| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 152 | αγανάκτηση | [ἀγανάκτηση] α-γα-νά-κτη-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ήσεως} & (προφ.) αγανάχτηση: έντονη δυσαρέσκεια, δυσφορία λόγω αδικίας, προσβολής ή ανηθικότητας: βαθιά/γενική/διάχυτη/εύλογη/ιερή/λαϊκή ~. Έκρηξη/έκφραση/θύελλα/κλίμα/κραυγή ~ης. Αισθήματα οργής και ~ης. Επιστολή ~ης και διαμαρτυρίας. Η ~ της κοινής γνώμης. Με πνίγει η ~. Με μεγάλη ~ διαπίστωσα/πληροφορήθηκα ότι ... Νιώθει ~ όταν βλέπει ... Το θέαμα με γέμισε ~. Καταγγέλλουμε το έγκλημα με ~/ μετ' ~ήσεως. Ξέσπασαν γεμάτοι ~. Πβ. δυσανασχέτηση.|| (προφ.) Σκέτη ~ είσαι αδελφέ μου! (: με εκνευρίζεις, εξοργίζεις). [< αρχ. ἀγανάκτησις] | |
| 153 | αγανακτισμένος | , η, ο [ἀγανακτισμένος] α-γα-να-κτι-σμέ-νος επίθ. & (προφ.) αγαναχτισμένος: που αισθάνεται ή/και εκφράζει αγανάκτηση: ~ος: λαός. ~η: αντίδραση/διαμαρτυρία. ~ο: βλέμμα/ύφος. ~οι: κάτοικοι/πολίτες/τηλεθεατές/φορολογούμενοι. ~ες: φωνές. ~ από την απόφασή/τα παράπονά/τη στάση/τη συμπεριφορά/την υποκρισία του. ~ με τη διαιτησία. Καταδίκασαν ~οι τις τρομοκρατικές επιθέσεις. Έστειλαν ~α μηνύματα.|| (ως ουσ.) Το κίνημα των ~ων. ● επίρρ.: αγανακτισμένα & αγαναχτισμένα [< μεσν. αγανακτισμένος] | |
| 154 | αγανακτώ | [ἀγανακτῶ] α-γα-να-κτώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {αγανακτ-είς, -ώντας | αγανάκτ-ησα, -ισμένος} & (προφ.) αγαναχτώ 1. (αμτβ.) αισθάνομαι αγανάκτηση, εξοργίζομαι: ~ με/για την αδικία/αχαριστία/προσβολή. ~ λόγω των λανθασμένων χειρισμών. ~ησα και του έβαλα τις φωνές. ~ησε γιατί/που δεν έπαιζε καλά η ομάδα. Η κοινή γνώμη έχει ~ήσει από την αδυναμία της Πολιτείας να ... Βλ. δυσανασχετώ.|| (μτβ.-σπανιότ.) Με ~ησε η αδιαφορία του για το μάθημα! 2. {κυρ. στον αόρ.} (συνεκδ.) δυσκολεύομαι, κοπιάζω για κάτι με αποτέλεσμα την έντονη δυσφορία: ~ησα (= δεινοπάθησα, είδα κι έπαθα) μέχρι να τον πείσω. [< αρχ. ἀγανακτῶ] | |
| 155 | άγανο | [ἄγανο] ά-γα-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άνου} 1. η πολύ λεπτή βελονοειδής απόφυση του σταχυού· αθέρας, (κοινό) μουστάκι: ~ βρόμης/κριθαριού. 2. (συνεκδ.-σπάν.) το πολύ λεπτό κόκαλο ψαριού. [< μτγν. ἄκανος ‘είδος αγκαθιού’] | |
| 156 | αγανός | , ή, ό [ἀγανός] α-γα-νός επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): που έχει αραιή πλέξη, ύφανση: ~ό: μαγνάδι/πέπλο. Βλ. αραχνοΰφαντος. ΑΝΤ. πυκνοϋφασμένος [< αρχ. ἀγανός ‘ήπιος, προσηνής’] | |
