| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 10701 | γκαντεμιάζω | γκα-ντε-μιά-ζω ρ. (μτβ.) {γκαντέμια-σα} (προφ.): γρουσουζεύω: Μας ~σε (= γλωσσόφαγε, μάτιασε) και πάνε όλα στραβά. | |
| 10702 | γκαντέμικος | , η, ο γκα-ντέ-μι-κος επίθ. (προφ.): άτυχος, κακότυχος, γρουσούζικος: ~η: μέρα. ΑΝΤ. γούρικος, γουρλίδικος, τυχερός (2) | |
| 10703 | γκαράζ | γκα-ράζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ιδιωτικός ή δημόσιος, συνήθ. στεγασμένος χώρος στάθμευσης ή/και φύλαξης οχημάτων: κλειστό/υπόγειο ~ (πολυ)κατοικίας. Δημοτικό/πολυώροφο/υπαίθριο ~. ~ πιλοτής. Το ~ του πλοίου. Οι θέσεις/η πόρτα (= γκαραζόπορτα)/το τηλεχειριστήριο του ~. Αφήνω/βάζω/παρκάρω το αυτοκίνητο στο ~. Πβ. πάρκινγκ. Βλ. αμαξοστάσιο. 2. (σπάν.) συνεργείο οχημάτων. Βλ. βουλκανιζατέρ. [< γαλλ. garage, 1896] | |
| 10704 | γκαράζ & γκάρατζ | γκα-ράζ ουσ. (ουδ. + θηλ.): ΜΟΥΣ. είδος δυνατής και ακατέργαστης ροκ μουσικής: ~-πανκ.|| (ως επίθ.) ~ μπάντα. [< αμερικ. garage & garage band, 1972] | |
| 10705 | γκαραζιέρης | γκα-ρα-ζιέ-ρης ουσ. (αρσ.) (προφ.): εργαζόμενος σε συνεργείο αυτοκινήτων. Βλ. φανοποιός, -ιέρης. | |
| 10706 | γκαραζόπορτα | γκα-ρα-ζό-πορ-τα ουσ. (θηλ.): πλατιά, μεταλλική πόρτα του γκαράζ: αυτόματη/ηλεκτρική/σπαστή ~. ~ οροφής. Μηχανισμός/(τηλε)χειριστήριο ~ας. Βλ. μπαλκονόπορτα. | |
| 10707 | γκαραντί | γκα-ρα-ντί επίθ. {άκλ.} (προφ.): που παρέχει εγγύηση, εξασφάλιση, σιγουριά: ~ μέθοδος (= δοκιμασμένη)/πληροφορίες (= αξιόπιστες, διασταυρωμένες). Ο λόγος του/η συσκευή είναι ~. Το έχει ~ (= βέβαιο) ότι θα κερδίσει.|| (ως επίρρ.) Σου το υπογράφω ~ ότι (: σου το λέω με σιγουριά, εγγυημένα) ...|| (ως ουσ.) ~ γνησιότητας. [< γαλλ. garantie] | |
| 10708 | γκαρδιακός | , ή, ό γκαρ-δια-κός επίθ. (λαϊκό): εγκάρδιος: ~ός: φίλος. Πβ. αδελφικός, επιστήθιος, καρδιακός, στενός. [< μεσν. (ε)γκαρδιακός] | |
| 10709 | γκαρίζω | γκα-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {γκάρι-σε (λαϊκό) γκάρι-ξε, γκαρίζ-οντας} (μτφ.-μειωτ.): βγάζω δυνατή ή/και άγρια φωνή, φωνάζω· τραγουδώ δυνατά και παράφωνα: ~ει στο τηλέφωνο. Σταμάτα να ~εις! Πβ. γαβγίζω, κράζω, κραυγάζω, ουρλιάζω, τσιρίζω.|| Πβ. φαλτσάρω. ● γκαρίζει: (για γάιδαρο) βγάζει τη χαρακτηριστική του φωνή. Βλ. χλιμιντρίζει. [< μεσν. γκαρίζω] | |
| 10710 | γκαρίλα | γκα-ρί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): αγριοφωνάρα: Έμπηξε μια ~. Μας πήρε τ' αυτιά με τις ~ες του. Πβ. ξεφωνητό, τσιρίδα. Βλ. -ίλα. ΣΥΝ. γαϊδουροφωνάρα | |
| 10711 | γκάρισμα | γκά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γκαρίζω: το ~ του γαϊδάρου. Βλ. χλιμίντρισμα.|| (μτφ.) Δυνατά/εκκωφαντικά ~ατα. Πβ. αγριο-, γαϊδουρο-φωνάρα. [< μεσν. γκάρισμα] | |
