Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [11520-11540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
10641γιούροστατγιού-ρο-στατ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & γιουροστάτ (κ. με κεφαλ. Γ): η στατιστική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [< αγγλ. ακρ. Eurostat (European Statistics), 1959]
10642γιουρούσιγιου-ρού-σι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μαζική και ορμητική έφοδος, επίθεση: Ο εχθρός έκανε/εξαπέλυσε ~.|| (μτφ.) Ετοιμάζουν ~ σε παράνομες εγκαταστάσεις (ενν. οι Αρχές). Πβ. γιούρια, επέλαση, επιδρομή, εφόρμηση, ρεσάλτο. [< τουρκ. yürüyüş]
10643γιουροφάνγιου-ρο-φάν ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} (προφ.): ενθουσιώδης οπαδός, φανατικός θαυμαστής της γιουροβίζιον. [< αγγλ. eurofan]
10644γιούσουριγιού-σου-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μαύρο κοράλλι από το οποίο κατασκευάζονται χάντρες, φυλαχτά, κομψοτεχνήματα: κομπολόι από ~. [< τουρκ. yüsrü]
10645γιουσουρούμγιου-σου-ρούμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: παζάρι, υπαίθρια αγορά (κυρ. παλαιών και μεταχειρισμένων αντικειμένων). Πβ. δημοπρατήριο. [< ανθρ. (Ηλίας) Γιουσουρούμ]
10646γιουσουφάκιγιου-σου-φά-κι ουσ. (ουδ.) (μειωτ.): πρόσωπο που υπηρετεί κάποιον τυφλά, με δουλοπρέπεια: εντεταλμένα/κομματικά ~ια. Τα ~ια της πολιτικής. Πβ. παρατρεχάμενος, τσιράκι, χανουμάκι. Βλ. παπαγαλάκι.
10647γιούταγιού-τα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-λόγ.) ιούτη: ΒΟΤ. καθένα από τα δύο είδη φυτού (επιστ. ονομασ. Corchorus capsularis ή C. olitorius) που ευδοκιμεί κυρ. στην Ινδία και το Πακιστάν, από τον βλαστό του οποίου παράγονται κλωστοϋφαντουργικές ίνες. Βλ. κετσές. [< γαλλ.-αγγλ. jute]
10648γιουτιούμπγιου-τιούμπ ουσ. (ουδ.) & γιου τιουμπ: ΔΙΑΔΙΚΤ. διαδικτυακός τόπος όπου μπορούν να ανεβάζουν βίντεο εγγεγραμμένοι μένοι χρήστες στα οποία υπάρχει δωρεάν πρόσβαση. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. ΥouTube, 2005]
10649γιούχαγιού-χα ουσ. (ουδ.) {κ. θηλ. γιούχα, -ες} (προφ.): αποδοκιμασίες, γιουχαΐσματα: Έφαγαν ~. Έπεσε ~ από την εξέδρα κατά της ομάδας. ΣΥΝ. πρόγκα ΑΝΤ. ζήτω [< τουρκ. yuha]
10650γιουχάισμαγιου-χά-ι-σμα ουσ. (ουδ.) {γιουχαΐσμ-ατα} (προφ.): έντονη δημόσια αποδοκιμασία με φωνές και χειρονομίες: ~ αγανάκτησης. ~ατα του κοινού (κατά/σε βάρος των ηθοποιών). Έπεσε ~ από τους διαδηλωτές. Οι παίκτες δέχτηκαν/έφαγαν ~ατα (για την ήττα τους). Πβ. σφύριγμα, χλευασμός. Βλ. χειροκρότημα. ΣΥΝ. γιούχα, κράξιμο (1), πρόγκα ΑΝΤ. επευφημία, ζήτω, ζητωκραυγή
