| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10679 | γκαζοτενεκές | γκα-ζο-τε-νε-κές ουσ. (αρσ.) & γκαζοντενεκές: ορθογώνιο μεταλλικό δοχείο, τενεκές. | |
| 10680 | γκαζοφονιάς | γκα-ζο-φο-νιάς ουσ. (αρσ.) (νεαν. αργκό): νεαρός κυρ. που συνηθίζει να οδηγεί γρήγορα, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή των άλλων. Πβ. γκαζάκιας, γκαζιάρης. Βλ. κοντράκιας, μηχανόβιος. | |
| 10681 | γκάζωμα | γκά-ζω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γκαζώνω: απότομα ~ στις στροφές.|| (μτφ.) ~ στις αναπτυξιακές προσπάθειες της κυβέρνησης. ΑΝΤ. φρενάρισμα | |
| 10682 | γκαζώνω | γκα-ζώ-νω ρ. (αμτβ κ. μτβ.) {γκάζω-σα, -μένος} (προφ.) 1. (για οδηγό) πατώ απότομα γκάζι, για να αναπτύξω γρήγορα ταχύτητα: ~σε τη μηχανή. ~σε, για να προλάβει. Πβ. μαρσ-, σπιντ-άρω. ΑΝΤ. επιβραδύνω (1), φρενάρω (1) 2. (μτφ.) εντείνω την προσπάθεια ή αναπτύσσομαι με γρήγορους ρυθμούς: Η ομάδα ~σε και οι γηπεδούχοι έμειναν πίσω. Η οικονομία της χώρας ~ει. ~ουν οι τιμές (= αυξάνονται).|| Μας έχουν ~σει τον τελευταίο καιρό (: πιέζουν για μεγαλύτερη απόδοση). Πβ. τσιτώνω τα γκάζια. 3. (κυρ. στρατ. αργκό) επιπλήττω: Με ~σε άγρια (= με μάλωσε, μου φώναξε, μου την είπε). | |
| 10683 | γκάιντα | γκά-ι-ντα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. πνευστό όργανο που αποτελείται από δερμάτινο ασκί, επιστόμιο και τμήμα παραγωγής του ήχου, το οποίο απαρτίζουν δύο ξεχωριστοί αυλοί, ο ένας κοντός με τρύπες και ο άλλος μακρύς χωρίς τρύπες: σκωτσέζικη ~. Πβ. άσκαυλος, πίπιζα, τσαμπούνα. [< τουρκ. gayda] | |
| 10684 | γκαϊντατζής | γκα-ϊ-ντα-τζής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): οργανοπαίκτης γκάιντας. Βλ. ζουρνατζής. [< τουρκ. gaydacι] | |
| 10685 | γκαλά | γκα-λά ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: επίσημη εκδήλωση με κοινωφελή συνήθ. σκοπό, δεξίωση (προς τιμήν κάποιου) ή αθλητική κυρ. διοργάνωση: ετήσιο/φιλανθρωπικό/χριστουγεννιάτικο ~. ~ μόδας/όπερας/χορού. ~ γυμναστικής/στίβου. Οργάνωσαν ~ προς τιμήν ... Πβ. γιορτή, ιβέντ, φιέστα. [< γαλλ. gala] | |
| 10686 | γκαλερί | γκα-λε-ρί ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: χώρος έκθεσης και συχνά πώλησης έργων τέχνης, συλλεκτικών αντικειμένων: ~ ζωγραφικής. (για ζωγράφο) Εκθέτει/παρουσιάζει τους πίνακές του στην ~ ... Πβ. εκθετήριο. Βλ. δημοπρασία, πινακοθήκη, φουάρ.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Ηλεκτρονική ~. ~ φωτογραφιών. Βλ. άλμπουμ, -ερί. [< γαλλ. galerie] | |
| 10687 | γκαλερίστας | γκα-λε-ρί-στας ουσ. (αρσ.) , γκαλερίστα (η): ιδιοκτήτης γκαλερί, έμπορος έργων τέχνης. Βλ. εκθέτης, συλλέκτης, -ίστας. [< ιταλ. gallerista, 1943, γαλλ. galeriste, 1983] | |
