| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10661 | γκαβούλιακας | γκα-βού-λια-κας ουσ. (αρσ.) (μειωτ.-εμφατ.): γκαβός. Βλ. -ούλιακας. ΣΥΝ. στραβούλιακας | |
| 10662 | γκαβωμάρα | γκα-βω-μά-ρα ουσ. (θηλ.) & γκαβομάρα (προφ.-μειωτ.): στραβωμάρα: ~ έχεις και σκοντάφτεις συνέχεια; ΣΥΝ. τύφλα | |
| 10663 | γκαβώνω | γκα-βώ-νω ρ. (μτβ.) {γκάβω-σε, γκαβώ-θηκα} (προφ.): τυφλώνω, στραβώνω: Μας ~σαν τα φώτα.|| Θα ~θείς με τόση τηλεόραση που βλέπεις. ~θηκα, για να διαβάσω τα γράμματά σου (: το γραφικό χαρακτήρα). | |
| 10664 | γκαγκ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & γκανγκ : απρόβλεπτο κωμικό στιγμιότυπο ή εύρημα βασισμένο στην κίνηση-έκφραση, τον διάλογο, τις γκάφες ή την υπερβολή: απολαυστικά/έξυπνα ~. Τα ~ του βωβού κινηματογράφου. Βλ. μούτα, φάρσα. [< αγγλ. gag, γαλλ. ~, 1922] | |
| 10665 | γκαγκά | γκα-γκά επίθ. {άκλ.} (αργκό): αργόστροφος, βλάκας, χαζός: Είναι πολύ/τελείως ~ το άτομο! [< γαλλ. gaga < gâteux ‘ηλίθιος’, αγγλ. ~, 1917] | |
| 10666 | γκαγκανιάζω | γκα-γκα-νιά-ζω ρ. (αμτβ.) {γκαγκάνια-σα} (προφ.-εμφατ.): γανιάζω: ~σα από τη ζέστη. Πβ. διψώ.|| Έχω ~σει (= εξαντληθεί) να φωνάζω. | |
| 10667 | γκαζάδικο | γκα-ζά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πετρελαιοφόρο. Πβ. δεξαμενόπλοιο, τάνκερ. Βλ. -άδικο. | |
| 10668 | γκαζάκι | γκα-ζά-κι ουσ. (ουδ.) 1. οικιακή μικροσυσκευή για πρόχειρο μαγείρεμα ή παρασκευή αφεψημάτων που λειτουργεί με μικρή φιάλη υγραερίου ή, συνήθ., βουτανίου· συνεκδ. η ίδια η φιάλη: ~ του καφέ. Ανάβω το ~. Έβαλε το μπρίκι στο ~. Πβ. καμινέτο. Βλ. γκάζι. 2. {συνήθ. στον πληθ.} αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός που κατασκευάζεται με το αντίστοιχο φιαλίδιο: εμπρησμός/επίθεση με ~ια. Εξερράγησαν ~ια. Βλ. βόμβα μολότοφ. ● γκαζάκια (τα): (παλαιότ.) γκαζές. | |
| 10669 | γκαζάκιας | γκα-ζά-κιας ουσ. (αρσ.) (νεαν. αργκό) 1. άτομο, συνήθ. άνδρας, που εξαπολύει εμπρηστικές επιθέσεις με γκαζάκια: κουκουλοφόροι και ~ηδες. Βλ. -άκιας. 2. γκαζιάρης: μηχανόβιοι και ~ηδες. Πβ. γκαζοφονιάς. | |
| 10670 | γκαζέλα | βλ. γαζέλα | |
| 10671 | γκαζές | γκα-ζές ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. γκαζά} & γκαζιές (παλαιότ.-λαϊκό): μπίλιες, βόλοι. ΣΥΝ. γκαζάκια | |
| 10672 | γκάζι | γκά-ζι ουσ. (ουδ.) {γκαζ-ιού} 1. (προφ.) φωταέριο: εστίες/κουζίνα/φούρνος ~ιού. Βλ. γκαζάκι. 2. πεντάλ αυτοκινήτου ή μοχλός μοτοσικλέτας που με το πάτημά του δίνει εντολή για απελευθέρωση μεγαλύτερης ποσότητας καυσίμου και επιτάχυνση του οχήματος: ντίζα ~ιού. Αφήνω το ~. Πβ. γκαζιέρα, επιταχυντής. Βλ. φρένο. ● γκάζια (τα) (νεαν. αργκό) 1. πολύ μεγάλη ταχύτητα (οδήγησης): Ετοιμαστείτε για άγρια/τρελά ~! Τρέχει με μεγάλα ~.|| Αμάξι με πολλά ~ (= γρήγορο· πβ. άλογα). 2. ορμητική και ενθουσιώδης διάθεση· γρήγοροι, εντατικοί ρυθμοί: Ξεκίνησαν με ~ (= με φόρα).|| Έβαλε/έδωσε ~ (= εντατικοποίησε την προσπάθεια). 