10651γιουχάρωγιου-χά-ρω ρ. (μτβ.) {γιούχαρ-α κ. γιουχάρ-ισα, -ίστηκε} & γιουχαΐζω (προφ.): εκδηλώνω έντονα την αποδοκιμασία μου με γιουχαΐσματα: Τον ~αν/~ίστηκε από το κοινό. ΣΥΝ. αποδοκιμάζω, κράζω (1), προγκάω (1), χλευάζω ΑΝΤ. επευφημώ, ζητωκραυγάζω, χειροκροτώ (1)
10652γιοφύριβλ. γεφύρι
10653γιρλάνταγιρ-λά-ντα ουσ. (θηλ.): μακρόστενο πλέγμα, φτιαγμένο είτε από λουλούδια είτε από χρωματιστά χαρτάκια ή/και φωτάκια, που χρησιμοποιείται ως (εορταστικό) στολίδι· κατ' επέκτ. κεντητό ή ζωγραφιστό διακοσμητικό στοιχείο σε σχήμα ταινίας: αποκριάτικες/πολύχρωμες/χάρτινες/χριστουγεννιάτικες ~ες. ~ες και κορδέλες/στεφάνια. Βλ. μπορντούρα, ταινία, φεστόνι. [< μεσν. γιρλάντα < ιταλ. ghirlanda]
10654γιώτα[γιῶτα] γιώ-τα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (λόγ.) ιώτα: το ένατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου: κεφαλαίο/μικρό/τονισμένο ~. ~ με διαλυτικά. Πβ. ι. Βλ. υπογεγραμμένη. ● ΦΡ.: δεν αλλάζω ούτε (κατά) ένα γιώτα/ένα κόμμα/μια οξεία (εμφατ.): για κάτι που μεταφέρεται κατά λέξη, με τα ίδια ακριβώς λόγια, χωρίς την παραμικρή αλλαγή: Παραθέτω το κείμενο, χωρίς να αλλάξω ~ ~ (= αυτούσιο). Βλ. μέχρι κεραίας. [< αρχ. ἰῶτα]
10655γιωτάςγιω-τάς ουσ. (αρσ.) (στρατ. αργκό) 1. στρατιώτης με σωματική αναπηρία ή προβλήματα υγείας που τον καθιστούν μη μάχιμο (Σωματική Ικανότητα: Ι3, Ι4), με αποτέλεσμα να του έχουν ανατεθεί βοηθητικές υπηρεσίες ή κληρωτός που έχει απαλλαγεί πλήρως από τη στρατιωτική θητεία (Ι5). Πβ. ντακότα. Βλ. αντιρρησίας συνείδησης, -άς. 2. (μτφ.-μειωτ.) άτομο μειωμένης ικανότητας ή αντίληψης. Πβ. ανίκανος.
10656γιωταχήςγιω-τα-χής ουσ. (αρσ.) {-ήδες} (προφ.): κάτοχος και οδηγός γιωταχί: πεζοί και ~ήδες.
10657γιωταχίγιω-τα-χί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & γιώτα χι (προφ.): επιβατικό όχημα ιδιωτικής χρήσης: οδηγός ~. Βλ. ΔΧ.|| (ως επίθ.) ~ αυτοκίνητα. [< ακρ. Ι(διωτικής) Χ(ρήσης)]
10658ΓΚ(η): Γενική Κυβέρνηση.
10659γκάβακαςγκά-βα-κας ουσ. (αρσ.) (μειωτ.-επιτατ.) 1. γκαβός. 2. (στρατ. αργκό) νεοσύλλεκτος. Πβ. ψάρι. ΣΥΝ. στραβάδι (2)
10660γκαβός, ή, ό γκα-βός επίθ./ουσ. (προφ.-μειωτ.): για πρόσωπο που δεν έχει καλή όραση, στραβός, αλλήθωρος: Καλά, ~ είσαι και δεν βλέπεις; ΣΥΝ. γκάβακας (1), τυφλός (1) ● Ουσ.: γκαβά (τα): μάτια. ● ΦΡ.: άνοιξε τα γκαβά σου! (μειωτ.): οργισμένη προτροπή σε κάποιον που δεν βλέπει μπροστά του ή δεν αντιλαμβάνεται αυτό που λέγεται ή γίνεται. [< βλάχικο gav(ŭ)]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.