| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10641 | γιούροστατ | γιού-ρο-στατ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & γιουροστάτ (κ. με κεφαλ. Γ): η στατιστική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [< αγγλ. ακρ. Eurostat (European Statistics), 1959] | |
| 10642 | γιουρούσι | γιου-ρού-σι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μαζική και ορμητική έφοδος, επίθεση: Ο εχθρός έκανε/εξαπέλυσε ~.|| (μτφ.) Ετοιμάζουν ~ σε παράνομες εγκαταστάσεις (ενν. οι Αρχές). Πβ. γιούρια, επέλαση, επιδρομή, εφόρμηση, ρεσάλτο. [< τουρκ. yürüyüş] | |
| 10643 | γιουροφάν | γιου-ρο-φάν ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} (προφ.): ενθουσιώδης οπαδός, φανατικός θαυμαστής της γιουροβίζιον. [< αγγλ. eurofan] | |
| 10644 | γιούσουρι | γιού-σου-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μαύρο κοράλλι από το οποίο κατασκευάζονται χάντρες, φυλαχτά, κομψοτεχνήματα: κομπολόι από ~. [< τουρκ. yüsrü] | |
| 10645 | γιουσουρούμ | γιου-σου-ρούμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: παζάρι, υπαίθρια αγορά (κυρ. παλαιών και μεταχειρισμένων αντικειμένων). Πβ. δημοπρατήριο. [< ανθρ. (Ηλίας) Γιουσουρούμ] | |
| 10646 | γιουσουφάκι | γιου-σου-φά-κι ουσ. (ουδ.) (μειωτ.): πρόσωπο που υπηρετεί κάποιον τυφλά, με δουλοπρέπεια: εντεταλμένα/κομματικά ~ια. Τα ~ια της πολιτικής. Πβ. παρατρεχάμενος, τσιράκι, χανουμάκι. Βλ. παπαγαλάκι. | |
| 10647 | γιούτα | γιού-τα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-λόγ.) ιούτη: ΒΟΤ. καθένα από τα δύο είδη φυτού (επιστ. ονομασ. Corchorus capsularis ή C. olitorius) που ευδοκιμεί κυρ. στην Ινδία και το Πακιστάν, από τον βλαστό του οποίου παράγονται κλωστοϋφαντουργικές ίνες. Βλ. κετσές. [< γαλλ.-αγγλ. jute] | |
| 10648 | γιουτιούμπ | γιου-τιούμπ ουσ. (ουδ.) & γιου τιουμπ: ΔΙΑΔΙΚΤ. διαδικτυακός τόπος όπου μπορούν να ανεβάζουν βίντεο εγγεγραμμένοι μένοι χρήστες στα οποία υπάρχει δωρεάν πρόσβαση. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. ΥouTube, 2005] | |
| 10649 | γιούχα | γιού-χα ουσ. (ουδ.) {κ. θηλ. γιούχα, -ες} (προφ.): αποδοκιμασίες, γιουχαΐσματα: Έφαγαν ~. Έπεσε ~ από την εξέδρα κατά της ομάδας. ΣΥΝ. πρόγκα ΑΝΤ. ζήτω [< τουρκ. yuha] | |
| 10650 | γιουχάισμα | γιου-χά-ι-σμα ουσ. (ουδ.) {γιουχαΐσμ-ατα} (προφ.): έντονη δημόσια αποδοκιμασία με φωνές και χειρονομίες: ~ αγανάκτησης. ~ατα του κοινού (κατά/σε βάρος των ηθοποιών). Έπεσε ~ από τους διαδηλωτές. Οι παίκτες δέχτηκαν/έφαγαν ~ατα (για την ήττα τους). Πβ. σφύριγμα, χλευασμός. Βλ. χειροκρότημα. ΣΥΝ. γιούχα, κράξιμο (1), πρόγκα ΑΝΤ. επευφημία, ζήτω, ζητωκραυγή | |