3. επίπληξη: Τους έβαλε ~ (= τους γκάζωσε, επέπληξε, μάλωσε). Άκουσαν ~ (από τον προπονητή). ● ΦΡ.: πατώ γκάζι ΑΝΤ. πατώ φρένο 1. πιέζω με το πόδι μου το γκάζι για να επιταχύνω: Πάτα ~ να προλάβουμε!|| (προφ.) Το πατάει (= οδηγεί με μεγάλη ταχύτητα, τρέχει). 2. (μτφ.) αυξάνω την απόδοσή μου, παρουσιάζω άνοδο: Η ομάδα ~ησε ~ στο δεύτερο ημίχρονο. Ο δρομέας ~ησε ~ στα τελευταία λεπτά. Πβ. ανεβάζω (τις) στροφές/ταχύτητα/ρυθμούς.|| Η αγορά αυτοκινήτων/το χρηματιστήριο ~ησε ~., τέρμα/τσίτα/τέζα (τα) γκάζια/(το) γκάζι (νεαν. αργκό) 1. πάτημα του γκαζιού μέχρι το τέρμα για ανάπτυξη μεγάλης ταχύτητας: ~ ~ και φύγαμε! Οδηγεί/πηγαίνει με ~ ~! 2. (μτφ.) εντατικοποίηση στον μέγιστο βαθμό: ~ ~ για να τελειώνουμε! Δουλεύουν με ~ ~ (: με πολύ έντονους ρυθμούς, στο μάξιμουμ)., τσιτώνω τα γκάζια βλ. τσιτώνω [< γαλλ. gaz < λατ. chaos < αρχ. χάος] | |
| 10673 | γκαζιά | γκα-ζιά ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (νεαν. αργκό): απότομο πάτημα του γκαζιού για γρήγορη ανάπτυξη ταχύτητας: ~ιές και σπινιαρίσματα. Βλ. τιμονιά.|| (συνεκδ. για δήλωση μικρής απόστασης:) Μια ~ είναι μέχρι τον σταθμό. | |
| 10674 | γκαζιάρης | γκα-ζιά-ρης ουσ. (αρσ.) (νεαν. αργκό): νεαρός κυρ. οδηγός που συνηθίζει να οδηγεί με μεγάλη ταχύτητα. Πβ. γκαζάκιας, γκαζοφονιάς. Βλ. κοντράκιας, μηχανόβιος, -ιάρης. | |
| 10675 | γκαζιέρα | γκα-ζιέ-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. (κυρ. παλαιότ.) γκαζάκι ή καμινέτο. Βλ. πετρογκάζ, -ιέρα. 2. ο μοχλός του γκαζιού στις μοτοσικλέτες. Βλ. σκανδάλη. | |
| 10676 | γκαζόζα | γκα-ζό-ζα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αεριούχο αναψυκτικό που περιέχει κιτρικό οξύ: παγωμένη ~. Βλ. λεμονάδα. [< ιταλ. gazzosa] | |
| 10677 | γκαζόν | γκα-ζόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: χαμηλή χλόη που διακοσμεί κήπους, πάρκα, παρτέρια ή αποτελεί την επίστρωση γηπέδων· κατ' επέκτ. η επιφάνεια που καλύπτεται από αυτή: πλαστικό/συνθετικό ~ (: σε αντίθεση προς το φυσικό ~). Έτοιμο ~ (σε ρολό). Υδροβόρο ~. Κούρεμα/μηχανή/πότισμα του ~. Σπόροι/ψαλίδι ~. Μην πατάτε το ~ (: σε πινακίδα). Πβ. γρασίδι, πελούζα, πρασινάδα, χλοοτάπητας, χορτάρι. [< γαλλ. gazon] | |
| 10678 | γκαζοτανάλια | γκα-ζο-τα-νά-λια ουσ. (θηλ.): είδος πένσας στην οποία ο ένας βραχίονας διαθέτει διαφορετικές θέσεις για τον άξονα περιστροφής, έτσι ώστε να προσαρμόζεται ανάλογα με το μέγεθος του αντικειμένου το οποίο σφίγγει: ~-κλειδί. Πβ. παπαγαλάκι. Βλ. κάβουρας. | |
| 10679 | γκαζοτενεκές | γκα-ζο-τε-νε-κές ουσ. (αρσ.) & γκαζοντενεκές: ορθογώνιο μεταλλικό δοχείο, τενεκές. | |
| 10680 | γκαζοφονιάς | γκα-ζο-φο-νιάς ουσ. (αρσ.) (νεαν. αργκό): νεαρός κυρ. που συνηθίζει να οδηγεί γρήγορα, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή των άλλων. Πβ. γκαζάκιας, γκαζιάρης. Βλ. κοντράκιας, μηχανόβιος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