| 157 | αγάντα | [ἀγάντα] α-γά-ντα επιφών. {άκλ.} ΝΑΥΤ. 1. (ως παράγγελμα ή προτροπή) κράτα!, πιάσε!, γερά!: ~ τα κουπιά/το σχοινί. Προχώρα ~.|| (μτφ.) ~ και φτάσαμε. ~ (: βάστα) καρδιά μου. ~ παλικάρια! (βλ. κουράγιο) 2. {ως ουσ. θηλ.} πάσσαλος ή κρίκος για την πρόσδεση σκαφών. Πβ. δέστρα. | |
| 158 | αγαντάρω | [ἀγαντάρω] α-γα-ντά-ρω ρ. (μτβ.) {αγάνταρα κ. αγαντάριζα, αγαντάρισα} (λαϊκό) 1. ΝΑΥΤ. συγκρατώ, στηρίζω, πιάνω: ~ τους κάβους/το ρυμουλκό/το σκάφος. 2. (σπάν.) βαστώ, ανέχομαι, υπομένω. [< ιταλ. agguantare] | |
| 159 | αγάνωτος | , η, ο [ἀγάνωτος] α-γά-νω-τος επίθ. (παλαιότ.-σπάν.): (συνήθ. για μαγειρικά σκεύη) που δεν έχει γανωθεί, δεν έχει επικαλυφθεί με κασσίτερο: ~ο: καζάνι. ΣΥΝ. ξεγάνωτος [< μτγν. ἀγάνωτος] | |
| 160 | αγάπανθος | [ἀγάπανθος] α-γά-παν-θος ουσ. (αρσ.) & κρίνος του Νείλου & αφρικανικός κρίνος: ΒΟΤ. εξωτικό ποώδες φυτό (οικογ. Amaryllis, γένος Agapanthus, κυρ.το είδος Ag. africanus) με σκούρα πράσινα μακριά φύλλα και πολυάριθμα μπλε, βυσσινί ή άσπρα μικρά άνθη, γνωστό κυρ. ως καλλωπιστικό. [< αγγλ. agapanthus, περ. 1789, γαλλ. agapanthe, 1812 < νεολατ. agapanthus < ἀγάπη + ἄνθος] | |
| 161 | αγαπάω | βλ. αγαπώ | |
| 162 | αγάπη | [ἀγάπη] α-γά-πη ουσ. (θηλ.) 1. ισχυρό (συν)αίσθημα συμπάθειας, τρυφερότητας και αφοσίωσης: αγνή/αδελφική/άδολη/αθώα/ακλόνητη/αμοιβαία/ανεκτίμητη/άπειρη/ανυπόκριτη/απέραντη/απεριόριστη/βαθιά/μητρική/πατρική/πραγματική ~. Εισπράττω/νιώθω/προσφέρω/τρέφω ~. Δείχνω/εκδηλώνω/εκφράζω την ~ μου. Έχω/κερδίζω την ~ κάποιου. Δεν είχαν ~ μεταξύ τους. Υπάρχει ~ ανάμεσά τους. Διψώ για ~. Χορταίνω από ~. Το έκανα από ~. Η ~ του κόσμου με γέμιζε δύναμη. Του έχω μεγάλη ~ (πβ. αδυναμία). Απολαμβάνει/χαίρει της ~ης όλων.|| (ως κατακλείδα σε επιστολές) Mε όλη μου την ~. Με (απέραντη/ιδιαίτερη/πολλή) ~. Με σεβασμό και ~. Σου στέλνω την ~ μου.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η ~ του Θεού/προς τον πλησίον. ΑΝΤ. απέχθεια, μίσος 2. έρωτας ανάμεσα σε δύο πρόσωπα και συνεκδ. αγαπημένο πρόσωπο: αιώνια/δυνατή/κρυφή/νεανική/παθολογική/παντοτινή/παράνομη/παράφορη/πλατωνική/τρελή/τυφλή/φλογερή ~.|| Η πρώτη ~ δεν ξεχνιέται. Αναζητώ τη μία και μοναδική ~. Εφήμερες/καλοκαιρινές/περασμένες/χαμένες ~ες.