Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [11600-11620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
10721γκάφαγκά-φα ουσ. (θηλ.) (προφ.): εσφαλμένη ενέργεια ή λόγος με δυσάρεστες συνέπειες που οφείλεται σε αφέλεια, άγνοια ή απρονοησία: ~ ολκής (= πρωτοφανής). Η μια ~ μετά την/πίσω από την άλλη! Πολιτικές ~ες. Πέφτει από τη μια ~ στην άλλη. Υπέπεσε σε ~. Έκανε (επική/μεγάλη/χοντρή) ~ (= πατάτα)! Πβ. λάθος, σφάλμα, χοντράδα. Βλ. αυτογκόλ. [< γαλλ. gaffe]
10722γκαφατζήςγκα-φα-τζής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. γκαφατζού} (προφ.): πρόσωπο που κάνει συχνά γκάφες.
10723γκέιγκέ-ι ουσ. (αρσ.) {άκλ.} (προφ.) 1. (συνήθ. για άνδρα) ομοφυλόφιλος. ΑΝΤ. στρέιτ 2. (ως επίθ.) ομοφυλοφιλικός: ~ ζευγάρι/κίνημα/κοινότητα/μπαρ. [< αγγλ. gay, 1953]
10724γκέιζεργκέ-ι-ζερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΓΕΩΛ. θερμοπίδακας. [< αγγλ. geyser]
10725γκέισαγκέ-ι-σα ουσ. (θηλ.): Γιαπωνέζα που έχει εκπαιδευτεί να διασκεδάζει άντρες με συζήτηση, χορό και τραγούδι: μαθητευόμενες ~ες. Βλ. παλλακίδα. [< γαλλ.-αγγλ. geisha]
10726γκέκαςγκέ-κας ουσ. (αρσ.) {-ηδες} (προφ.) 1. ΖΩΟΛ. ο ελληνικός ιχνηλάτης. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (κ. με κεφαλ. Γ) κάτοικος της Β. Αλβανίας.
10727γκέκογκέ-κο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. κάθε γένος σαύρας (οικογ. Geckonidae), με ικανότητα προσκόλλησης και αναρρίχησης σε κάθε επιφάνεια χάρη στα πολυάριθμα τριχίδια των πελμάτων της. Πβ. σαμιαμίδι. [< γαλλ. gecko]
10728γκελουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.) 1. αναπήδηση ενός ελαστικού κυρ. αντικειμένου κατά την πρόσκρουσή του στο έδαφος ή σε άλλη επιφάνεια: Η μπάλα έκανε ~ στον τοίχο. ΣΥΝ. γκέλα (2) 2. (μτφ.) θετική εντύπωση, απήχηση, επιτυχία (στο κοινό): Ηθοποιός που κάνει ~ (= έχει πέραση). Έχει ~ πάνω στη σκηνή. [< τουρκ. gel]
10729γκέλαγκέ-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. (συνήθ. στην ποδοσφαιρική αργκό) λάθος, αποτυχία, αναποδιά: απανωτές ~ες. Έκανε μεγάλη/χοντρή ~. 2. (σπάν.) γκελ. 3. (στο τάβλι) αποτυχημένη ζαριά με αριθμούς που αντιστοιχούν σε θέσεις κατειλημμένες από τα πούλια του αντιπάλου. [< 3: τουρκ. gele]
10730γκελάρειγκε-λά-ρει ρ. (αμτβ.) {γκέλαρ-ε κ. γκελάρ-ισε} (προφ.) 1. (για ελαστικό αντικείμενο) προσκρούει και αναπηδά: Η μπάλα ~ στο τερέν. 2. (ποδοσφαιρική αργκό) υφίσταται ήττα, αποτυχία ή κάνει λάθος: Η ομάδα ~ε (= έχασε) στην έδρα της/στο ματς. 3. (μτφ.) έχει απήχηση, προκαλεί θετική εντύπωση: Μουσικό συγκρότημα που ~ στο κοινό (= έχει πέραση).