| 10712 | γκαρνταρόμπα | γκαρ-ντα-ρό-μπα ουσ. (θηλ.) 1. ειδικά διαμορφωμένος χώρος στην είσοδο εστιατορίου, κέντρου διασκέδασης, θεάτρου, μουσείου, όπου μπορούν οι πελάτες, θεατές, επισκέπτες να αφήσουν το πανωφόρι τους ή/και τα προσωπικά τους είδη· (σε σπίτι) ντουλάπα ή δωμάτιο για τα ρούχα και συνήθ. τα παπούτσια και τα αξεσουάρ. Πβ. βεστιάριο, ιματιοθήκη. 2. το σύνολο των ρούχων που έχει κάποιος: ανδρική/γυναικεία/πλούσια ~. Ανανεώνω τη ~ μου. Πβ. ενδυματολόγιο. Βλ. ρουχισμός. [< γαλλ. garde-robe] | |
| 10713 | γκαρσόνι | γκαρ-σό-νι ουσ. (ουδ.) & γκαρσόν, γκαρσόνα (η) (προφ.): σερβιτόρος: Φωνάζω το ~, για να δώσω παραγγελία/πληρώσω. Βλ. μετρ. ● ΦΡ.: γκαρσόν! (κυρ. παλαιότ.): ως προσφώνηση σε σερβιτόρο: ~, το λογαριασμό! [< γαλλ. garçon] | |
| 10714 | γκαρσονιέρα | γκαρ-σο-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.): μικρό διαμέρισμα με έναν κυρίως χώρο: φοιτητική ~. Ενοικιάζεται επιπλωμένη/ημιυπόγεια/ισόγεια ~. Πβ. στούντιο. Βλ. δώμα. ● Υποκ.: γκαρσονιερίτσα (η), γκαρσονιερούλα (η) [< γαλλ. garçonnière] | |
| 10715 | γκασπάτσο | γκα-σπά-τσο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. κρύα παχύρρευστη ντοματόσουπα με κόκκινες γλυκές πιπεριές, σκόρδο, κρεμμύδι, λάδι, ξίδι και τριμμένη ψίχα ψωμιού, η οποία αποτελεί παραδοσιακό ισπανικό φαγητό: ~ με κρουτόν. ~ και παέγια. [< ισπ. Gazpacho, γαλλ. ~, διαδόθηκε περ. το 1950] | |
| 10716 | γκασταρμπάιτερ | γκα-σταρ-μπά-ι-τερ ουσ. (αρσ.) {άκλ.} (κυρ. παλαιότ., κατά τις δεκαετίες '60, '70): ξένος εργάτης στη Γερμανία για καθορισμένο χρονικό διάστημα· επισκέπτης ή φιλοξενούμενος εργάτης. Βλ. μετανάστης. [< γερμ. Gastarbeiter] | |
| 10717 | γκάστρωμα | γκά-στρω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του γκαστρώνω. Βλ. εγκυμοσύνη. | |
| 10718 | γκαστρώνω | γκα-στρώ-νω ρ. (μτβ.) {γκάστρω-σα, γκαστρώ-θηκα, -μένος} (λαϊκό) 1. (για άνδρα ή αρσ. ζώο) αφήνω έγκυο (γυναίκα ή θηλ. ζώο αντίστοιχα). 2. (μτφ.) εξαντλώ την υπομονή κάποιου: Τελείωνε καμιά φορά! Μας ~σες! Έλα, πες μου και με ~σες (: μη με παιδεύεις, ταλαιπωρείς)! ΣΥΝ. πρήζω ● Παθ.: γκαστρώνομαι: (για γυναίκα ή θηλ. ζώο) μένω έγκυος. ΣΥΝ. πιάνω παιδί, συλλαμβάνω (3) ● ΦΡ.: η κάλπη είναι γκαστρωμένη (προφ.): για σκληρή εκλογική αναμέτρηση, το αποτέλεσμα της οποίας είναι αβέβαιο., όλα του γάμου δύσκολα (κι η νύφη γκαστρωμένη) βλ. γάμος [< μεσν. εγγαστρώνω] | |
| 10719 | γκάτζετ | γκά-τζετ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΤΕΧΝΟΛ. μικρή και πρακτική μηχανική ή ηλεκτρονική συσκευή ή εργαλείο, συνήθ. τελευταίας τεχνολογίας. ● Υποκ.: γκατζετάκι (το) [< αγγλ. gadget, γαλλ. ~, περ. 1946] | |
| 10720 | γκατζετάκιας | γκα-τζε-τά-κιας ουσ. (αρσ.) (νεαν. αργκό): πρόσωπο που έχει εμμονή με την απόκτηση γκάτζετ. Βλ. -άκιας. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