| 10651 | γιουχάρω | γιου-χά-ρω ρ. (μτβ.) {γιούχαρ-α κ. γιουχάρ-ισα, -ίστηκε} & γιουχαΐζω (προφ.): εκδηλώνω έντονα την αποδοκιμασία μου με γιουχαΐσματα: Τον ~αν/~ίστηκε από το κοινό. ΣΥΝ. αποδοκιμάζω, κράζω (1), προγκάω (1), χλευάζω ΑΝΤ. επευφημώ, ζητωκραυγάζω, χειροκροτώ (1) | |
| 10652 | γιοφύρι | βλ. γεφύρι | |
| 10653 | γιρλάντα | γιρ-λά-ντα ουσ. (θηλ.): μακρόστενο πλέγμα, φτιαγμένο είτε από λουλούδια είτε από χρωματιστά χαρτάκια ή/και φωτάκια, που χρησιμοποιείται ως (εορταστικό) στολίδι· κατ' επέκτ. κεντητό ή ζωγραφιστό διακοσμητικό στοιχείο σε σχήμα ταινίας: αποκριάτικες/πολύχρωμες/χάρτινες/χριστουγεννιάτικες ~ες. ~ες και κορδέλες/στεφάνια. Βλ. μπορντούρα, ταινία, φεστόνι. [< μεσν. γιρλάντα < ιταλ. ghirlanda] | |
| 10654 | γιώτα | [γιῶτα] γιώ-τα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (λόγ.) ιώτα: το ένατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου: κεφαλαίο/μικρό/τονισμένο ~. ~ με διαλυτικά. Πβ. ι. Βλ. υπογεγραμμένη. ● ΦΡ.: δεν αλλάζω ούτε (κατά) ένα γιώτα/ένα κόμμα/μια οξεία (εμφατ.): για κάτι που μεταφέρεται κατά λέξη, με τα ίδια ακριβώς λόγια, χωρίς την παραμικρή αλλαγή: Παραθέτω το κείμενο, χωρίς να αλλάξω ~ ~ (= αυτούσιο). Βλ. μέχρι κεραίας. [< αρχ. ἰῶτα] | |
| 10655 | γιωτάς | γιω-τάς ουσ. (αρσ.) (στρατ. αργκό) 1. στρατιώτης με σωματική αναπηρία ή προβλήματα υγείας που τον καθιστούν μη μάχιμο (Σωματική Ικανότητα: Ι3, Ι4), με αποτέλεσμα να του έχουν ανατεθεί βοηθητικές υπηρεσίες ή κληρωτός που έχει απαλλαγεί πλήρως από τη στρατιωτική θητεία (Ι5). Πβ. ντακότα. Βλ. αντιρρησίας συνείδησης, -άς. 2. (μτφ.-μειωτ.) άτομο μειωμένης ικανότητας ή αντίληψης. Πβ. ανίκανος. | |
| 10656 | γιωταχής | γιω-τα-χής ουσ. (αρσ.) {-ήδες} (προφ.): κάτοχος και οδηγός γιωταχί: πεζοί και ~ήδες. | |
| 10657 | γιωταχί | γιω-τα-χί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & γιώτα χι (προφ.): επιβατικό όχημα ιδιωτικής χρήσης: οδηγός ~. Βλ. ΔΧ.|| (ως επίθ.) ~ αυτοκίνητα. [< ακρ. Ι(διωτικής) Χ(ρήσης)] | |
| 10658 | ΓΚ | (η): Γενική Κυβέρνηση. | |
| 10659 | γκάβακας | γκά-βα-κας ουσ. (αρσ.) (μειωτ.-επιτατ.) 1. γκαβός. 2. (στρατ. αργκό) νεοσύλλεκτος. Πβ. ψάρι. ΣΥΝ. στραβάδι (2) | |
| 10660 | γκαβός | , ή, ό γκα-βός επίθ./ουσ. (προφ.-μειωτ.): για πρόσωπο που δεν έχει καλή όραση, στραβός, αλλήθωρος: Καλά, ~ είσαι και δεν βλέπεις; ΣΥΝ. γκάβακας (1), τυφλός (1) ● Ουσ.: γκαβά (τα): μάτια. ● ΦΡ.: άνοιξε τα γκαβά σου! (μειωτ.): οργισμένη προτροπή σε κάποιον που δεν βλέπει μπροστά του ή δεν αντιλαμβάνεται αυτό που λέγεται ή γίνεται. [< βλάχικο gav(ŭ)] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