|| (ως οικ. προσφών.) ~ μου (γλυκιά)! 3. έντονο ενδιαφέρον, παθιασμένη ενασχόληση με κάτι: ~ για τον αθλητισμό/τα γράμματα/την ελευθερία/τη ζωή/το θέατρο/την πατρίδα (= φιλοπατρία). ~ για τη (σπανιότ. στη) λογοτεχνία. Τρέφει (μια) ρομαντική/υπέρμετρη ~ για την Ελλάδα. Η ζωγραφική ήταν η μεγάλη του ~. Βλ. έφεση, κλίση, ροπή. ● Αγάπες (οι): ΕΚΚΛΗΣ. κοινά δείπνα ανάμεσα στους πρώτους χριστιανούς. ● Υποκ.: αγαπάκι (το), αγαπούλης (ο), αγαπούλα & (σπάν.) αγαπίτσα, αγαπουλίτσα (η): αγαπημένος, αγαπημένη. ● ΣΥΜΠΛ.: δεύτερη Ανάσταση/Εσπερινός της Αγάπης/Αγάπη βλ. ανάσταση, μαραθώνιος αγάπης βλ. μαραθώνιος ● ΦΡ.: αγάπες και λουλούδια: εκδηλώσεις στοργής, γλυκύτητας· γενικότ. κατάσταση ευτυχίας: Η ζωή δεν είναι μόνο ~ ~. Τη μια είναι όλο ~ ~ και την άλλη μαλώνουν. ΣΥΝ. (είναι) όλο αγκαλιές και φιλιά, είναι στις αγάπες τους: περνούν περίοδο τρυφερών ή αγαθών σχέσεων., όλο αγάπη (εμφατ.): με πολλή αγάπη: αγκαλιά/λόγια/ματιά/υποδοχή ~ ~. Με κοιτούσε ~ ~. Άνθρωπος ανεξίκακος, υπομονετικός και ~ ~ (= γεμάτος αγάπη)., πουλάω αγάπη/έρωτα (μτφ.): παριστάνω ότι είμαι ερωτευμένος με κάποιον: Της πουλούσε ~, για να της πάρει τα λεφτά., το φιλί της αγάπης: ασπασμός συγγενικών και φιλικών συνήθ. προσώπων κατά την τελετή της Ανάστασης, μόλις ο ιερέας αρχίσει να ψάλλει το "Χριστός Ανέστη"., όποιος χάνει στα χαρτιά, κερδίζει στην αγάπη βλ. χαρτί [< μτγν. ἀγάπη, γαλλ. amour, αγγλ. love] | |
| 163 | αγαπημένος | , η, ο [ἀγαπημένος] α-γα-πη-μέ-νος επίθ.: που απολαμβάνει της αγάπης ή της προτίμησης κάποιου: ~ος: αθλητής/ηθοποιός/καλλιτέχνης/ποιητής/προορισμός/συγγραφέας/τραγουδιστής (= δημοφιλής). ~η: εκπομπή/μουσική/ομάδα/πατρίδα/πόλη/συνήθεια (= προσφιλής)/ταινία. ~ο: τραγούδι/φαγητό. ~ες: ασχολίες/φωτογραφίες. ~α: αδέλφια. Ποιο είναι το ~ο σας βιβλίο; (ως ουσ.) Ήταν ο ~ της οικογένειάς του. Πβ. αγαπητός, δημοφιλής. Βλ. πολυ~.|| (ως οικ. προσφών.) ~ε μου (φίλε)/~η μου (φίλη). ΑΝΤ. μισητός ● Ουσ.: αγαπημένα (τα): ΔΙΑΔΙΚΤ. κουμπί της γραμμής εργαλείων σε πρόγραμμα περιήγησης του διαδικτύου και ο αντίστοιχος φάκελος: Προσθήκη (διεύθυνσης ιστοσελίδας) στα ~. Ταξινόμηση ~ων. [< αγγλ. favourites] , αγαπημένος, αγαπημένη (ο/η): πρόσωπο με το οποίο κάποιος συνδέεται ερωτικά, συνήθ. σε περιπτώσεις που θέλει να αποφύγει ονομαστική αναφορά: Παρέα με τον ~ο μου. Αντίο/σ' ευχαριστώ ~η μου. ● επίρρ.: αγαπημένα: ήρεμα, αρμονικά, χωρίς συγκρούσεις. ● ΦΡ.: (από/καλύτερα) μακριά και αγαπημένοι βλ. μακριά [< μεσν. αγαπημένος] | |
