρ-λά-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. γιουβαρλάκι}: ΜΑΓΕΙΡ. μικρά, σφαιρικά κομμάτια από κιμά, ρύζι και μυρωδικά, μαγειρεμένα στην κατσαρόλα: ~ αβγολέμονο/σούπα. Βλ. κεφτές. [< τουρκ. yuvarlak] | |
| 10621 | γιουβέτσι | γιου-βέ-τσι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) γκιουβέτσι 1. ΜΑΓΕΙΡ. κοκκινιστό κρέας που έχει ψηθεί στον φούρνο μέσα σε ταψί ή πήλινο σκεύος μαζί με τη σάλτσα του, νερό και ζυμαρικά, συνήθ. κριθαράκι: αρνάκι/κατσικάκι/μοσχαράκι ~.|| Γαρίδες ~. 2. (σπάν.-συνεκδ.) το πήλινο σκεύος που προορίζεται για το ψήσιμο του συγκεκριμένου φαγητού: ~ με καπάκι (= γάστρα). ● Υποκ.: γιουβετσάκι (το) ● ΦΡ.: μια έτσι, μια γιουβέτσι/και έτσι και γιουβέτσι/τη μια έτσι (και) την άλλη γιουβέτσι (προφ.): μια έτσι, μια αλλιώς, πότε με τον ένα και πότε με τον άλλο τρόπο. [< τουρκ. güveç] | |
| 10623 | γιούζερ νέιμ | γιού-ζερ νέ-ιμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & γιουζερνέιμ (προφ.): ΠΛΗΡΟΦ. όνομα χρήστη: ~ και πάσγουορντ. Πβ. παρωνύμιο. [< αγγλ. username, 1971] | |
| 10624 | γιούζου | γιού-ζου ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. δέντρο της Α. Ασίας (οικογ. Rutaceae, γένος Citrus) και ιδ. ο μικρός σαν γκρέιπ φρουτ καρπός του: σάλτσα ~. Βλ. υπερφρούτο. [< γαλλ.yuzu, 1922, αγγλ. ~, 1977] | |
| 10625 | γιούκα | [γιοῦκα] γιού-κα ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. γένος αειθαλών, καλλωπιστικών φυτών (οικογ. Asparagaceae), με στενόμακρα, λογχοειδή και συνήθ. ακιδωτά φύλλα που σχηματίζουν θύσανο, από το κέντρο του οποίου βγαίνουν λευκά ή ροζ κωνοειδή άνθη. [< ισπ. yuca, γαλλ. yucca] | |
| 10626 | γιουκαλίλι | γιου-κα-λί-λι ουσ. (ουδ.) & ουκουλέλε & (σπάν.) γιουκαλέλι: ΜΟΥΣ. μικρή τετράχορδη χαβανέζικη κιθάρα. Βλ. χαβάγια. [< αμερικ. ukulele, γαλλ. ukulele, 1934] | |
| 10627 | γιούλια | γιού-λια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. γιούλι} (λαϊκό): ΒΟΤ. μενεξέδες, βιολέτες. Πβ. ίο(ν). | |
| 10628 | γιούλμπασι | βλ. γκιούλμπασι | |
| 10629 | γιούνισεξ | γιού-νι-σεξ επίθ. {άκλ.}: (κυρ. για ρούχα) που μπορούν να φορεθούν και από τα δύο φύλα. || (ως ουσ.) Η μόδα του ~. [< αγγλ. unisex, 1966, γαλλ. unisexe, 1970] | |
| 10630 | γιούνισεφ | βλ. UNICEF | |
| 10631 | γιούπι | γιού-πι επιφών.: δηλωτικό χαράς και ενθουσιασμού: Αρχίζουν οι διακοπές! ~! Τα καταφέραμε! ~! ΣΥΝ. ζήτω [< γαλλ. youpi, 1947] | |
| 10633 | γιούρια & γιούργια | γιού-ρια επιφών. (προφ.): για παρότρυνση προς επίθεση: ~ (= πάνω τους) και τους φάγαμε! Πβ. αέρα!|| (ως ουσ.) Έκαναν ~ (= ντου)! Πβ. γιουρούσι, επέλαση. ΣΥΝ. εμπρός (2) [< τουρκ. yürü] | |
| 10634 | γιουρο- & γιούρο- | : λεξικό πρόθημα που αναφέρεται στην Ευρώπη ή την Ευρωπαϊκή Ένωση: γιουρο-βίζιον. Γιουρο-μπάσκετ.|| Γιουρο-πόλ. Γιούρο-στατ. ● βλ. ευρω- | |
| 10635 | γιούρο1 | [γιοῦρο] γιού-ρο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (κ. με κεφαλ. Γ) (προφ.): ΑΘΛ. το Ευρωπαϊκό Κύπελλο Ποδοσφαίρου που διεξάγεται κάθε τέσσερα χρόνια μεταξύ εθνικών ομάδων: τα προκριματικά/ο τελικός του ~. Κατάκτηση του ~. Βλ. μουντιάλ. [< αγγλ. Euro] | |
| 10636 | γιούρο2 | [γιοῦρο] γιού-ρο ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (προφ.): ευρώ. [< αγγλ. euro] | |
| 10637 | γιουροβίζιον | γιου-ρο-βί-ζιον ουσ. (θηλ.) {άκλ.} (κ. με κεφαλ. Γ): ετήσιος ευρωπαϊκός διαγωνισμός τραγουδιού που μεταδίδεται ζωντανά και στον οποίο συμμετέχουν και κράτη εκτός Ευρώπης. Βλ. γιουροφάν. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. eurovision, 1951, γαλλ. ~ (Euro(pe) + (télé)vision, 1954] | |
| 10638 | γιούρογκρουπ | γιού-ρο-γκρουπ ουσ. (ουδ.) & γιουρογκρούπ: άτυπο όργανο αποτελούμενο από τους υπουργούς οικονομίας και οικονομικών των κρατών-μελών της ευρωζώνης. ΣΥΝ. ευρωομάδα [< αγγλ. Eurogroup, 1997] | |
| 10639 | Γιουρόπα Λιγκ | Γιου-ρό-πα Λιγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. ευρωπαϊκή ποδοσφαιρική διοργάνωση της ΟΥΕΦΑ που γίνεται κάθε χρόνο και στην οποία συμμετέχουν τρεις ομάδες από κάθε χώρα (η κυπελλούχος και δύο από το πρωτάθλημα), ενώ επιτρέπεται η συμμετοχή σε περισσότερες ομάδες από χώρες που βρίσκονται ψηλά στην κατάταξη της ΟΥΕΦΑ. Βλ. Τσάμπιονς Λιγκ. [< αγγλ. Europa League, 2008] | |
| 10640 | γιουροπόλ | γιου-ρο-πόλ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & γιούροπολ (κ. με κεφαλ. Γ): ευρωπόλ. Βλ. ιντερπόλ. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