| 10688 | γκάλοπ | γκά-λοπ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΣΤΑΤΙΣΤ. δημοσκόπηση: στημένο/τηλεφωνικό ~. Τα αποτελέσματα του ~. Τι έδειξαν τα ~ (που έγιναν) για τις εκλογές. Βλ. δειγματοληψία, έξιτ πολ, σφυγμομέτρηση. [< αμερικ. Gallup (poll), 1940, αμερικ. ανθρ. G. H. Gallup] | |
| 10689 | γκάμα | γκά-μα ουσ. (θηλ.): σύνολο, σειρά πολλών συγγενών στοιχείων, ποικιλία: μουσική ~. ~ αντιλήψεων/απόψεων/θεμάτων/προτάσεων/συναισθημάτων (πβ. βεντάλια). Υπάρχει (μια) ευρεία/ολοκληρωμένη/πλήρης ~ προϊόντων και υπηρεσιών. Μπορείτε να διαλέξετε από μια μεγάλη/πλούσια ~ χρωμάτων. Συσκευές σε όλες τις ~ες τιμών. Πβ. έκταση, εύρος, κλίμακα, φάσμα. [< ιταλ. gamma] | |
| 10690 | γκαμήλα | βλ. καμήλα | |
| 10691 | γκαμπαρντίνα | βλ. καμπαρντίνα | |
| 10692 | γκανάζ | γκα-νάζ ουσ. (ουδ. + θηλ.) & γκανάς: ΖΑΧΑΡ. κρεμώδες μείγμα λιωμένης σοκολάτας και κρέμας γάλακτος που χρησιμοποιείται για γέμιση ή επικάλυψη. [< γαλλ. ganache] | |
| 10693 | γκανγκ | βλ. γκαγκ | |
| 10694 | γκάνγκστερ | γκάν-γκστερ ουσ. (αρσ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & γκάγκστερ 1. (κυρ. παλαιότ. στην Αμερική) μέλος οργανωμένου κυκλώματος εγκληματιών: αδίστακτος/ένοπλος ~. ~ και πληρωμένοι δολοφόνοι. Ο σκοτεινός κόσμος των ~ και της μαφίας. Βλ. μαφιόζος.|| (ως επίθ.) Ταινίες ~ (= γκανγκστερικές). 2. (κατ' επεκτ.) κακούργος, εγκληματίας. Πβ. κακοποιός. Βλ. απατεώνας. [< αμερικ. gangster, γαλλ. ~, περ. 1925] | |
| 10695 | γκανγκστερικός | , ή, ό γκαν-γκστε-ρι-κός επίθ. & γκαγκστερικός: που σχετίζεται με τους γκάνγκστερ ή ταιριάζει στον τρόπο δράσης τους: ~ή: ταινία.|| ~ή: απαγωγή/επίθεση. Βλ. μαφιόζικος. ● επίρρ.: γκανγκστερικά | |
| 10696 | γκανγκστερισμός | γκαν-γκστε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) & γκαγκστερισμός: ο τρόπος δράσης και η συμπεριφορά των γκάνγκστερ· κατ΄επέκτ. κάθε βίαιη, εκβιαστική, παράνομη μέθοδος για την επίτευξη κάποιου σκοπού: ~, δωροδοκία και διαφθορά. Βλ. -ισμός. [< αμερικ. gangsterism, 1927, γαλλ. gangstérisme, 1934] | |
| 10697 | γκανιάν | γκα-νιάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (στον ιππόδρομο) το άλογο που θεωρείται ο επικρατέστερος νικητής της κούρσας· γενικότ. φαβορί: το ~ της ημέρας. Ποντάρω στο ~. Παίζει ~ (: στοιχηματίζει σε αυτό). Βλ. δίδυμο, πλασέ.|| (μτφ., για πολιτικό υποψήφιο) Πάει για ~ στις εκλογές. [< γαλλ. gagnant] | |
| 10698 | γκανιότα | γκα-νιό-τα ουσ. (θηλ.): ποσοστό κέρδους που αποκομίζει ο διοργανωτής ενός στοιχήματος ή τυχερού παιχνιδιού ή ιδιοκτήτης χαρτοπαικτικής λέσχης από τα ποσά που έχουν ποντάρει οι παίκτες: ~ του καζίνο/του ΟΠΑΠ. Αίθουσα πόκερ που κρατά/χρεώνει ~. Mίζες, τζόγος και ~ες. Βλ. μπουκ. [< γαλλ. cagnotte] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