10731γκέμιαγκέ-μια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. γκέμι}: μακριά δερμάτινα λουριά του χαλιναριού τα οποία κρατά ο αναβάτης ή (κυρ. παλαιότ.) ο οδηγός της άμαξας για την καθοδήγηση του αλόγου: Τραβάω/χαλαρώνω τα ~. Πβ. ηνία, καπίστρι. Βλ. χάμουρα. ● ΦΡ.: κρατώ/παίρνω τα γκέμια (προφ.): έχω, αναλαμβάνω τον έλεγχο μιας κατάστασης ή ομάδας ανθρώπων: Κρατάει γερά/σφιχτά ~ της εταιρείας. Πήρε τα γκέμια (= τα ηνία, το πηδάλιο, το τιμόνι) του κόμματος. [< τουρκ. gem]
10732γκεμπελικός, ή, ό γκε-μπε-λι-κός επίθ.: προπαγανδιστικός, συκοφαντικός: διαστρεβλωτικός και ~ λόγος. Μαφιόζικες και ~ές μέθοδοι/τακτικές. [< γερμ. ανθρ. J. P. Goebbels]
10733γκεμπελίσκοςγκε-μπε-λί-σκος ουσ. (αρσ.): ποταπός και άθλιος προπαγανδιστής, ψευδολόγος και συκοφάντης: ~οι και προβοκάτορες. Βλ. -ίσκος
10734γκεμπελισμόςγκε-μπε-λι-σμός ουσ. (αρσ.): άθλια προπαγάνδα, παραπληροφόρηση, συκοφάντηση. Βλ. -ισμός.
10737γκεστ σταρουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} & γκεστ: πολύ γνωστό πρόσωπο, συνήθ. διάσημος ηθοποιός, που πραγματοποιεί έκτακτη εμφάνιση σε μια σειρά, σόου, παράσταση, χωρίς να εντάσσεται στο βασικό καστ: (σπέσιαλ) ~ της βραδιάς. Έπαιξε ως ~.|| (ως επίθ.) ~ εμφανίσεις. [< αγγλ. guest star, 1942, ιταλ. ~, 1966]
10735γκεσταπίτηςγκε-στα-πί-της ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. γκεσταπίτισσα} (παλαιότ.-μειωτ.): πράκτορας της Γκεστάπο. Βλ. (ταγματ)ασφαλίτης, -ίτης1.
10736γκεστάπογκε-στά-πο ουσ. (θηλ.) {άκλ.} (κ. με κεφαλ. Γ) 1. ΙΣΤ. η μυστική αστυνομία της ναζιστικής Γερμανίας, γνωστή για την απάνθρωπη βία και τα βασανιστήρια στα οποία υπέβαλλε τους κρατουμένους της, αλλά και για τη σωρεία εγκλημάτων που διέπραξε εναντίον των αντιπάλων του ναζιστικού καθεστώτος: ~, Ες-Ες και στρατόπεδα συγκέντρωσης. 2. (μτφ.) άτομο ιδιαίτερα αυταρχικό και καταπιεστικό που υποβάλλει επίμονες ερωτήσεις με ανακριτικό ύφος. Πβ. κέρβερος. [< γερμ. Ge(heime) Sta(ats)po(lizei), 1933]
10738γκέτεςγκέ-τες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. γκέτα}: καλύμματα των κνημών ή των αστραγάλων που φοριούνται ως αξεσουάρ ή προστατευτικά: κολάν και ~.|| Αδιάβροχες ~. ~ μοτοσικλετιστή/ορειβασίας. Πβ. περικνημίδα.|| ~ για τα άλογα (: για προστασία των τενόντων τους). [< ιταλ. ghetta]
10739γκέτογκέ-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. φτωχή και αποκομμένη περιοχή μιας πόλης, η οποία κατοικείται από κοινωνικά μειονεκτική ή μειονοτική ομάδα: ~ μεταναστών. Βλ. φτωχογειτονιά. 2. (μτφ.) κατάσταση περιθωριοποίησης και απομόνωσης. [< γερμ. Getto]
10740γκετοποίησηγκε-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η δημιουργία γκέτο και γενικότ. αποκλεισμός, περιθωριοποίηση, απομόνωση: ~ του κέντρου (μιας πόλης).|| ~ των μειονοτήτων. Βλ. -ποίηση.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.