| 164 | αγαπησιάρης | , α, ικο [ἀγαπησιάρης] α-γα-πη-σιά-ρης επίθ. (προφ.) 1. που κερδίζει εύκολα την αγάπη και την τρυφερότητα των άλλων: χαδιάρα και ~α. 2. που ερωτεύεται εύκολα ή δένεται συναισθηματικά, που εκδηλώνει αισθήματα αγάπης προς τους άλλους: ρομαντικός/στοργικός/τρυφερός και ~. Βλ. ερωτιάρης.|| (ως ουσ.) Τρελοί κι ~ηδες. Βλ. -ιάρης. | |
| 165 | αγαπησιάρικος | , η, ο [ἀγαπησιάρικος] α-γα-πη-σιά-ρι-κος επίθ. (προφ.): που προκαλεί ή εκφράζει συναισθήματα αγάπης: ~ος: χαρακτήρας. ~η: ατμόσφαιρα/σχέση. ~ο: παιδάκι/πλάσμα. ~ες: στιγμές. ~α: μηνύματα. | |
| 166 | αγαπητικός | , ή, ό [ἀγαπητικός] α-γα-πη-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην αγάπη: ~ή: σχέση (με τον Θεό). ~ά: αισθήματα. ● Ουσ.: αγαπητικός, αγαπητικιά (ο/η) (παλαιότ.) 1. (λαϊκό-λογοτ.) εραστής, ερωμένη. 2. {στο αρσ.} μαστροπός, προαγωγός. [< μτγν. ἀγαπητικός] | |
| 167 | αγαπητός | , ή, ό [ἀγαπητός] α-γα-πη-τός επίθ. 1. που προκαλεί αισθήματα συμπάθειας, εκτίμησης, σεβασμού: Είναι ιδιαίτερα ~ σε όλους. Μου είναι πολύ ~ή (βλ. συμπαθής). Βλ. αξι-, κοσμ-αγάπητος. ΑΝΤ. μισητός, αντιπαθής.|| (ως τυπική προσφών.) ~έ κ. ... ~ό: (μου) ημερολόγιο/περιοδικό. ~οί: ακροατές/συμπολίτες/συνάδελφοι. ~ές: (μου) κυρίες/φίλες. ~ά: (μου) παιδιά.|| (ειρων.) Μα τι λες/σοβαρολογείς ~ή (= χρυσή) μου;|| (επιτηδευμένη ευγένεια:) Ω, τον ~ό (= τον φίλτατο)! 2. (σπάν.) αγαπημένος, προσφιλής. [< μτγν. ἀγαπητός, γαλλ. aimé, cher] | |
| 168 | αγαπουλίνι | [ἀγαπουλίνι] α-γα-που-λί-νι ουσ. (ουδ.) (χαϊδευτ.): κυρ. ως προσφώνηση που δηλώνει τρυφερότητα, στοργή: Περαστικά, ~ μου. Πβ. γλυκουλίνι, μωρουλίνι, ζουζ-, κουτσ-ούνι. ● Υποκ.: αγαπουλινάκι (το) | |
| 169 | αγαπώ | [ἀγαπῶ] α-γα-πώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αγαπ-άς, -ά κ. -άει ... | αγάπ-ησα, -ιέμαι, (σπάν. μτχ. -ώμενος), -ήθηκα, -ώντας, -ημένος} & αγαπάω 1. νιώθω αγάπη για κάποιον/κάτι: ~ τους γονείς/τα παιδιά μου. ~ά(ει) όλο τον κόσμο. Σ' ~ με όλη μου την καρδιά/πολύ/σαν τα μάτια μου. ~ τη ζωή/τη χώρα μου.|| (προφ.-ευχετ.) Να χαρείς ό,τι ~άς. ΑΝΤ. απεχθάνομαι, εχθρεύομαι, μισώ 2. είμαι ερωτευμένος με κάποιον: Την ~ά και θέλει να την παντρευτεί. Τον ~ησα (πβ. υπερ~) τρελά/με πάθος. 3. δείχνω ιδιαίτερο ενδιαφέρον για κάτι, ασχολούμαι με αυτό: ~ά τα γράμματα/τον αθλητισμό. ~ά(ει) την περιπέτεια (= του αρέσει, τον γοητεύει). ● Παθ.: αγαπιέμαι: αποτελώ αντικείμενο αγάπης, εκτίμησης, θαυμασμού ή ερωτικού πόθου: Αγαπώ και ~. Hθοποιός/τραγουδιστής/εκπομπή που ~ήθηκε από πολύ κόσμο/από μικρούς και μεγάλους. ~ιούνται βαθιά/παράφορα/πραγματικά. ● ΦΡ.: αγάπα το(ν) φίλο σου με τα ελαττώματά του (παροιμ.): να είσαι ανεκτικός στις αδυναμίες του φίλου σου., αγαπά(ει) να: του αρέσει, συνηθίζει να: ~ ~ διαβάζει ποίηση/μαγειρεύει/με πειράζει., αγαπάτε αλλήλους (ΚΔ): προτροπή για αγάπη και ομόνοια., άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε (προφ.): όταν αποφεύγει κανείς να πει τη γνώμη του για ένα επίμαχο θέμα και συνήθ. στρέφεται σε κάτι άσχετο ή παραπλανητικό: Η απάντησή του στην ερώτησή μου ήταν ~ ~., αν αγαπάτε: (ανάμεσα σε κόμματα) αν θέλετε, αν προτιμάτε: Η εξουσία είναι, ~ ~, μια μορφή επιβεβαίωσης., όποιος αγαπά παιδεύει: η αγάπη μπορεί να γίνει βασανιστική, καταπιεστική., όπως αγαπάτε: (συνήθ. ως απάντηση σε ερώτημα) όπως θέλετε, όπως προτιμάτε: Θα πάμε με το αυτοκίνητο ή με το λεωφορείο; ~ ~., σ' αγαπάει η πεθερά σου (παλαιότ.): λέγεται όταν έρθει επισκέπτης στο σπίτι την ώρα του φαγητού, συχνά με περιπαικτική διάθεση, επειδή πριν από τον γάμο η πεθερά συνήθιζε να περιποιείται στο τραπέζι τον γαμπρό καλύτερα από όλους., αγαπά ο Θεός τον κλέφτη, αγαπά και τον νοικοκύρη βλ. κλέφτης, δεν αγαπάει ούτε τ' άντερά του βλ. άντερο, ό,τι γουστάρεις κι αγαπάς! βλ. γουστάρω [< αρχ. ἀγαπῶ, γαλλ. aimer, αγγλ. love] | |
| 170 | άγαρ | [ἄγαρ] ά-γαρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) άγαρ άγαρ: φυσικός πολυσακχαρίτης που παράγεται από κόκκινα φύκια και χρησιμοποιείται στη βιομηχανία τροφίμων και φαρμάκων ως πηκτικός παράγοντας και σταθεροποιητής: (μη) θρεπτικό ~. || (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) Καλλιέργεια μικροοργανισμών σε ~. Βλ. άλγη, πηκτίνη. [< αγγλ. agar, γαλλ. agar-agar] | |
| 171 | αγαρηνός | , ή, ό [ἀγαρηνός] α-γα-ρη-νός επίθ.: μουσουλμανικός και κατ' επέκτ. βάρβαρος, σκληρός, αλλόπιστος: ~ός: ζυγός. ~ή: σκλαβιά. ~ά: ασκέρια. ● Ουσ.: Αγαρηνός (ο): ΙΣΤ. μουσουλμάνος, κυρ. Άραβας ή Τούρκος. [< μεσν. αγαρηνός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